Photo

24.9.16

Άγιοι: 1 Ιανουαρίου

1 Ιανουαρίου





Ορθόδοξος Συναξαριστής-Αγιολόγιο

Κελτών Αγίων & Πάντων των Αγίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας

Συντάκτης: Άβελ-Αναστάσιος Γκιουζέλης

Email: gkiouz.abel@gmail.com

Αν κάποιος έχει ελεύθερο χρόνο και επιθυμεί να βοηθήσει στην ταξινόμηση των Αγίων ανά αιώνα & ανά αλφαβητική σειρά, μπορεί να μου στήλει email στο gkiouz.abel@gmail.com για να του στήλω μερικούς Αγίους για ταξινόμηση.

http://gkiouzelis.wordpress.com
http://saintsofmyheart.wordpress.com

Το Αγιολόγιο είναι υπό κατασκευή 
με αρχή κατασκευής το 2004

Συμπεριλαμβάνονται 
& οι Ορθόδοξοι Άγιοι της Δυτικής Ευρώπης
όπου κοιμήθηκαν πριν το 1054 όπου έγινε το 
σχίσμα των Ρωμαιοκαθολικών

Επίσης συμπεριλαμβάνονται όσοι 
Νεομάρτυρες της Συρίας του 21ου αιώνα 
είναι σίγουρα Ορθόδοξοι



Αγιολόγιο Ιρλανδίας - Ορθόδοξοι Ιρλανδοί Άγιοι του Ιανουαρίου



Ἅγιοι 30 στρατιῶτες μάρτυρες στή Ρώμη (1/1, +304)

Ἅγιος Ἀργύριος Βούρβας, Πρεσβύτερος στή Βίνιανη Καρπενησίου καί ἱερομάρτυς στό Καρπενήσι (Ἰανουάριος, +1948) [Χειροτονήθηκε ἱερέας τό 1942 καί ἔγινε ἐφημέριος τοῦ χωριοῦ του. Τό 1948, αὐτός καί πολλοί κάτοικοι τοῦ χωριοῦ του, φοβούμενοι τούς ἀθέους κατέφυγαν στό Καρπενήσι. Τόν Ἰανουάριο τοῦ 1948, ἄθεοι κατέλαβαν τό Καρπενήσι καί ἄρχισαν γενική σφαγή μεγάλων, μικρών, νηπίων, ἀνδρών καί γυναικών. Ὁ ἰερέας Βούρβας ἀφού ὑπέστη φρικτά βασανιστήρια κατεσφάγη καί μαζί μέ ἄλλους πενῆντα, ἐρρίφθη σέ ἕνα κοινό λάκκο]

Ἅγιος Θεοδόσιος ὅσιος ἡγούμενος Μονῆς τῆς Τριγλίας στό ὄρος Ὄλυμπος Βιθυνίας Μ. Ἀσίας (1/1, +? αἰ.)

Ἅγιος Σέργιος-Νεῖλος, Ἐκκλησία Κατακομβῶν (1/1, +1929)

Ἅγιος Μέτουϊν (St Mudwyn) ὁ Οὐαλλός καί Elvan, ἱεραπόστολοι Μ. Βρετανίας (1/1, +2ος αἰ.)

Ἅγιος Κονκόρδιος (St Concordius), μάρτυς στό Spoleto Ἰταλίας (1/1 καί 4/6, +175)

Ἅγιος Ιουστίνος Ἐπίσκοπος Chieti Ἰταλίας (1/1, +540)

Ἅγιος Φήλιξ Ἐπίσκοπος Bourges Γαλλίας, ἔλαβε μέρος στή Σύνοδο τοῦ Παρισιοῦ τό 573 μ.Χ. (1/1, +580)

Ἅγιος Μαέλρχης (St Maelrhys), ὅσιος στή νήσο Bardsey Οὐαλλίας, ἀπό Βρετάνη Γαλλίας (1/1, +6ος αἰ.)

Ἅγιος Βασίλειος Ἐπίσκοπος Aix Γαλλίας, ἀπό Arles Γαλλίας (1/1, +475)

Ἁγία Κοννάτ/Κομνάταν (St Connat/Comnatan), ὁσία ἡγουμένη Μονῆς στό Kildare Ιρλανδίας (1/1, +590)


Εκπομπή 5: Το Χαμόγελο του Θεού στην Ορθόδοξη Ιρλανδία - ORTHODOX IRELAND


Ἡ κατά σάρκα περιτομή τοῦ Χριστού

http://saintsofmyheart.wordpress.com

SAINTS OF MY HEART

Ο Μωσαϊκός νόμος, διέταζε την περιτομή των αρσενικών παιδιών ('Εξοδ. 12, 43-49), (Γεν. 17, 9-19), η οποία γινόταν κατά την ογδόη ημέρα από αυτή της γέννησης του παιδιού (Λευιτ. 13, 3).

Η τελετή αυτή έπαιρνε μέρος μέσα σε κτίριο της Συναγωγής, το πρωί, παρουσία δέκα τουλάχιστον προσώπων. Έτσι και η περιτομή του βρέφους Ιησού έγινε στη Συναγωγή της Βηθλεέμ.

Η χειροποίητος αυτή περιτομή στο σώμα ήταν τύπος, που συμβόλιζε την περιτομή της καρδιάς, ενεργούμενης απ' ευθείας υπό του Θεού (Δευτ. 3, 16 & 30, 6). Για τη δεύτερη αυτή περιτομή, την αχειροποίητο, ο απ. Παύλος διδάσκει: "Περιετμήθητε περιτομή αχειροποιήτω εν τη απεκδυθεί του σώματος των αμαρτιών της σαρκός, εν τη περιτομή του Χριστού, συνταφέντες αυτώ εν τω βαπτίσματι" (Κολ. 2, 11-12).

Δηλαδή, λέει ο απ. Παύλος, περιτμηθήκατε και με περιτομή πνευματική, που ενεργείται απ' το Άγιο Πνεύμα. Και συνίσταται στο γδύσιμο και την αποβολή του σώματος, που δούλεψε στις αμαρτίες της σάρκας. Το γδύσιμο δε αυτό είναι η περιτομή, που πήρατε από τον Χριστό, όταν θαφτήκατε μαζί Του, δια του Αγίου Βαπτίσματος. Το Βρέφος όμως της φάτνης, αφού γεννήθηκε με τον Παλαιό Νόμο, έπρεπε να υποβληθεί και Αυτό στον τύπο, ο οποίος είχε δικαίωμα να ισχύει μέχρι της καταργήσεως του.


Άγιος Βασίλειος ο Μέγας,

Επίσκοπος Καισαρείας Καππαδοκίας & ανάργυρος ιατρός,

αδελφός Αγίων Γρηγορίου Νύσσης, Μακρίνας καί Πέτρου Σεβαστείας,

από Άννησα Πόντου (+379)

1 Ιανουαρίου

http://synaxarion-hagiology.blogspot.com

SYNAXARION-HAGIOLOGY

"... τα των ανθρώπων ήθη κατεκόσμησας". - Με τη φράση αυτή, το απολυτίκιο, απόλυτα επιτυχημένα, τονίζει την κοινωνική προσφορά του Άγιου Βασιλείου, που με τη θεία διδασκαλία του στόλισε με αρετές τα ήθη και τη ζωή των ανθρώπων.

Ο Μέγας αυτός πατέρας και διδάσκαλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας γεννήθηκε το 329, κατ' άλλους το 330 μ.Χ. στη Νεοκαισάρεια του Πόντου, σύμφωνα με τα γραφόμενα του φίλου του Αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου. Τα δε εγκυκλοπαιδικά λεξικά αναφέρουν σαν πατρίδα του Μ. Βασιλείου την Καισαρεία της Καππαδοκίας.

Οι γονείς του Βασίλειος (και αυτός), που καταγόταν από την Νεοκαισάρεια του Πόντου και Εμμέλεια, που καταγόταν από την Καππαδοκία, αν και κατά κόσμον ευγενείς και πλούσιοι, είχαν συγχρόνως και ακμαιότατο χριστιανικό φρόνημα.
Αυτοί μάλιστα έθεσαν και τις πρώτες -καθοριστικής σημασίας-πνευματικές βάσεις του Αγίου.

Με εφόδιο αυτή τη χριστιανική ανατροφή, ο Βασίλειος αρχίζει μια καταπληκτική ανοδική πνευματική πορεία. Έχοντας τα χαρίσματα της ευστροφίας και της μνήμης, κατακτά σχεδόν όλες τις επιστήμες της εποχής του. Και το σπουδαιότερο, κατακτά τη θεία θεωρία του Ευαγγελίου, που την κάνει αμέσως πράξη με την αυστηρή ασκητική ζωή του. Ας αναφέρουμε όμως, περιληπτικά, την πορεία των δραστηριοτήτων του. Μετά τις πρώτες του σπουδές στην Καισαρεία και κατόπιν στο Βυζάντιο, επισκέφθηκε, νεαρός ακόμα, την Αθήνα, όπου επί τέσσερα χρόνια συμπλήρωσε τις σπουδές του, σπουδάζοντας φιλοσοφία, ρητορική, γραμματική, αστρονομία και ιατρική, έχοντας συμφοιτητές του τον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό (τον θεολόγο) και τον Ιουλιανό τον Παραβάτη.

Από την Αθήνα επέστρεψε στην Καισαρεία και δίδασκε την ρητορική τέχνη. Αποφάσισε όμως, να ακολουθήσει τη μοναχική ζωή και γι' αυτό πήγε στα κέντρα του ασκητισμού, για να διδαχθεί τα της μοναχικής πολιτείας στην Αίγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία και Μεσοποταμία. Όταν επέστρεψε, αποσύρθηκε σε μια Μονή του Πόντου, αφού έγινε μοναχός και ασκήθηκε εκεί με κάθε αυστηρότητα για πέντε χρόνια (357-362). Ήδη τέλεια καταρτισμένος στην Ορθόδοξη Πίστη, χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος από τον επίσκοπο Καισαρείας Ευσέβιο. Ο υποδειγματικός τρόπος της πνευματικής εργασίας του δεν αργεί να τον ανεβάσει στο θρόνο της αρχιεροσύνης, διαδεχόμενος τον Ευσέβιο στην επισκοπή της Καισαρείας (370). Με σταθερότητα και γενναίο φρόνημα, ως αρχιερέας έκανε πολλούς αγώνες για την Ορθόδοξη Πίστη. Με τους ορθόδοξους λόγους που συνέγραψε, κατακεραύνωσε τα φρονήματα των κακοδόξων.

Στους αγώνες του κατά του Αρειανισμού αναδείχτηκε αδαμάντινος, ούτε κολακείες βασιλικές του Ουάλεντα (364-378), που πήγε αυτοπροσώπως στην Καισαρεία για να τον μετατρέψει στον Αρειανισμό, ούτε οι απειλές του Μόδεστου μπόρεσαν να κάμψουν το ορθόδοξο φρόνημα του Αγίου.

Υπεράσπισε με θάρρος την Ορθοδοξία, καταπλήσσοντας τον βασιλιά και τους Αρειανούς. Ακόμα, αγωνίστηκε κατά της ηθικής σήψεως και επέφερε σοφές μεταρρυθμίσεις στο μοναχισμό.

Η δε υπόλοιπη ποιμαντορική δράση του, υπήρξε απαράμιλλη, κτίζοντας την περίφημη "Βασιλειάδα", συγκρότημα με ευαγή Ιδρύματα, όπως φτωχοκομείο κ.ά., όπου βρήκαν τροφή και περίθαλψη χιλιάδες πάσχοντες κάθε ηλικίας, γένους και φυλής. Να αναφέρουμε επίσης ότι ο Μ. Βασίλειος, εκτός των άλλων έργων του, έγραψε και Θεία Λειτουργία, που, μετά την επικράτηση αυτής της συντομότερης του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, τελείται 10 φορές το χρόνο:

την 1η Ιανουαρίου (όπου γιορτάζεται και η μνήμη του),
τις πρώτες πέντε Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής,
τις παραμονές των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων,
την Μ. Πέμπτη και
το Μ. Σάββατο.

Στα πενήντα του χρόνια ο Μέγας Βασίλειος, εξαιτίας της ασθενικής κράσεώς του και της αυστηρής ασκητικής ζωής του (ορισμένες πηγές λένε από βαριά αρρώστια του ήπατος ή των νεφρών), την 1η Ιανουαρίου του 378 ή κατ' άλλους το 379 με 380, εγκαταλείπει το φθαρτό και μάταιο αυτό κόσμο, αφήνοντας παρακαταθήκη και Ιερή κληρονομιά στην ανθρωπότητα ένα τεράστιο πνευματικό έργο.



Ἅγιος Μόνκαν (St Cuan/Mochua/Moncan), 

ἱεραπόστολος Ἰρλανδίας (1/1, +6ος αἰ.)


Ἁγία Φανχέα (St Fanchea), 

ὁσία στό Rossory Ιρλανδίας, ἀπό Clogher Ιρλανδίας (+585)

1 Ἰανουαρίου & 11 Ἰανουαρίου

Χαιρετισμοί στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο,
μέ τιμητική ἀναφορά στήν Ὁσία Φανχέα τήν Ἰρλανδή,
μοναχή στή Μονή τοῦ Rossory Ιρλανδίας,
ἀπό Clogher Ιρλανδίας (1/1 καί 11/1, +585)

Χαῖρε, Κεχαριτωμένη Μαρία
Χαῖρε, Θεοτόκε Μητέρα τῆς ὑφηλίου

Χαῖρε, φωτόλουστη ἐγκάρδια ἀγαθοσύνη
Χαῖρε, φεγγοβόλα μονογραφή στήν καρδιά μας

Χαῖρε, Ὑπεραγία Θεοτόκε κόσμημα τῆς ὁσίας Φανχέας
Χαῖρε, ἁγιογραφία στήν ψυχή κάθε Ὀρθοδόξου Ἰρλανδοῦ

Χαῖρε, Θεοτόκε βαθύσκια ἅρπα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ
Χαῖρε, Κεχαριτωμένη Θεοτόκε γάργαρο νερό μέ μελωδια

Χαῖρε, Θεοτόκε ἀπαλό κελάρισμα στά ρυάκια
πού σκάλισε ὁ Θεός στήν καρδιά μας

Χαῖρε, ἁγιολούλουδο στό χέρι τῆς
ψυχῆς μας πού δέν μαραίνεται ποτέ.

Χαῖρε,Ὑπεραγία Θεοτόκε!

Ποιητική Συλλογή

“Ζωγραφίζοντας Φύλλα”

Άβελ-Τάσος Γκιουζέλης




REJOICE CELTIC SAINTS

PAINTING LEAVES POEMS


Η Αγία Φανχέα (St Fanchea) του Rossory της Ιρλανδίας είναι μια Ορθόδοξη Αγία του 6ου αιώνα η οποία γεννήθηκε στο Rathmore της Ιρλανδίας, κοντά στο Clogher και ήταν αδελφή του Αγίου Ένντα (St Enda) των Νήσων Arran της Ιρλανδίας, ο οποίος με την βοήθειά της μεταστράφηκε στο Χριστό και έπειτα έγινε μοναχός και αγίασε.

Η Αγία Φανχέα (St Fanchea) ήταν μία από τις τέσσερις κόρες του Conall Derg του Oriel και της συζύγου του Briga. Οι αδελφές της ήταν η Lochinia, η Carecha και η Darenia η οποία παντρεύτηκε τον Βασιλιά Angus του Cashel.

Ο Óengus mac Nad Froích, ο πρώτος Χριστιανός Βασιλιάς του Munster της Ιρλανδίας ήθελε να παντρευτεί την Αγία Φανχέα (St Fanchea), αλλά εκείνη αποφάσισε να γίνει μοναχή. Με τη βοήθεια της αδελφής της Darenia έχτισε ένα μοναστήρι στις όχθες της λίμνης Lough Erne της Ιρλανδίας.

Η μεταστροφή του Αγίου Ένντα (St Enda)

Η Αγία Φανχέα (St Fanchea) βοήθησε στη μεταστροφή του αδελφού της Αγίου Ένντα (St Enda) ο οποίος ήταν πρώην πολεμιστής πρίγκηπας του Oriel και της είπε οτι θα άφηνε τις πολεμοχαρής συνήθειές του αν συμφωνούσε να του εδινε μια συγκεκριμένη νέα μοναχή απο το μοναστηρι για σύζυγό του.

Ο Άγιος Ένντα (St Enda) σοκαρίστηκε όταν η Αγία Φανχέα (St Fanchea) του έφερε τήν νύφη που είχε επιλέξει, αλλά η οποια μόλις είχε πεθάνει. Ο Άγιος Ένντα (St Enda) μέσα στη βαθιά του θλίψη και μετά από τις υπενθυμίσεις της Αγίας Φανχέα (St Fanchea) περί θανάτου καί Κρίσεως, μετανόησε, πίστεψε πραγματικά στο Χριστό και αποφασισε να αλλαξει τροπο ζωης.

Ο Άγιος Ένντα (St Enda) κάποιο χρονικό διάστημα παρέμεινε στο Μοναστήρι της αδελφής του υπό την πνευματική καθοδήγησή της, φτιάχνοντας παράλληλα μία αμυντική τάφρο και τοίχος γύρω από το Μοναστήρι.

Κάποια ημέρα οι πρώην συμπολεμιστές του Αγίου Ένντα (St Enda) αποπειράθηκαν να τον πάρουν πίσω και να τον αποκαταστήσουν στην προηγούμενη ζωή που έκανε. Η Άγια με το σημείο του Σταυρού ανάγκασε τα πόδια τους να κολλήσουν στη γη διδάσκοντάς τους ότι και αυτοί που επιθυμούν τα επίγεια πράγματα είναι έτσι κολλημένοι σε αυτά.  Η Αγία Φανχέα (St Fanchea) τους είπε οτι θα τους ελευθέρωνε μονο αν υπόσχονταν οτι θα μετανοούσαν όπως και έκαναν.

Νήσοι Aran, Ιρλανδία

Όταν ο Άγιος Ένντα (St Enda) το 484 ίδρυσε το πρώτο Μοναστήρι στο Killeaney, στις Νήσους Aran της Ιρλανδίας η Αγία Φανχέα (St Fanchea) μαζί με τρεις μοναχές της πήγαν να επισκεπτούν τη Μονή του για να δουν πως προχωράνε οι εργασίες. Στο μοναστήρι του Αγίου Ένντα (St Enda) οι μοναχοί ασχολούνταν με την προσευχή, τη νηστεία, το κτίσιμο της Μονής και την αντιγραφή του Ιερού Ευαγγελίου. Όταν η Αγία Φανχέα (St Fanchea) με τις τρεις μοναχές της ήταν να αναχωρήσουν πήγαν στην ακτή του Νησιού και έκανε το σημείο του Σταυρού στο νερό. Έριξε τον μανδύα της στη θάλασσα και οι τέσσερεις μοναχές άνεβηκαν επάνω στο μανδύα και έκατσαν η κάθε μία σε μια γωνία και διέσχισαν με ασφάλεια τα άγρια νερά του κόλπου, περνώντας απέναντι στην Ιρλανδία.

Η Αγία Φανχέα (St Fanchea) κοιμήθηκε το 585 από φυσικά αίτια και είναι θαμμένη στο Killane της Ιρλανδίας. Εορτάζει στίς 1 και 11 Ιανουαρίου.

Πηγή:

Wikipedia

&


Orthodox Heart Sites




Ο Σταυρός του Κολοσσαίου της Ρώμης, 

ο Άγιος Τηλέμαχος & ο Jonathan Jackson: Πως έγινα Ορθόδοξος


Ἅγιος Τηλέμαχος/Ἀλμάχιος 

ὁσιομάρτυς στή Ρώμη, ἀπό Ἀνατολή (1/1, +391)


Ο Άγιος Τηλέμαχος ήταν μοναχός του 5ου αιώνα και άγιος της Χριστιανικής Εκκλησίας που πέθανε την 1η Ιανουαρίου του 404.

Ταξίδεψε από την Ασία στη Ρώμη, θέλοντας να σώσει την πόλη. Αντιτάχθηκε στις μονομαχίες που γίνονταν στα αμφιθέατρα και ο ίδιος όρμησε στο Κολοσσαίο και φώναξε στους μονομάχους να σταματήσουν στο όνομα του Χριστού. Τότε το πλήθος άρχισε να γελάει και να τον γιουχάρει. Ένας από τους μονομάχους χτύπησε στο στομάχι τον Τηλέμαχο με το ξίφος του και εκείνος έπεσε κάτω. Σηκώθηκε και ξαναφώναξε στους δύο μονομάχους να σταματήσουν. Ένας μονομάχος τον κάρφωσε στο στομάχι με το ξίφος και εκείνος, αφού ψέλλισε για τελευταία φορά το ίδιο, πέθανε στο δάπεδο του αμφιθεάτρου, βουτηγμένος στο αίμα. Το πλήθος σιώπησε και εκκένωσε το Κολοσσαίο.

Χάρη σε αυτόν τον άγιο, την 1η Ιανουαρίου του 404 έλαβε χώρα η τελευταία μονομαχία στην Ιστορία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Εξαιτίας του θανάτου του Τηλέμαχου, έπειτα από 3 ημέρες, με αυτοκρατορικό διάταγμα καταργήθηκαν οι μονομαχίες.

Πηγή: Wikipedia


Ἅγιος Ὀδίλιος (St Odilo / Odilion) Επίσκοπος Cluny (1/1, +1049)


Ἅγιος Ευγένδος (St Eugendus / Oyend), 

ὅσιος ἡγούμενος Μονῆς στή St. Claude Γαλλίας (1/1, +510)

Ο Άγιος Εύγενδος (St Eugendus / Oyend στα γαλλικά) έγινε μοναχός 7 ετών. Αργότερα έγινε ο 4ος ηγούμενος στην αρχαία Ορθόδοξη Μονή στην πόλη Condat της Γαλλίας η οποία ύστερα ονομάστηκε Saint-Oyend και αργότερα St. Claude. Σήμερα η Μονή διατηρείται ως Μουσείο. Ο Άγιος Ευγένδος κοιμήθηκε το 510 και εορτάζει στις 1 Ιανουαρίου.


Ἅγιος Πλάτων Κούλμπους, Ἐπίσκοπος Tallinn Ἐσθονίας, 

ἱερομάρτυς στήν Ἐσθονία (1/1, +1919)


Ἅγιος Νικόλαος Μπεζανίτσκυ, Πρεσβύτερος ἱερομάρτυς στό Tartu Ἐσθονίας, 

συμμάρτυς Ἁγ. Πλάτωνος τοῦ Tallinn Ἐσθονίας (1/1, +1919)


Ἅγιος Μιχαήλ Μπλέιβ, 

Πρεσβύτερος ἱερομάρτυς στό Tartu Ἐσθονίας, 

συμμάρτυς Ἁγ. Πλάτωνος τοῦ Tallinn Ἐσθονίας (1/1, +1919)


Ἅγιος Γρηγόριος Ἐπίσκοπος Νανζιανού, 

πατέρας Ἁγ. Γρηγορίου Θεολόγου (1/1, +373)

Ο Άγιος Γρηγόριος Επίσκοπος Ναζιανζού ήταν πατέρας του αγίου Γρηγορίου θεολόγου. Η Ναζιανζός της Καππαδοκίας, λεγόταν παλιότερα Διοκαισάρεια και ο επίσκοπος Ναζιανζού Γρηγόριος ήταν από ένα των κοντινών  χωριών, την Αριανζό. Πριν μπει στον κλήρο,  ήταν ανώτερος δημόσιος υπάλληλος και σε  θέση, που μπορούσε να χρηματίζεται, όπως  κατά κανόνα έκαναν και οι συνάδελφοι του. Η τιμιότητα του όμως δεν τον άφησε να κάνει άνομο κέρδος.

Στην αρχή ο Γρηγόριος άνηκε σε μια θρησκευτική αίρεση, που οι οπαδοί της ονομάζονταν Υψιστάριοι. Στην Ορθόδοξη Χριστιανική πίστη τον οδήγησε η ευσεβέστατη και μορφωμένη σύζυγος του, Νόννα. Τότε ο Γρηγόριος ήταν πολύ νέος. Βαπτίστηκε το 325, αναδείχτηκε επίσκοπος Ναζιανζού το 328 και επισκόπευσε για 45 χρόνια. Κατά την επισκοπική του σταδιοδρομία, έζησε με τρόπο άγιο. Απ' αυτόν και τη σύζυγο του Αγία Νόνα προήλθαν τρία τέκνα, ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Άγιος Καισάριος ο ιατρός και η Αγία Γοργονία. Ο Άγιος Γρηγόριος παρέδωσε ειρηνικά και με αγιότητα την ψυχή του στον Θεό το 373.


Ἅγιος Πέτρος ὁ Πελοποννήσιος, 

νεομάρτυς στό Ὀδεμήσιο Μ. Ἀσίας, ἀπό Τρίπολι Πελοποννήσου (1/1, +1776)

Ο Άγιος Νεομάρτυς Πέτρος ο Πελοποννήσιος, καταγόταν από την Τρίπολη της Πελοποννήσου. Άγνωστο για ποιους λόγους συνελήφθη από τους Τούρκους στο Οντεμίσιο (Τέμισι) της Μικράς Ασίας το 1776 και πιεζόμενος να αρνηθεί το Χριστό στάθηκε ακλόνητος στην Χριστιανική πίστη του. Γι' αυτό τον λόγο λοιπόν τον κρέμασαν και έτσι έλαβε το στεφάνι του Μαρτυρίου.


Ἅγιος Ἀμφιλόχιος Γολοβατιούκ, ἱερομάρτυς

ἡγούμενος στή Λαύρα τοῦ Ποτσάεβ Οὐκρανίας

(12/5  ἀνακήρυξι καί μνήμη, 1/1 κοίμησι, +1971)

Ο Άγιος Αμφιλόχιος Γολοβατιούκ γεννήθηκε στις 27 Νοεμβρίου 1897 στο χωριό Ιλόβιτσα της περιοχής Σούμστσινα στην οικογένεια του Βαρνάβα Γκολοβατιούκ. Στην βάπτιση πήρε το όνομα Ιάκωβος προς τιμήν του Αγίου Ιακώβου του Πέρσου. Μάζι με τα εννιά αδέλφια του πήρε χριστιανική ανατροφή. Τον ζήλο του για προσευχή και εκκλησιασμό τα κληρονόμησε από την μητέρα του.

 Το 1912, στα 15 του χρόνια πήγε στον στρατό. Κατά τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν νοσοκόμος κάπου στην Σιβηρία.Το 1919 επέστρεψε στο χωριό του βοηθώντας τους αρρώστους που του το ζητούσαν.

Στις 8 Ιουλίου 1932, με την ευλογία του επισκόπου έγινε δόκιμος μοναχός στο Ποτσάεβ και μετά απο λίγο εκάρη μοναχός με το όνομα Ιωσήφ. Το 1933 χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος και το 1936 ιερομόναχος. Εν τω μεταξύ απεφοίτησε και απο το Θεολογικό Σεμινάριο της Λαύρας του Ποτσάεβ. Όταν έλαβε το μεγάλο σχήμα πήρε το όνομα Αμφιλόχιος. Στις 6 Απριλίου 1957 ονομάστηκε πνευματικός των προσκυνητών του Ποτσάεβ.

Το φθινόπωρο του 1962, τον συνέλαβαν οι κομμουνιστές και τον έκλεισαν στο ψυχιατρείο. Τον ελευθέρωσαν χάρη στην Σβετλάνα Αλληλούεβα,την κόρη του Στάλιν, την οποία ο άγιος είχε θεραπεύσει από μια ασθένεια.

Εγκαταστάθηκε στο πατρικό του.Τα θαύματά του ήταν αμέτρητα και ειχε το προορατικό και διορατικό χάρισμα. Εκατοντάδες άνθρωποι τον επισκέπτονταν κάθε μέρα. Πολλές φορές τους έλεγε: «Εσείς νομίζετε πως είμαι άγιος;. Ένας αμαρτωλός άνθρωπος είμαι. Οι θεραπείες οφείλονται στην πίστη σας και μόνο»!

Το 1965 μετακόμισε σε μια ανηψιά του. Στην αυλή αυτού του σπιτιού έχτισε και ένα μικρό παρεκκλήσι, όπου προσευχόνταν και άγιαζε το νερό με το οποίο θεράπευε τους ασθενείς.Έφτιαξε και ένα πολύ μεγάλο τραπέζι, όπου καλούσε τους πιστούς να γευτούν από το ευλογημένο του τραπέζι.

Έζησε 77 χρόνια. Έγιναν εναντίον του πολλές απόπειρες δολοφονίας. Πέθανε δηλητηριασμένος στις 1 Ιανουαρίου 1971.

Πηγή: 

Πέτρου Μπότση, 

Όσιος Αμφιλόχιος της Λαύρας του Ποτσάεφ


Ἅγιος Βασίλειος Πρεσβύτερος 

ἱερομάρτυς στήν Κων/πολι καί στήν Καισάρεια Μ. Ἀσίας, 

ἀπό Ἄγκυρα Μ. Ἀσίας (1/1 καί 2/1, +361)

Ο Άγιος Βασίλειος έζησε στα χρόνια του Ιουλιανού του Παραβάτη (360-363). Τον κατήγγειλαν στον έπαρχο Σατουρνίνο, ότι ειρωνευόταν και κατηγορούσε τις ενέργειες του Ιουλιανού κατά της Εκκλησίας. Τότε διατάχθηκε από τον έπαρχο να δηλώσει δημόσια άρνηση του Ιησού Χριστού. Ο πιστός Ιερέας χαμογέλασε στην απαίτηση αυτή του έπαρχου και δήλωσε ότι η ζωή του όλη άνηκε στο Ευαγγέλιο και το Σωτήρα των ψυχών. Όταν ο έπαρχος απείλησε ότι θα τον βασανίσει σκληρά αν δεν αρνηθεί το Χριστό, τότε αυτός απάντησε: «Πως δε, ενόμισας ότι εγώ θα ήρνούμην τον Χριστόν, αφού και ο τελευταίος εκ των πιστευόντων εις Αυτόν λαϊκών της ενορίας μου, είναι πρόθυμος να χύση το αίμα του δια την αγίαν μας πίστιν;». Ο Σατουρνίνος, τότε, τον βασάνισε και τον φυλάκισε. Μετά από μερικές ήμερες, πέρασε από την Άγκυρα ο Ιουλιανός. Πληροφορήθηκε για τον πρεσβύτερο Βασίλειο και διέταξε να τον φέρουν μπροστά του. Άλλα διαπίστωσε ότι η πίστη του χριστιανού Ιερέα ήταν ακόμη ισχυρότερη. Τότε έδωσε διαταγή και τον θανάτωσαν με μαρτυρικό τρόπο. Έτσι μαρτύρησε ο Άγιος Βασίλειος, το έτος 362 μ.Χ. και έλαβε το αμαράντινο στέφανο της δόξας του Θεού.


Ἅγιος Φουλγέντιος 

Ἐπίσκοπος Τύνιδος (Ρύσπης/Ruspe) Τυνησίας, 

ἐξορίσθηκε στή Σαρδηνία Ἰταλίας γιά περίπου 16 χρόνια 

καί ξαναεπέστρεψε στήν Ἀφρική, 

ἀπό Β. Ἀφρική (1/1, +533)



Ἅγιος Οὐΐλλιαμ (St William), 

ὅσιος ἡγούμενος Μονῆς στή Dijon Γαλλίας, 

ἀπό Novara Ἰταλίας (1/1, +1031)

Ο Άγιος Ουΐλλιαμ (St William) της Dijon Γαλλίας ήταν μοναχός, μεταρρυθμιστής και αρχιτέκτονας.

Ο Άγιος Ουΐλλιαμ (St William) γεννήθηκε το 962 στο φρούριο της Νήσου του San Giulio, στην λίμνη Orta στην περιοχή Novara της Ιταλίας, και πέθανε από φυσικά αίτια στο Fécamp της Γαλλίας το 1031. Υπηρέτησε την Εκκλησία ως κληρικός και ηγούμενος.

Ήταν γιος ευγενούς της Σουηβίας, του Κόμητος Roberto του Volpiano. Η μητέρα του, Περινθία, τον γέννησε κατά τη διάρκεια μιας επίθεσης στο φρούριο της Νήσου του San Giulio από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Όθων Α΄. Η επίθεση ήταν επιτυχής, και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να γίνει ο Όθων πατριός και προστάτης του γιου του Κόμητος Roberto.

Το 969, ο Άγιος Ουΐλλιαμ (St William) ξεκίνησε τις σπουδές του στο Αββαείο Βενεδικτίνων της Λοκάντας στην περιοχή Βερτσέλλι. Έγινε μοναχός σε αυτό το Αββαείο, και το 987, έγινε μοναχός στο Αββαείο του Cluny υπό του Αγίου Μαγιόλου (St Majolus).

Επίσης, αναδιοργάνωσε το Αββαείο του Σαιν Σερνίν στον ποταμό Ροδανό.

Ο Άγιος Ουΐλλιαμ (St William) χειροτονήθηκε το 990 και υπηρέτησε ως ηγούμενος στο Αββαείο του Αγίου Μπενίν στη Ντιζόν, που ήταν αφιερωμένο στον Άγιο Μπενίν (μαθητή του Αγίου Πολυκάρπου, επισκόπου Σμύρνης), πολιούχο της πόλης Ντιζόν, το οποίο ίδρυσε και έχτισε, συμπεριλαμβανομένης της εκκλησίας. Υπό την καθοδήγηση του Αγίου Ουΐλλιαμ (St William), και τον ζήλο του για την Κλουνιακή μεταρρύθμιση, το Αββαείο του Αγίου Μπενίν έγινε το κέντρο της πνευματικότητας, της εκπαίδευσης και του πολιτισμού. Επίσης, έγινε το μητρικό Αββαείο για περίπου σαράντα άλλα Αββαεία στη Βουργουνδία, τη Λωρραίνη, τη Νορμανδία, και τη βόρεια Ιταλία.

Αρχιτεκτονική

Είχε επιλεγεί ως εργολάβος για το Αββαείο του Μον-Σαιν-Μισέλ κατά τον 11ο αιώνα. Σχεδίασε την Ρωμανική εκκλησία του Αββαείου, τοποθετώντας τολμηρά το εγκάρσιο κλίτος διέλευσης στην κορυφή του βουνού. Πολλές υπόγειες κρύπτες και παρεκκλήσια έπρεπε να κατασκευαστούν για να αντισταθμίσουν αυτό το βάρος. Αυτά αποτέλεσαν τη βάση για την υποστηρικτική ανοδική δομή που μπορεί να δει κανείς σήμερα.

Έχει επίσης ανακατασκευάσει και το Αβαείο του Σεν Ζερμέν ντε Πρε στο Παρίσι.

Το 1001, κλήθηκε από τον Ριχάρδο Β΄ της Νορμανδίας να μεταρρυθμίσει το Αββαείο του Φεκάμπ (το σημερινό τμήμα του Σαιν-Μαριτίμ), όπου είχαν το παλάτι τους οι δούκες της Νορμανδίας. Αποτελούσε επίσης το σημείο που οι δούκες της Νορμανδίας είχαν επιλέξει για να ταφούν.

Πηγή: Wikipedia


Αγία Εμμέλεια / Εμιλία, μητέρα του Αγίου Βασιλείου του Μέγα

3 Ιανουαρίου & 30 Μαΐου

Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι σὲ πολλὲς περιπτώσεις πίσω ἀπὸ μεγάλους Ἁγίους βρίσκεται μία Ἁγία μητέρα. Ὁ ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας, Ἀρχιεπίσκοπος Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας καὶ τὰ ἐννέα ἀδέλφια του (μεταξὺ τῶν ὁποίων κυριότεροι ἦταν, Ἅγιος Γρηγόριος Ἐπίσκοπος Νύσσης, Ἅγιος Πέτρος Ἐπίσκοπος Σεβαστείας, Ὁσία Μακρίνα Μοναχή, Ὅσιος Ναυκράτιος μοναχός, τὰ ἄλλα πέντε ἀδέλφια ἔζησαν ἅγιο ἔγγαμο βίο), εἶχαν μητέρα τους τὴν Ἁγία Ἐμμέλεια. Οἱ ῥίζες τους περνοῦσαν φυσικὰ καὶ ἀπὸ τὸν πατέρα τοὺς τὸν Ἅγιο Βασίλειο, ἱερέα διδάσκαλο τῆς ῥητορικῆς, ἐνάρετο, εὐσεβὴ καὶ προχωροῦσαν ἀκόμα πιὸ βαθειὰ στοὺς εὐσεβέστατους γονεῖς του, στὴν μητέρα του Μακρίνα καὶ στοὺς γονεῖς τῆς Ἁγίας Ἐμμελείας, οἱ ὁποῖοι κατῆχαν μὲν ὑψηλὰ ἀξιώματα καὶ πλούτη πολλά, εἶχαν ὅμως ἀγαπήσει ἄλλους θησαυροὺς ἀφάνταστα γλυκύτερους, τοὺς πνευματικοὺς καὶ αἰώνιους. Ἀπόδειξη ἦταν ἡ θυσία τῆς ζωῆς τοῦ πατέρα της, ὁ ὁποῖος μαρτύρησε κατ᾿ ἐντολὴ τοῦ ὁρισθέντος βασιλέως. Ἡ Ἁγία Ἐμμέλεια ἔμεινε ὀρφανὴ ἀπὸ πατέρα καὶ μητέρα, ἀλλὰ μὲ μία μεγάλη κληρονομιὰ πνευματικοῦ πλούτου, ὄμορφη στὴν σωματικὴ ἐμφάνιση, ἀλλὰ πεντάμορφη στὴν ψυχή, στολισμένη μὲ ἀγάπη, προσευχὴ καὶ πίστη στὸ Σωτῆρα Χριστό, ποὺ τῆς ἔδωσε τὸν ἄνδρα ποὺ τῆς ἄξιζε, τὸν Ἅγιο Βασίλειο. Στὴ συζυγική τους ζωὴ βασίλευε ὁ ἀλληλοσεβασμός, ἡ ἀλληλοβοήθεια, ἡ ταπεινοφροσύνη, ἡ πραότητα, ἡ εἰλικρίνεια, ἡ ἐγκράτεια, ἡ προσευχή, οἱ ἐλεημοσύνες καὶ φυσικὰ ἡ τεκνογονία καὶ ἡ σωστὴ διαπαιδαγώγηση τῶν παιδιῶν τους γιὰ τὴν δόξα τοῦ Κυρίου τους. Ἡ Ἁγία Ἐμμέλεια δοκιμάστηκε μὲ πολλὲς θλίψεις ὅπως ὁ θάνατος τῶν γονιῶν της πρὶν παντρευτεῖ, ὁ θάνατος τοῦ πρώτου της γαμπροῦ, ὁ θάνατος τοῦ συζύγου της μόλις γεννήθηκε ὁ γιός της Πέτρος, ὁ θάνατος τοῦ γιοῦ της Ναυκρατίου γιὰ νὰ πάρει τὰ στεφάνια τῆς Ἁγιότητας. Ὅμως, ὁ πόνος καὶ οἱ θλίψεις δὲν τὴν νίκησαν, τόνωσε τὴν προσευχή της καὶ ἄκουσε τὴν συμβουλὴ τῆς κόρης της Μακρίνας, νὰ δοξάσουν μαζὶ τὸν Σωτῆρα τους στὴν ἀσκητικὴ ζωὴ μὲ τὶς ἄλλες μοναχές.

Πηγή: Αγιολόγιο Τσολακίδη



Ἅγιος Κλάρος 

ὅσιος στή Vienne Γαλλίας (1/1, +660)


Ἁγία Θωμαΐς, μάρτυς στή Λέσβο (1/1, 3/1 ἑορτή καί 4/1, +948)

Η Αγία Θωμαΐς γεννήθηκε στη Λέσβο, άγνωστο όμως σε ποιο ακριβώς σημείο του νησιού. Οι γονείς της, Μιχαήλ και Καλή, ήταν ευσεβέστατοι, έντιμοι, ευκατάστατοι και αποτελούσαν ζεύγος, που οι σύγχρονοι το χαρακτήριζαν «ζεύγος χρυσούν, ζεύγος τρισευδαίμον και μακάριον». Ο πατέρας της χαρακτηρίζεται «τον τρόπον χρηστός, το φρόνημα σταθερός…» και η μητέρα της «το ήθος καλλίστη, καλλίων δε την ψυχήν». Την στέρηση παιδιού την αντιμετώπιζαν «πενθούντες και σκυθρωπάζοντες», αλλά και με την ελπίδα ότι θα αποκτούσαν παιδί και για τούτο δεν έπαυαν να προσεύχονται. Τέλος, η Παναγία με θείο όνει­ρο προειδοποίησε την Καλή ότι όχι μόνο θα αποκτούσε παιδί, αλλά ότι τούτο θα ξεχώριζε σε πλούτο χαρισμάτων και αγιότητα. Πραγματικά, απέκτησαν κόρη που την ονόμασαν Θωμαΐδα, και καθώς μεγάλωνε ξεχώριζε για τα χαρίσματα που είχε αλλά και την ομορφιά της. Όπως αναφέρεται στα βιβλία: «Ξυμπάσας τας λεσβίδας κάλλει και μεγέθει διαφερόντως υπερελάσασα», ξεπέρασε δηλαδή, όλες τις κοπέλες της Λέσβου στην ομορφιά και στο ανάστημα. Παρουσίαζε «αρμονία αρίστη σωματική και πνευματική».

Αν και δεν είχε καμιά διάθεση για γάμο, αλλ’ απ’ εναντίας εθαύμαζε τη μοναστική ζωή, πειθαρχώντας στη θέληση και επιθυμία των γονιών της, παντρεύτηκε σε ηλικία 24 ετών κάποιον Στέφανο, που έγινε γι’ αυτήν «ακάνθινος στέφανος» για όλη τη ζωή της. Ενώ αυτή ήταν τόσο καλή, τόσο ενάρετη, ώστε την ήξεραν όλοι σαν υπόδειγμα συζύγου, υπέφερε φοβερά από τη βάναυση συμπεριφορά του βαρβάρου συζύγου της, που καθημερινά εύρισκε ευκαιρία να την πληγώνει στο σώμα και στη ψυχή με ξυλοδαρμούς, ραπίσματα, κλωτσιές ακόμα και στο στόμα της, να την καίει, να της ανοίγει πληγές σ’ όλο της το σώμα, να την κρεμάει δεμένη με σχοινιά για ώρες πολλές.

Από τη Μυτιλήνη έφυγαν και κατοίκησαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου φαίνεται ότι μετακόμισαν και οι γονείς της, για να ακολουθήσουν την κόρη τους, εγκαταλείποντας τη μεγάλη περιουσία τους και αντιμετωπίζοντας εκεί πολλές στερήσεις. Μετά το θάνατο του πατέρα της, η μητέρα της πήγε στο μοναστήρι, το γνωστό με το όνομα «Τα μικρά Ρωμαίου», έγινε μοναχή και αργότερα έγινε και ηγουμένη. Το δράμα της Θωμαΐδος κορυφώθηκε. Η συμπεριφορά του συζύγου της γινότανε από μέρα σε μέρα χειρότερη. Και η Θωμαΐς αντιμετώπιζε όλη αυτή τη μαρτυρική κατάσταση με την προσευχή, την υπομονή βρίσκοντας παρηγοριά στην αγαθοεργία. Μέρα και νύχτα ύφαινε, έραβε και μοίραζε φορέματα και τρόφιμα, «ορφανοίς τα σίτα (τρόφιμα) προσνέμουσα, τοις απόροις προς το ζην αναγκαίους πόρους παρέχουσα». Η αρετή της Θωμαΐδος έδινε το καλό παράδειγμα και σε άλλες γυναίκες, πού αντιμετώπιζαν δύστροπους και βάναυσους συζύγους. Πολύ σύντομα η πίστη και η αγιότητα της Θωμαΐδος ευλογήθηκε από το Θεό, πού της έδωκε τη χάρη να κάνει και θαύματα, όταν ζητούσε με τις θερμές προσευχές της τη βοήθειά Του για ανθρώπους πού υπέφεραν. Αναφέρονται δεκατέσσερα θαύματα που έγιναν με την προσευχή της αγίας Θωμαΐδος στην Κωνσταντινούπολη. Θεραπεύει έναν δαιμονιζόμενο, έναν παράλυτο, έναν άρρωστο με καρκίνο και άλλους.

Έπειτα από δέκα τριών ετών μαρτυρική συζυγική ζωή, απέθανε η Θωμαΐς σε ηλικία τριάντα οκτώ ετών. Την έθαψαν στο μοναστήρι που είχε ταφεί και η μητέρα της. Ο τάφος της και το σεπτό λείψανό της πριν ακόμα περάσουν σαράντα ημέ­ρες από το θάνατό της, έγιναν πηγή θαυμάτων. Κάποιος δαιμονιζόμενος Κωνσταντίνος, πού πλησίασε τον τάφο της, θεραπεύεται. Άλλος παράλυτος Ευτυχιανός ονομαζόμενος, που προσευχήθηκε και άγγισε το τάφο της στάθηκε στα πόδια του. Άρρωστη μοναχή με φοβερούς πόνους στο κεφάλι θεραπεύεται και άλλος με επιληψία επίσης βρίσκει την υγεία του. Κάποιος ψαράς βρίσκει τα χαμένα δίχτυα του στη θάλασσα γεμάτα ψάρια. Φοβερά άρρωστη γυναίκα με φοβερούς πόνους στα σπλάγχνα της θεραπεύεται και από ευγνωμοσύνη χτίζει πάνω στον τάφο της αγίας μεγαλοπρεπή αψίδα. Σαν τελευταίο θαύμα αναφέρεται η θεραπεία του συζύγου της, πού μετά το θάνατό της «προσέκρουσε δαίμονι χαλεπώ», έγινε δηλαδή, δαιμονιζόμενος και μάστιγα για τους πολίτες που κινδύνευαν από την δαιμονική μανία του. Με πολύ κόπο τον συνέλαβαν, τον έδεσαν με αλυσίδες και τον οδήγησαν στον τάφο της αγίας Θωμαΐδος ζητώντας να τον συγχωρέσει, να παρακαλέσει τον Θεό για την θεραπεία του, διότι όλοι πίστευαν ότι υπέφερε από τιμωρία του Θεού για την μαρτυρική ζωή στην οποία υπέβαλε την πιστή, την πονόψυχη, την ενάρετη γυναίκα του. Και πραγματικά το θαύμα έγινε. Μόλις τον απέθεσαν δεμένο στο μνήμα της θεραπεύτηκε και έζησε την υπόλοιπη ζωή του μετανοιωμένος και ενάρετος.

Η μαρτυρική συζυγική ζωή της Θωμαΐδος στον αταίριαστο γι’ αυτήν γάμο της με τον βάναυσο Στέφανο πού έκαμε το στεφάνι του γάμου της πραγματικά ακάνθινο στεφάνι, αλλά και η υπομονή με την οποία υπέφερε όλα αυτά τα δεινά, έγινε υπόδειγμα υπομονής και καρτερίας για πολλούς και πολλές που αντιμετώπιζαν παρόμοιες καταστάσεις στην οικογενειακή τους ζωή. Η προσήλωσή της στον αδιάλυτο θεσμό του γάμου, «παρεκτός λόγω πορνείας», οδήγησαν τους συγχρόνους της να την ονομάσουν Προστάτιδα του γάμου από τον κίνδυνο του διαζυγίου. Το σεπτό λείψανο της αγίας Θωμαΐδος βρισκότανε στην Κωνσταντινούπολη ακέραιο μέχρι που και οι πληγές από τους ξυλοδαρμούς φαίνονταν καθαρά στο δέρμα, μέχρι το 1204, πού έγινε η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους. Κατόπιν δεν γνωρίζουμε τι απέγινε.

Πότε έζησε η Αγία Θωμαΐς; Από τις πληροφορίες πού δίνουν τα βιβλία, φαίνεται ότι η Αγία γεννήθηκε στη Λέσβο μεταξύ των ετών 910 – 913, ότι ήλθε σε γάμο μεταξύ των ετών 934 – 937. Έτσι φαίνεται ότι έζησε τις πρώτες δεκαετίες του δεκάτου αιώνος. Η μνήμη της εορτάζεται στις 3 Ιανουαρίου.

Πηγη: Γεωργίου Π. Σωτηρίου

Θεολόγου, Τ. Διευθυντού Παιδαγωγικής Ακαδημίας


Μονή Όπτινα, Ρωσία

Άγιος Νικόλαος Αμπντούλ Ογκλί ο Τούρκος ομολογητής, 

όσιος στη Μονή Όπτινα Ρωσίας, από Bitlis Τουρκίας (1/1 και 18/8, +1893)

http://russiaofmyheart.wordpress.com

RUSSIA OF MY HEART

«Μακάριος ανήρ ος υπομένει πειρασμόν»

… Μετά την κούρα μου ή υγεία μου χειροτέρεψε και οι πειρασμοί μεγάλωσαν. Ειδικά για τρεις μέρες δέχτηκα σφοδρούς πειρασμούς, για τους οποίους δεν γνώρισα πολλά πράγματα.
Γνώριζα από τα πατερικά κείμενα και από τον πνευματικό μου π. Άνατόλιο ότι όλοι οι αμαρτωλοί λογισμοί και σκέψεις προέρχονται από τους δαίμονες και πολλοί, χωρίς να ξέρουν, νομίζουν ότι είναι δικές τους σκέψεις. Τώρα όμως κατάλαβα από την πείρα μου ότι όλοι οι αμαρτωλοί λογισμοί, όπως της πορνείας, φθόνου, κακίας, βλασφημίας κ.λπ. έρχονται πράγ­ματι στο νου μας από τους δαίμονες και ο νους μας λες και αρχίζει να κάνει διάλογο μαζί τους.

Έτσι οι δαίμονες πολλές φορές γέμιζαν το κελί μου, μου έδειχναν βρώμικες οπτασίες ουρλιάζοντας, βλασφημώντας την Εκκλησία, την Παναγία, τον Χριστό. Άκουγα τις φωνές τους πολύ καθαρά, όπως ακούμε τις φωνές των απλών ανθρώπων, και τους έβλεπα με πραγματικά σώματα. Ό κύριος σκοπός τους ήταν να με αποσπάσουν με κάθε τρόπο από την προ­σευχή μου. Φρίκη και τρόμος γέμιζε τότε την ψυχή μου, επει­δή δεχόμουν τις πιο δυνατές επιδέσεις και πειρασμούς από τους δαίμονες, όταν άρχιζα να προσεύχομαι. οι πειρασμοί και οι δαιμονικές επιδέσεις συνεχίστηκαν όχι μόνον τη νύχτα αλ­λά και την ημέρα.

«Εγώ οράσεις επλήθυνα»

Την Πέμπτη, 13 Μαΐου, γύρω στις τρεις τη νύχτα, άρχισα να διαβάζω τους χαιρετισμούς του αγίου Νικολάου του θαυματουργού. Ό Κύριος μου έστειλε τέτοια ευλογία, πού είχα πολλά δάκρυα. Όλο το βιβλίο έγινε μούσκεμα από τα δά­κρυα μου. Όταν τελείωσα τον όρθρο, άρχισα να διαβάζω τον 50ό ψαλμό «Ελέησον με ο Θεός...» και μετά το σύμβολο της Πίστεως, Το διάβασα όλο και το τελείωσα με τις λέξεις «προσ­δοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν». Εκείνη τη στιγμή κάποιο αόρατο χέρι πήρε τα δικά μου χέ­ρια, τα σταύρωσε και το κεφάλι μου περικυκλώθηκε από φωτιά, πού έμοιαζε με το κίτρινο χρώμα του ουράνιου τόξου. Αυ­τή ή φωτιά δεν με έκαιγε, αλλά γέμιζε όλο το σώμα μου με ανείπωτη χαρά, τέτοια χαρά, πού δεν είχα νιώσει ποτέ. Αύτη τη χαρά δεν μπορούμε να τη συγκρίνουμε με καμιά χαρά του κόσμου τούτου. Δεν θυμάμαι μάλιστα πότε και πώς είδα τον εαυτό μου να μεταφέρεται σε κάποια άλλη, Θαυμάσια και πα­νέμορφη περιοχή, σ' ένα τοπίο γεμάτο φως. Δεν έβλεπα σ' αύ­τη την περιοχή τίποτα άπ' όσα έχω δει στη γη. Έβλεπα μόνο μία χωρίς όρια Θάλασσα φωτός.

Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκαν δίπλα μου, από την αρι­στερή πλευρά, δυο άνθρωποι. Ό ένας ήταν νέο παλικάρι, ο άλ­λος ήταν γέροντας. Πήρα τότε την πληροφορία ότι ο ένας ή­ταν ο άγιος Ανδρέας ο δια Χριστόν σάλος και ο άλλος ή­ταν ο μαθητής του ο άγιος Έπιφάνιος. και οι δυο ήταν αμί­λητοι. Αμέσως είδα μπροστά μου ένα παραπέτασμα χρώμα­τος μπορντό. Κοίταξα ψηλότερα πάνω από το παραπέτασμα και είδα τον Κύριο Ιησού Χριστό. Καθόταν σε θρόνο και ή­ταν ντυμένος με πολύτιμα άμφια, πού έμοιαζαν του αρχιερέως, και στο κεφάλι φορούσε μίτρα. Δεξιά του Κυρίου στεκό­ταν ή Παναγία και αριστερά ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, φορώντας ρούχα πού έμοιαζαν με αυτά των εικόνων, Ό άγιος Ιωάννης κρατούσε στο ένα χέρι του το Σταυρό του Κυρίου. Αριστερά και δεξιά του Κυρίου είδα δυο πανέμορφους νέους, πού έλαμπαν από χαρά και κρατούσαν ρομφαίες όλο φως. Ε­κείνη τη στιγμή ή καρδιά μου γέμισε από ανείπωτη χαρά. Κοι­τούσα τον Σωτήρα και ένιωθα αγαλλίαση, μόνο και μόνο πού μπορούσα να βλέπω το πρόσωπο Του. Ό Κύριος φαινόταν στην ηλικία των τριάντα περίπου χρόνων. Έτσι συνειδητοποί­ησα ότι εγώ, ο μεγαλύτερος αμαρτωλός, ο χειρότερος και από σκύλο, αξιώθηκα από τον Κύριο μια τέτοια φιλανθρωπία, να βρίσκομαι μπροστά στο θρόνο της δόξας Του. Ό Κύριος με κοίταζε με τρυφερότητα, λες και ήθελε να μου δώσει δύναμη. Με το ίδιο βλέμμα με κοιτούσε ή Παναγία και ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος. Άλλα ούτε από τον Κύριο, ούτε από την Παναγία, ούτε από τον άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή αξιώθηκα να ακούσω έστω και μία λέξη.
Ακόμα, είδα μπροστά στον Κύριο Ιησού τον ιερομόναχο της σκήτης μας, τον π. Νικόλαο Λοπάτιν, ο όποιος είχε πε­θάνει από το μεσημέρι της 10ης Μαΐου και δεν τον είχαμε α­κόμη ενταφιάσει, επειδή περιμέναμε να ρθεί ο αδελφός του από τη Μόσχα. Ό π. Νικόλαος έκανε μετάνοιες μπροστά στον Κύριο, μα δεν φορούσε τα μοναχικά ρούχα, αλλά τα ρούχα του δοκίμου. Στα χέρια του κρατούσε το κομποσχοίνι και ή κεφα­λή του ήταν ακάλυπτη. Αν του είπε κάτι ο Κύριος, ή Πανα­γία, ο άγιος Ιωάννης και οι δυο νέοι, δεν πρόσεξα.
Έπειτα κοίταξα δεξιά και είδα πάρα πολλούς ανθρώπους να πλησιάζουν κοντά μου. Καθώς πλησίαζαν, άρχισα ν' ακούω όμορφες, γλυκιές ψαλμωδίες, αλλά δεν μπορούσα να ξεχωρί­σω τις λέξεις και τι ακριβώς έψελναν. Όταν πλησίασαν κοντά μου, μπορούσα να τους δω καλύτερα. Είδα τότε ότι μερικοί φο­ρούσαν άμφια αρχιερέων, ιερέων, μερικοί ήταν μοναχοί, ενώ άλ­λοι κρατούσαν κλαδιά. Είδα και αρκετές γυναίκες με πλού­σια και όμορφα ρούχα. Στα πρόσωπα αυτών των ανθρώπων αναγνώρισα πολλούς αγίους πού ήξερα από τις εικόνες: τον προφήτη Μωυσή, πού κρατούσε στο δεξί χέρι τις εντολές, τον προφήτη Δαβίδ, πού κρατούσε ένα μουσικό όργανο όμοιο με σαντούρι και έπαιξε ωραιότατες μελωδίες. Είδα και το δικό μου άγιο, τον άγιο Νικόλαο.

Μέσα σ' όλους αυτούς αναγνώρισα και μερικούς στάρετς της Οπτινα, πού είχαν ήδη κοιμηθεί, όπως τον Λεωνίδα, τον Μακάριο, τον Αμβρόσιο και μερικούς γέροντες της μονής πού ακόμη ήταν εν ζωή. Όλοι αυτοί οι άγιοι άνθρωποι του Θεού με κοιτούσαν. και τότε φάνηκε μπροστά μου, ανάμεσα σε μένα και το παραπέτασμα, μια μεγάλη, σκοτεινή και βαθιά άβυσσος, σαν χαράδρα, αλλά το σκοτάδι αυτής της χαράδρας δεν με εμπόδιζε να διακρίνω στο βάθος το βασιλιά του σκότους, έτσι όπως τον ζωγραφίζουν στις εικόνες. Στα χέρια του καθόταν ο Ιούδας, πού κρατούσε ένα σακούλι. Δίπλα του εί­χε τον ψευδοπροφήτη Μωάμεθ, πού φορούσε ένα ράσο πρά­σινου χρώματος και πάνω στο κεφάλι του ένα πράσινο τουρμπάνι. Γύρω από το σατανά, ο όποιος ήταν στο κέντρο της α­βύσσου, είδα πάρα πολλούς ανθρώπους διαφόρων ηλικιών, άνδρες και γυναίκες, αλλά δεν αναγνώρισα κανέναν από τους γνωστούς. και μέσα από την άβυσσο ανέβαιναν σε μένα φω­νές απελπισίας και φρίκης, φωνές πού δεν μπορείς να περι­γράψεις με λόγια...

«Των αθεάτων τα κάλλη»

Αυτό το φρικτό δράμα τελείωσε. Ξαφνικά βρέθηκα σ' έναν άλλο τόπο, πού ήταν γεμάτος φως και έμοιαζε με τον τόπο πού είδα την πρώτη φορά. Τους αγίους Ανδρέα και Επιφάνιο δεν τους είχα πια δίπλα μου. Είναι δύσκολο να περιγράψω τι ομορφιά υπήρχε σ' αύτή την τοποθεσία. Μια ομορφιά πού δεν περιγράφεται και δεν μπορεί να εκφραστεί με λόγια. Εάν ε­μείς κάποιες φορές συναντούμε μεγάλη δυσκολία για να περιγράψουμε την ομορφιά της γης και δεν βρίσκουμε λόγια, παίρ­νουμε τότε χρώματα και ήχους και προσπαθούμε να την περιγράψουμε με αυτά τα μέσα. Πώς λοιπόν εγώ ο φτωχός μπο­ρώ να περιγράψω τις ομορφιές του παραδείσου; Είναι εξαιρε­τικά φτωχή ή γλώσσα του ανθρώπου, για να περιγράψει τη θαυ­μάσια αύτη εικόνα.

Είδα εκεί μεγάλα, πανέμορφα δέντρα, γεμάτα καρπούς. Ή­ταν το ένα πλάι στο άλλο σαν δεντροφυτεμένος δρόμος. Δεν μπορούσα να διακρίνω πού τελειώνει αυτός ο δρόμος. Από πάνω τα δέντρα αυτά ένωναν τα κλαδιά τους και δημι­ουργούσαν έναν καταπράσινο θόλο. Ό δρόμος ήταν στρωμέ­νος με κάτι πού έμοιαζε με καθαρό χρυσάφι. Ή γη έλαμπε.
Στα δέντρα ήταν πολλά πουλιά, πού έμοιαζαν λίγο με τα που­λιά των τροπικών χωρών, αλλά ήταν πολύ πιο όμορφα. Το κε­λάηδημα αυτών των πουλιών ήταν πολύ αρμονικό και καμιά μουσική της γης δεν μπορεί να συγκριθεί με τη γλυκύτητα αυ­τών των ήχων. Κελαηδούσαν χωρίς λόγια.

Σ' αυτό το μεγάλο κήπο υπήρχε κι ένας ποταμός. Το νερό ήταν πεντακάθαρο. Στο βάθος, ανάμεσα στα δέντρα, πρόσε­ξα όμορφες μονές. Έμοιαζαν με παλάτια. Θύμιζαν λίγο τα πα­λάτια πού είχα δει στην Κωνσταντινούπολη, μόνο πού αυτές οι μονές ήταν απερίγραπτης ομορφιάς. Το χρώμα των τοίχων ήταν μοβ κι έμοιαζαν με το ρουμπίνι. Ό παράδεισος μου θύμιζε κάπως τη σκήτη μας στην Οπτινα, οπού τα κελιά των μο­ναχών βρίσκονται σε μικρή απόσταση το ένα από το άλλο και ανάμεσα τους υπάρχουν οπωροφόρα δέντρα. Ποιος έφτιαξε τη σκήτη μας με αυτό το σχέδιο, δεν ξέρω.

Ό παράδεισος ήταν περιτριγυρισμένος από έναν τοίχο. Ε­γώ είδα μόνον τη νότια πλευρά. Στον τοίχο διάβασα τα ονό­ματα των 12 αποστόλων. Δεν θυμάμαι σε ποια γλώσσα ήταν γραμμένα. Είδα επίσης κι έναν άνθρωπο πού ήταν ντυμένος με λαμπρά ρούχα και καθόταν σ' ένα θρόνο λευκού χρώμα­τος. Ήταν περίπου 60 χρονών, αλλά το πρόσωπο του, παρό­λο πού ήταν άσπρα τα μαλλιά του, ήταν σαν πρόσωπο ενός παλικαριού. Γύρω του ήταν πάρα πολλοί φτωχοί, στους ο­ποίους μοίραζε κάτι. Τότε μία φωνή μου είπε ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν ο άγιος Φιλάρετος ο Ελεήμων. Έκτος άπ' αυτόν, δεν αξιώθηκα να δω κανέναν άλλον από τους αγίους κατοίκους του παραδείσου.

Στη μέση του παραδείσου είδα τον ζωοποιό Σταυρό με τον εσταυρωμένο Κύριο. Ένα αόρατο χέρι μου έδειξε να προ­σκυνήσω το Σταυρό. Πράγματι γονάτισα μπροστά στο Σταυ­ρό και, καθώς προσκυνούσα, γέμισε ή καρδιά μου από ουρά­νια γλυκύτητα. Σαν μια θερμή φλόγα να γέμισε όλο το σώμα μου .

Ύστερα άπ' αυτό είδα μια μεγάλη μονή, πού έμοιαζε με τις άλλες μονές του παραδείσου, μόνο πού ήταν πολύ πιο ό­μορφη σε σύγκριση με τις άλλες. Ή στέγη έμοιαζε με το σόλο της εκκλησίας και ήταν τόσο ψηλή, πού χανόταν στον ουρανό. Σ' αυτή τη μονή, σ' έναν εξώστη είδα θρόνο περίλαμπρο, οπού καθόταν ή Βασίλισσα των Ουρανών. Γύρω της υπήρχαν πολύ όμορφοι νέοι με λαμπρά, κατάλευκα ρούχα και κρατού­σαν στα χέρια τους αντικείμενα πού έμοιαζαν με σκήπτρα, αλλά δεν ξεχώριζα τι ήταν ακριβώς. Ή Βασίλισσα των Ουρα­νών ήταν ντυμένη με τα ίδια ρούχα πού συνήθως ζωγραφίζε­ται στις εικόνες, μόνον πού ήταν πολύχρωμα. Στο κεφάλι της φορούσε στέμμα βασιλικό. Ή Βασίλισσα των Ουρανών με κοί­ταζε και κάτι μου έλεγε με τρυφερότητα, αλλά δεν αξιώθη­κα ν' ακούσω τα λόγια της.
Έπειτα κι άπ' αύτη την οπτασία αξιώθηκα να δω την Α­γία Τριάδα, τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, έτσι όπως απεικονίζονται στις αγίες εικόνες, δηλαδή τον Πατέρα σαν σεβάσμιο γέροντα, τον Υιό σαν νεότερο άνδρα πού κρατού­σε στο δεξί χέρι τον ζωοποιό Σταυρό και το Αγιον Πνεύμα πού έμοιαζε με περιστέρι. Την οπτασία της Αγίας Τριάδος την είδα στον αέρα. Μου φάνηκε πώς περπατούσα πολύ χρόνο μέσα στον παράδεισο απολαμβάνοντας ομορφιές του παρα­δείσου, πού δεν χωράνε στο μυαλό του ανθρώπου.

Όταν τελείωσε αυτό το όραμα και ξαναβρέθηκα μόνος στο κελί μου, ευχαρίστησα τον Θεό για αυτή τη μεγάλη παρη­γοριά και χαρά πού αξιώθηκα να δω, εγώ ο μεγάλος αμαρτωλός. Όλη την υπόλοιπη ημέρα ήμουν εκτός εαυτού, από τη μεγάλη χαρά πού γέμιζε την καρδιά μου. Τίποτα δεν μπο­ρούσε να συγκριθεί μ' αυτή τη χαρά πού ένιωθα και πού δεν ξανάζησα στη ζωή μου.

Πηγή: Στάρετς Βαρσανούφιος, Μοναχός Νικόλαος της Όπτινα, Κατα Κόσμον Γιουσούφ Ἀμπντούλ Ὀγκλί (1820-1893), ἐκδ. Ἀκρίτα, Ἀθήνα 2005

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου