Photo

4.1.17

Άγιοι: 17 Ιανουαρίου

17 Ιανουαρίου




Ορθόδοξος Συναξαριστής-Αγιολόγιο

 Κελτών Αγίων & Πάντων των Αγίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας

Συντάκτης: Άβελ-Αναστάσιος Γκιουζέλης

Email: gkiouz.abel@gmail.com

Αν κάποιος έχει ελεύθερο χρόνο και επιθυμεί να βοηθήσει στην ταξινόμηση των Αγίων (http://saintsofmyheart.wordpress.com) μπορεί να μου στήλει email στο gkiouz.abel@gmail.com για να του στήλω μερικούς Αγίους για ταξινόμηση.

http://gkiouzelis.wordpress.com
http://saintsofmyheart.wordpress.com

Το Αγιολόγιο είναι υπό κατασκευή 
με αρχή κατασκευής το 2004

Συμπεριλαμβάνονται 
& οι Ορθόδοξοι Άγιοι της Δυτικής Ευρώπης
όπου κοιμήθηκαν πριν το 1054 όπου έγινε το 
σχίσμα των Ρωμαιοκαθολικών

Επίσης συμπεριλαμβάνονται όσοι 
Νεομάρτυρες της Συρίας του 21ου αιώνα 
είναι σίγουρα Ορθόδοξοι



Αγιολόγιο Ιρλανδίας - Ορθόδοξοι Ιρλανδοί Άγιοι του Ιανουαρίου


Ἅγιοι Γενούλφος καί Γένιτος (St Genulfus & St Genitus) ὅσιοι στήν Celle-sur-Naton Γαλλίας (17/1, +3ος αἰ.)

Ἅγιος Ἀχιλλᾶς ὁμολογητής, ὅσιος ἐρημίτης στήν Αἴγυπτο (17/1, +? αἰ.)

Ἅγιος Ἰωσήφ Ἐπίσκοπος Freising Γερμανίας, ἱδρυτής Μονῆς στήν Isen Γερμανίας (17/1, +784)

Ἅγιοι Ἀντώνιος, Μέρουλος καί Ἰωάννης, ὅσιοι στή Ρώμη (17/1, +6ος αἰ.)

Ἅγιος Ριχίμιρος (St Richimirus) Ἐπίσκοπος Le Mans Γαλλίας (17/1, +715)

Ἅγιος Μακάριος Καλογερᾶς, ὅσιος στήν Πάτμο (17/1, +1737)

Ἅγιος Ἰουλιανός/Σάββας ὁ Σύρος, ὁ Σιναΐτης ὅσιος ἐρημίτης στόν ποταμό Εὐράτη Μεσσοποταμίας Ἰράκ (17/1 καί 18/10, +4ος αἰ.)

Ἅγιος Ἀντώνιος, ὅσιος στή Vologda Ρωσίας (17/1, +? αἰ.)

Ἅγιος Ἀντώνιος τοῦ Κράσνυϊ-Χόλμ (17/1, +1481) [Ἁγιολόγιο Ρωσίας]

Ἅγιος Ἀντώνιος τῆς Μαύρης Λίμνης (Τσερνογιέρσκ), ὅσιος στή Ρωσία (17/1, +16ος αἰ.)

Ἅγιος Ἔχλι, ὅσιος ἡγούμενος στό Χλανκάρβαν (17/1, +6ος αἰ.)


Άγιος Αντώνιος ο Ρωμαῖος, 

όσιος θαυματουργός στο Novgorod Ρωσίας, 

από Ρώμη [πρώην Ρωμαικαθολικός] (+1147)

17 Ιανουαρίου & 3 Αυγούστου


Ερείπια από την αρχαία Ορθόδοξη Μονή του Minster-in-Thanet της Αγγλίας 

όπου ήταν ηγουμένη η Αγία Μίλντγκυθ (St Mildgyth)


Αγία Μίλντγκυθ / Μιλντγκύθα (St Mildgyth / Mildgytha),

οσία ηγουμένη στη Μονή του Minster-in-Thanet Αγγλίας (+676)

17 Ιανουαρίου

Η Αγία Μίλντγκυθ (St Mildgyth) ήταν η μικρότερη κόρη του Merewalh Bασιλιά της Mercia και της Αγίας Eormenburh. Ήταν η νεότερη αδελφή της Αγίας Μίλντμπουρχ (St Mildburh) του Wenlock της Αγγλίας και της Αγίας Μίλντριθ (St Mildrith). Οι τρεις αδελφές έχουν παρομοιαστεί με τις τρεις θεολογικές αρετές: Mildburh για την πίστη, Mildgyth για την ελπίδα, και Mildrith για την ελεημοσύνη.

Η Αγία Μίλντγκυθ (St Mildgyth) ήταν μία Βενεδικτινή Μοναχή και αργότερα ηγουμένη στη Μονή του Minster-in-Thanet της Αγγλίας. 

Κοιμήθηκε οσιακά το 676 πριν τις αδελφές της ενώ ήταν αρκετά νέα και στον τάφο της έγιναν πολλά θαύματα.

Η εορτή της είναι στις 17 Ιανουαρίου.


Άγιος Ἀντώνιος ὁ Μέγας, 

ὅσιος ἐρημίτης στή Θηβαΐδα Αἰγύπτου

(σημ. Dayr Mari τῆς Ἐρυθρᾶς Θάλασσας τῆς Αἰγύπτου), 

πατέρας τοῦ Μοναχικοῦ βίου καί Καθηγητῆς τῆς ἐρήμου, 

ἀπό Koma (κοντά al-Minya, Heptanomis) Αἰγύπτου  (+356)

[κοίμήθηκε 105 ἐτῶν]

17 Ιανουαρίου

Ο Μέγας Αντώνιος είναι Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας και ο πρώτος ασκητής του Χριστιανισμού, που θεμελίωσε τον υγιή Μοναχισμό. Έζησε στα χρόνια των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού μέχρι και την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου και των παιδιών του. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το έζησε ως ασκητής στην έρημο και πέθανε στις 17 Ιανουαρίου του 356, οπότε και εορτάζεται η μνήμη του.

Την βιογραφία του Αγίου Αντωνίου έγραψε στην ελληνική ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας ο οποίος ως επίσκοπος Αλεξανδρείας την έστειλε αρχικά σε μοναχούς της Αιγύπτου αρχίζοντας με τη φράση "Αγαθήν άμιλλαν ενωτίσασθε". Αυτήν αντέγραψε στη συνέχεια ο Συμεών ο Μεταφραστής από τον οποίον και παρέλαβε ο Αγάπιος ο Κρης που μετέφρασε εκ του ελληνικού και καταχώρησε στον εκδοθέντα υπ΄ αυτού "Παράδεισον". Ιδιαίτερο εγκωμιαστικό λόγο στον Μέγα Αντώνιο συνέθεσε ο Ιεροδιδάσκαλος Μακάριος ο Πάτμιος.

Ο Άγιος Αντώνιος, τον οποίον οι Άγιοι Πατέρες ανακήρυξαν Μέγα, γεννήθηκε επί εποχής Δεκίου, το έτος 251 (έτος σνά) στην πόλη Κομά της Kάτω Αιγύπτου, κοντά στη Μέμφιδα, από πλούσιους αλλά ευσεβείς χριστιανούς γονείς. Από την παιδική του ηλικία τον διακατείχαν η αυτάρκεια η ολιγάρκεια και η εσωστρέφεια ένεκα των οποίων και δεν θέλησε να μάθει γράμματα ούτε να συναναστρέφεται με άλλα παιδιά προκειμένου "να μην αισθάνεται σύγχυση και ανάγκη φροντίδας", ακολουθούσε όμως τους γονείς του συστηματικά σε εκκλησιασμούς όπου και έδινε ιδιαίτερη προσοχή στα ιερά αναγνώσματα.. Όταν σε ηλικία 18 ή 20 ετών έχασε τους γονείς του απέμεινε με την μικρότερη αδερφή του, αναλαμβάνοντας ο ίδιος την φροντίδα του σπιτιού τους.

Έξι μήνες μετά το θάνατο των γονιών του ο Άγιος Αντώνιος άκουσε στην εκκλησία την Ευαγγελική περικοπή της πρόσκλησης του πλουσίου νέου, στην οποία αναφέρεται ότι ο Χριστός είπε: "πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθει μοι" (Ματθ. 19, 21). Συγκινημένος από την ευαγγελική αυτή περικοπή, διένειμε την περιουσία 300 εύφορων κτημάτων του στους φτωχούς. Επίσης, εμπιστεύτηκε την αδερφή του σ' έναν παρθενώνα ανατροφής (δεδομένου ότι μοναστήρια δεν υπήρχαν ακόμα), ενώ ο ίδιος αφού χάρισε προηγουμένως και το σπίτι του, αποσύρθηκε σ΄ ένα κελί που έκτισε ο ίδιος σε απομονωμένο μέρος πλησίον του χωριού του. μιμούμενος κάποιον γέροντα ασκητή που έτυχε να γνωρίσει και να θαυμάζει για την αρετή του.

Ο ίδιος αποσύρθηκε στην έρημο όπου έζησε ασκητικά, παραμένοντας έτσι μακριά από υλικούς πειρασμούς και διαφόρων κοινωνικών συμπεριφορών. Κατά τον χρόνο αυτό επισκεπτόταν διάφορους άλλους ασκητές που θαύμαζε την αρετή τους όπου ως "σοφή μέλισσα" επέλεγε τα άνθη της συλλέγοντας το "πνευματικό νέκταρ" της ηθικής και της αρετής. Ασκούμενος έτσι στην αγρυπνία και την προσευχή και εξ ανάγκης στη νηστεία, τρώγοντας μία φορά την ημέρα περί τη δύση του Ηλίου, ή κάθε δύο μέρες ή και τέσσερις, μόνο άρτο και αλάτι και νερό. Παράλληλα ασχολιόταν με εργόχειρο που αντάλλασσε με τα απαραίτητα επιβίωσης, τρώγοντας ελάχιστα κάθε μέρα, ενώ τα επίλοιπα συνέχιζε να τα χαρίζει σε πτωχούς. Έτσι σ΄ αυτό το διάστημα ασχολούμενος με την ανάγνωση ιερών κειμένων παρέμεινε σ΄ όλους αγαπητός, πράος, και θαυμαστός. Ποτέ δεν υπερηφανεύθη αλλά ούτε και φιλονίκησε ή λύπησε κανέναν.

Υπό το καθεστώς αυτό δεν άργησε να δέχεται τους πρώτους πειρασμούς του πονηρού πνεύματος είτε σαρκικούς, λόγω της νεότητάς του, είτε σε πονηρούς λογισμούς και ιδέες που του επέβαλε προκειμένου να διακόψει την ασκητική του ζωή. Οι πειρασμοί αυτοί αφορούσαν άλλοτε τις βιολογικές σαρκικές ορμές και απολαύσεις με οπτασίες νεαρής κοπέλας, άλλοτε με εμβόλιμες ιδέες για τη φροντίδα της αδελφής του που κινδύνευε να γίνει πόρνη και άλλοτε την φιλαργυρία, φιλοδοξία κ.ά. που όμως σ΄όλες τις περιπτώσεις απέτυχαν. Ακολούθησαν ασθένειες όπου ο Άγιος Αντώνιος με τις συνεχείς προσευχές του κατάφερε να μη τον πτοήσουν. Την πάλη αυτή είχαν αντιληφθεί ακόμα και οι επισκέπτες του οι οποίοι και τον θαύμαζαν αποκαλύπτοντάς τους ότι "Εγώ δεν ενίκησα, αλλ΄ η χάρις του Θεού, ήτις με ενίσχυσε".

Τελικά, σύμφωνα πάντα με την βιογραφία, βλέποντας το πονηρό πνεύμα ότι αδυνατούσε με τους λογισμούς να πλανήσει τον Άγιο Αντώνιο εμφανίσθηκε μπροστά του ως "μέλαν παιδίον" λέγοντάς του: "Πολλούς επλάνησα, και πολλούς κατέβαλον και ενίκησα, αλλά σε πολεμών ησθένησα". Στην ερώτηση του Οσίου ποιος είσαι εσύ, εκείνο απάντησε: "Εγώ είμαι το πνεύμα της πορνείας και γαργαλίζω τους νέους εις ταύτην την πύρωσιν. Πολλούς σώφρονας ηπάτησα και πολλάκις ετάραξα και σε, αλλά συ με ενίκησες". Ο Όσιος ευχαριστώντας στη συνέχεια τον Θεό εκδίωξε στη συνέχεια το πνεύμα λέγοντάς του "Δεν σε φοβούμαι πλέον ούτε σε υπολογίζω ποσώς επειδή είσαι μαύρος στον νουν και παιδίον αδύνατος και ευκαταφρόνητος." Μετά απ΄ αυτά το πονηρό πνεύμα έφυγε και δεν τόλμησε πλέον να τον πλησιάσει. Ο δε Όσιος συνέχισε με προσευχές και αγρυπνία να ενισχύεται σε αρετή έτοιμος ν΄ αντιμετωπίσει νέους πειρασμούς.
Ο Όσιος Αντώνιος συνεχίζοντας την ασκητική ζωή κοιμόταν σε μια ψάθα στο ύπαιθρο διδάσκοντας πως "όταν οι ηδονές του σώματος ασθενούν τότε ενδυναμώνει η ψυχή", επαναλαμβάνοντας καθημερινά τη ρήση του Αποστόλου Παύλου "Των όπισθεν επιλανθανόμενοι, τοις δε έμπροσθεν επεκτεινόμενοι".

Η βιογραφία του Αγίου που φέρεται με εξαιρετική διδαχή ασκητικής περιλαμβάνει πλήθος ιστοριών σχετικής άθλησης με σημαντικότερα σημεία τα ακόλουθα:

Τακτικά ο Όσιος Αντώνιος, προκειμένου να αποφύγει σκανδαλισμούς, κατέφευγε σε μνήματα λίγο μακράν της πόλης όπου εντός αυτών συνέχιζε την άθληση επί μέρες, εκεί γνωστός του υπηρέτης του έφερνε φαγητό. Κάποια νύκτα δέχθηκε άγρια επίθεση από πλήθος δαιμόνων αφήνοντάς τον ημιθανή. Την επομένη "Θεία Πρόνοια" όταν τον επισκέφθηκε ο δούλος του τον εξέλαβε ως νεκρό και τον μετέφερε στην πόλη στο Κυριακό. Όταν όμως συνήλθε επέστρεψε στον πρότερο τάφο.
Εκεί επαναλήφθηκε νέα επίθεση των δαιμόνων υπό μορφή άγριων ζώων και ερπετών, λέων να βρυχάται, σκορπιός προσπαθώντας να τον κεντρίζει, ταύρος να τον κερατίζει κ.ά. παραμένοντας όμως ο Όσιος ατάραχος τους είπε: "Εάν είχατε δύναμη ένας και μόνο έφθανε", "Εάν ελάβετε κατ΄ εμού εξουσίαν άνωθεν, μη αμελήτε, ει δε και δεν ελάβετε τι μάτην ταράσσεσθε;" Κατόπιν αυτών οι δαίμονες εμπαιζόμενοι εγκατέλειψαν τον Όσιο τρίζοντας τους οδόντες τους.

Έπειτα από είκοσι ολόκληρα χρόνια σκληρής ασκήσεως πνευματικού αγώνα, ακατάπαυστης προσευχής και φοβερών πειρασμών, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά σε ανθρώπους. Η αποδοχή που είχε ήταν ευρύτατη και μάλιστα έρχονταν σε αυτόν για να τους θεραπεύσει ακόμα. Θεράπευε τους ασθενείς ου προστάζων, αλλά ευχόμενος και τον Χριστόν ονομάζων. Αργότερα πήγε κοντά στα ερείπια ενός φρουρίου και κατοίκησε σε σπήλαιο χωρίς να τον βλέπει κανένας και χωρίς να δέχεται κανέναν παρά μόνο έναν γνωστό του, ο οποίος του έφερνε κάθε έξι μήνες ψωμί για ολόκληρο το εξάμηνο. Νυχθημερόν έκανε ασκητικούς αγώνες με τους οποίους νέκρωσε τα σκιρτήματα των παθών, έφτασε στο βαθμό της απάθειας, υπερβαίνοντας τα όρια της ανθρώπινης φύσης.

Το 311, στους φοβερούς διωγμούς των χριστιανών που οργανώθηκαν την εποχή του Μαξιμιανού εγκατέλειψε το ερημητήριό του και έδωσε τη σκληρή μάχη του πιστού κατά της ειδωλολατρίας και της απάτης. Το ίδιο έγινε σαράντα χρόνια αργότερα όταν σε ηλικία εκατό χρονών κατήλθε για μια ακόμη φορά, στην Αλεξάνδρεια, για να καταπολεμήσει την αίρεση του Αρείου. Είχε αλληλογραφία με το Μεγάλο Κωνσταντίνο και τους γιους του οι οποίοι τον σέβονταν βαθύτατα και ζητούσαν τις συμβουλές του. Μαρτυρείται ότι, ενώ ο Άγιος βρισκόταν ακόμα στη ζωή, έβλεπε τις ψυχές των ανθρώπων που εξέρχονταν από το σώμα τους, καθώς και τους δαίμονες που τις οδηγούσαν.

Ο Μέγας Αντώνιος πέθανε το 356 μ.Χ. Πρόβλεψε με θαυμαστή ακρίβεια το θάνατό του, ο οποίος συνέβηκε σε ηλικία "εγγύς ετών πέντε και εκατόν". Η μνήμη του γιορτάζεται από την Ορθόδοξη Εκκλησία στις 17 Ιανουαρίου. Μία από τις τελευταίες επιθυμίες του Οσίου ήταν να μη φανερωθεί ο τόπος της ταφής του. Ωστόσο, οι μοναχοί που ασκήτευαν κοντά του έλεγαν ότι κατείχαν το ιερό λείψανό του, το οποίο επί Ιουστινιανού (το 561 μ.Χ.), κατατέθηκε στην Εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στην Αλεξάνδρεια και από εκεί αργότερα, το 635 μ.Χ., μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη.

Ο βίος του και η υποδειγματική συνέπειά του, αποτελούν αιώνια πηγή, απ' όπου μπορούν οι άνθρωποι κάθε εποχής να αντλήσουν ζωντανά διδάγματα. Η άσκηση και η απομόνωση, όπως την εννοεί ο Μέγας Αντώνιος δε σημαίνει τέλεια αδράνεια του σώματος αλλά ισόρροπη συνάντηση με την ψυχή. Η προσευχή και η νηστεία αποτελούν ένα μέρος από τη δραστηριότητα του μοναχού, βοηθητικά μέσα απαραίτητα για την ανθρώπινη τελείωση.

Δίδασκε στους μαθητές του να μην θεωρούν τίποτε ανώτερο από την αγάπη του Χριστού και να μη νομίζουν ότι στερούνται κάτι αξιόλογο με την αποχή από τα κοσμικά αγαθά. Θύμιζε επίσης ότι η ανθρώπινη ζωή είναι εφήμερη, σε αντίθεση με το μέλλοντα αιώνα. Κατέληγε λέγοντας ότι δε θα πρέπει να κοπιάζουμε για την απόκτηση πρόσκαιρων αγαθών αλλά για την απόκτηση αιώνιων αγαθών, που είναι αρετές όπως η σωφροσύνη, η φρόνηση, η αγάπη και η σύνεση.

Πηγή:


Africa of my heart


Άγιος Νέννιος (St Nennius) 

Ισαπόστολος Ιρλανδίας (+6ος αἰ.)

17 Ιανουαρίου


Άγιος Αντώνιος, όσιος ηγούμενος 

Μονής του Ντυμσκ του Novgorod Ρωσίας (+1224)

17 Ιανουαρίου & 24 Ιουνίου

Ο Άγιος Αντώνιος καταγόταν από την Ρωσία και γεννήθηκε περί τα τέλη του 12ου αιώνος μ.Χ. Εξελέγη Αρχιεπίσκοπος της πόλεως Νόβγκοροντ και κοιμήθηκε το έτος 1224. Το ιερό λείψανό του ενταφιάσθηκε στον ιερό ναό της Αγίας Σοφίας Νόβγκοροντ.


Άγιος Γεώργιος νεομάρτυς στά Ἰωάννινα, ἀπό Γρεβενά (+1838)

17 Ιανουαρίου

Ο Νεομάρτυρας Άγιος Γεώργιος γεννήθηκε το 1808 στον οικισμό Τσούρχλι (σημερινό Άγιος Γεώργιος Γρεβενών) του Νομού Γρεβενών. Οι γονείς του, Κωνσταντίνος και Βασιλική, ασχολούνταν με τη γεωργία και ήταν φτωχοί. Σε ηλικία 8 ετών έμεινε ορφανός και αναζήτησε εργασία στα Ιωάννινα. Εκεί έγινε σεϊτζής (ιπποκόμος) του Χατζή Αβδουλά, αξιωματικού του Ιμίν Πασά. Στην υπηρεσία του Χατζή Αβδουλά παρέμεινε για περίπου οκτώ χρόνια.

Το 1836, ο Γεώργιος αρραβωνιάστηκε μια νεαρή ευσεβή Γιαννιώτισσα, την Ελένη. Την ημέρα των αρραβώνων του, όμως, συκοφαντήθηκε από ένα Οθωμανό Χότζα ότι είχε εξισλαμιστεί κατά τα προηγούμενα χρόνια και επανήλθε στην ορθόδοξη πίστη. Όταν ρωτήθηκε στο δικαστήριο ο Γεώργιος, χωρίς φόβο ομολόγησε ότι γεννήθηκε από χριστιανούς γονείς και ότι παρέμεινε χριστιανός καθ΄ όλη τη διάρκεια της ζωής του. Η ακρίβεια των λόγων του πιστοποιήθηκε και από το γεγονός ότι ήταν απερίτμητος και τελικά αφέθηκε ελεύθερος.

Δεν είναι εντελώς ξεκάθαρο πότε νυμφεύτηκε. Πιθανότερες ημερομηνίες είναι ο Αύγουστος του 1836 ή ανήμερα της γιορτής του Αγίου Δημητρίου του ίδιου έτους, δηλαδή 26 Οκτωβρίου 1836, ενώ κάποιοι υποστηρίζουν ότι παντρεύτηκε τον Ιανουάριο του 1837.

Το 1837 προσλήφθηκε ως ιπποκόμος στον Μουσελίμη των Φιλιατών, από όπου επέστρεψε στα Ιωάννινα το Δεκέμβρη του ίδιου έτους για τη γέννηση και τη βάφτιση του γιου του. Εκεί, στις 12 Ιανουαρίου 1838, ημέρα Τετάρτη, ο ίδιος Χότζας τον συκοφάντησε και πάλι ότι ευτελίζει τη μουσουλμανική πίστη, κατηγορώντας τον ότι ενώ προηγουμένως ήταν Οθωμανός, τώρα είναι Χριστιανός, παντρεμένος με Χριστιανή και ότι βάφτισε και το παιδί του χριστιανό.

Αφού τον συνέλαβαν, τον έκλεισαν στη φυλακή και τον πίεζαν να αλλαξοπιστήσει. Εκείνος όμως παρέμεινε αμετάπειστος, ομολογώντας ακατάπαυστα τη χριστιανική του πίστη. Ο κλήρος και ο λαός των Ιωαννίνων μάταια προσπάθησαν να προλάβουν την άδικη απόφαση του Τούρκου δικαστή κατά του Γεώργιου. Ο μητροπολίτης Ιωαννίνων, Ιωακείμ ο Χίος, μόλις πληροφορήθηκε τα γεγονότα, πήγε στο δικαστήριο για να υπερασπιστεί το Γεώργιο, αλλά ενώ προέβαλε σοβαρά επιχειρήματα, κανένα από αυτά δεν έγινε αποδεκτό. Την επόμενη μέρα, στο δικαστήριο, προσπάθησαν να πείσουν το Γεώργιο να αλλαξοπιστήσει, προτείνοντάς του σημαντικές θέσεις και αξιώματα. Εκείνος εμμένει στην πίστη του ομολογώντας για ακόμα μια φορά: "Χριστιανός είμαι". Έτσι το μαρτύριο αρχίζει.

Τον μαστιγώνουν ανελέητα, τον καίνε με βραστό λάδι και κερί, του τρυπούν τα νύχια με ακίδες, βάζουν βαριά πέτρα στο στήθος του, την οποία μόλις και μετά βίας σηκώνουν είκοσι άνδρες. Ο Γεώργιος υπομένει γενναία λέγοντας με απλότητα: «Είμαι Χριστιανός και Χριστιανός θα πεθάνω».

Την Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 1838, ανήμερα της γιορτής του Αγίου Αντωνίου, ο Άγιος απαγχονίστηκε. Το ιερό λείψανό του παρέμεινε κρεμασμένο μέχρι τις 19 Ιανουαρίου, διάστημα κατά το οποίο παρατηρήθηκαν πολλά θαυμαστά σημεία της αγιότητάς του. Ήδη από το βράδυ της Δευτέρας, 17 Ιανουαρίου, ένα φως κατέβαινε από τον ουρανό και στεφάνωνε το κεφάλι του Νεομάρτυρα. Το φως αυτό εμφανιζόταν κάθε βράδυ για όλο το τριήμερο κατά το οποίο ο Νεομάρτυρας Γεώργιος παρέμεινε απαγχονισμένος. Κατόπιν το σκήνωμά του αγοράστηκε με αντίτιμο 300 γρόσια καθώς φαίνεται από το κατάστιχο της Μητρόπολης των Ιωαννίνων και ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων, Ιωακείμ ο Χίος, συμπαραστατούμενος από τους Μητροπολίτες Γρεβενών και Άρτης, ενταφίασε το Νεομάρτυρα με τιμές στη δυτική πύλη του ιερού βήματος του μητροπολιτικού ναού του Αγίου Αθανασίου. Το μαρτύριο και την ταφή του Γεώργιου ακολούθησαν πλήθος θαυμάτων, αδιάψευστα πειστήρια της αγιότητάς του.

Στις 25 Οκτωβρίου 1971 έγινε η ανακομιδή των ιερών λειψάνων του, τα οποία εναποτέθηκαν στο ομώνυμο ναό των Ιωαννίνων, στην Πλατεία Πάργης. Ιερός ναός αφιερωμένος στη μνήμη του Αγίου υπάρχει και στη γενέτειρά του, Άγιο Γεώργιο Γρεβενών, όπου φυλάσσεται τμήμα το ιερού του λειψάνου.

Η μνήμη του τιμάται στις 17 Ιανουαρίου και αποτελεί τον πολιούχο Άγιο της πόλης των Ιωαννίνων και της γενέτειράς του, του χωριού Άγιος Γεώργιος Γρεβενών. Τέλος, ο Άγιος τιμάται ιδιαίτερα και στο χωριό Αργυρό Πηγάδι Αιτωλοακαρνανίας, όπου υπάρχει ο ομώνυμος πεντάτρουλος ναός, ο οποίος είναι ο πρώτος ναός που χτίστικε προς τιμήν του το 1847, δηλαδή μόλις 9 χρόνια μέτα το μαρτύριό του.

Πηγές:

Β. Ματθαίου, Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τόμος α΄, Αθήναι 1950
Κ. Π. Βλάχος, Βίος του Αγίου Ενδόξου Νεομάρτυρος Γεώργιου του εν Ιωαννίνοις, Ιωάννινα 2000
Χ. Γ. Δρόσος, Νεομάρτυρας Γεώργιος, ο εκ Τσουρχλίου Γρεβενών καταγόμενος και εν Ιωαννίνοις μαρτυρήσας, Πρακτικά Α΄Συνεδρίου Απανταχού Γρεβενιωτών, Γρεβενά, 1994
Σ. Φ. Σαράντης, Ο Νεομάρτυρας Άγιος Γεώργιος, Κοζάνη


Άγιος Σουλπίκιος Επίσκοπος Bourges Γαλλίας (+647)

17 Ιανουαρίου


Άγιος Αντώνιος ο νέος, 

όσιος στη Σκήτη της Βέροιας της Μακεδονίας (+9ος αι.) 

Πολιούχος Βέροιας

17 Ιανουαρίου, 1 Αυγούστου & 1 Σεπτεμβρίου

Ο όσιος πατήρ Αντώνιος ο Νέος, ο οποίος γεννήθηκε στη Βέροια της Μακεδονίας περί το 1450 1, από γονείς ενάρετους και θεοσεβείς, ασκήτεψε στην σκήτη Βεροίας κοντά στις όχθες του ποταμού Αλιάκμονα. Η βαθειά θρησκευτικότητά του, η οποία αναπτύχτηκε και κυρίευσε την προσωπικότητά του από την παιδική του ηλικία, τον κατηύθυνε να στραφεί στον ασκητισμό.

Παρ’ όλον τον πλούτο τον οποίον διέθετε η οικογένειά του καμία αγάπη δεν ένιωθε προς την κοσμική ζωή και τις απολαύσεις της. Έτσι, εγκατέλειψε τα πάντα για να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στο Χριστό. Αναχώρησε για τη μονή του Τιμίου Προδρόμου, που είναι κτισμένη στους πρόποδες των Πιερίων πώνω από τον Αλιάκμονα. Εκεί, αφού περιεβλήθη το μοναχικό σχήμα, επιδόθηκε με ζήλο στην ασκητική ζωή. Οι εξαιρετικές ασκητικές αρετές του προκάλεσαν τον θαυμασμό των συνασκητών του. Ήταν πράος, ταπεινός, εργατικός, νήστευε διαρκώς και προσευχόταν. Αλλ’ η ψυχή του φαίνεται πως ζητούσε κάτι ανώτερο: την τελεία απομόνωση από κάθε ανθρώπινη επαφή για να αφοσιωθεί τελείως στον Χριστό. Ζήτησε λοιπόν από τον Ηγούμενο της μονής να του επιτρέψει την αναχώρηση στην ερημική σκήτη για να είναι εκεί μόνος με μόνο τον Θεό. Εκείνος, μη θέλοντας να εμποδίσει τον Αντώνιο στην πραγματοποίηση της φλογερής αυτής επιθυμίας του, του επιτρέπει να αναχωρήσει. Ο Αντώνιος βρήκε ένα σπήλαιο, στη θέση Σταυρός πάνω από τον Αλιάκμονα, που το μετέβαλε σε σκήτη. Μέσα στο σπήλαιο αυτό έζησε περίπου πενήντα έτη σε αυστηρή άσκηση, τρώγοντας μόνο χόρτα από εκείνα που φύτρωναν κοντά στο σπήλαιο. Στην αρχή υπέστη φοβερά επίθεση των δαιμόνων για να εγκαταλείψει το σπήλαιο. Άλλοτε τον έδερναν, άλλοτε του παρουσίαζαν το ρεύμα του ποταμού διογκωμένο, που απειλούσε να παρασύρει και αυτόν και το σπήλαιο. Όμως ο άγιος επέμενε και με προσευχή και νηστεία τους νίκησε αναγκάζοντάς τους να φύγουν και να τον αφήσουν ήσυχο στη σκήτη του. Τα γεγονότα αυτά διηγούνταν, ένας ιερέας των γύρω χωριών, ο μόνος που γνώριζε το σπήλαιο και από καιρού εις καιρό επισκέπτονταν τον ασκητή Αντώνιο και μετέδιδε σ’ αυτόν τα άχραντα μυστήρια. Αφού λοιπόν, μέσα στο σπήλαιο αυτό έζησε πενήντα έτη, σε ηλικία ενενήντα και πλέον ετών παρέδωσε εν ηρεμία και γαλήνη την αγία ψυχή του, στον Αγαπημένο του Κύριο Ιησού Χριστό. Μία μέρα στην απέναντι του σπηλαίου όχθη του ποταμού, είχαν μεταβεί για κυνήγι κάποιο από τη Βέροια.
Σε μια στιγμή τα κυνηγετικά σκυλιά τους αρχίζουν να γαυγίζουν κοιτάζοντας προς την αντίπερα όχθη. Όταν οι κυνηγοί έστρεψαν τα βλέμματά τους προς τα κεί είδαν έναν άνθρωπο να κινεί το χέρι του και να τους καλεί να πάνε εκεί. Οι κυνηγοί νομίζοντας ότι πρόκειται περί άλλου κυνηγού, που τους καλούσε σε βοήθεια, σπεύδουν αμέσως και αφού πέρασαν τον ποταμό βρέθηκαν στο σημείο όπου είδαν τον άνθρωπο να τους καλεί.
Όμως εκεί δεν βρήκαν κανένα. Κι ενώ ερευνούσαν την περιοχή, μία θαυμάσια ευωδία τους προσελκύει στην είσοδο του σπηλαίου. Μπαίνοντας, βρήκαν το σώμα του Αγίου νεκρό, ξαπλωμένο, ενώ πάνω απ' αυτόν έκαιγε ένα καντήλι. Έτσι κατάλαβαν ότι επρόκειτο για σκήνωμα κάποιου αγίου, και με ευλαβεία το προσκύνησαν. Όταν επέστρεψαν στη Βέροια, κατευθύνθηκαν στον τότε Μητροπολίτη, στον οποίο ανέφεραν τα γεγονότα. Ο Μητροπολίτης, κρίνοντας τα θαυμαστά ταύτα περιστατικά, που του διηγήθηκαν οι κυνηγοί πείσθηκε ότι πρόκειται περί αγίου λειψάνου. Αμέσως συγκέντρωσε όλο τον ιερό κλήρο της Βεροίας και ακολουθούμενος υπό πλήθους λαού, μετέβη στην σκήτη για την παραλαβή του ιερού λειψάνου. Όταν έφθασαν εκεί βρήκαν το άγιο σκήνωμα όπως είχαν διηγηθεί οι κυνηγοί. Τότε με ψαλμούς και ύμνους, το παρέλαβαν για να το φέρουν στην Βέροια. Πριν όμως περάσουν τον Αλιάκμονα έγινε μεγάλη φιλονικία μεταξύ των κατοίκων της περιοχής και αυτων της Βέροιας. Οι ντόπιοι ήθελαν να κρατήσουν τον άγιο εκεί και να ανεγείρουν προς τιμή του ναό, ενώ οι Βεροιείς επιμένουν να μεταφέρουν αυτόν στην πόλη τους. Τότε ο Μητροπολίτης για να μην πάρει η φιλονικία μεγαλύτερες διαστάσεις προτείνει να τοποθετήσουν το σκήνωμα του αγίου σε άμαξα συρόμενη υπό βόδια, την οποία να αφήσουν ελεύθερη, να οδηγήσει ο άγιος όπου επιθυμεί να μείνει. Αυτό και έγινε. Τα βόδια έσυραν την άμαξα μόνα τους. Πέρασαν το ποτάμι και τα ενδιάμεσα χωριά, χωρίς να σταματήσουν και έφθασαν στην πόλη, χωρίς να οδηγούνται από κανέναν και κατευθύνθηκαν στον Ιερό Ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου κοντά στην οποία βρισκόταν η οικία του αγίου. Εκεί σταμάτησαν, δείχνοντας ότι εκεί επιθυμούσε να μείνει ο άγιος. Τότε ο αρχιερέας και κληρικοί παρέλαβαν το άγιο σκήνωμα και το αποθησαύρισαν εντός του ναού της Υπεραγίας Θεοτόκου. Από τότε χιλιάδες πιστών συνέρεαν και συρρέουν σε τιμητική προσκύνηση του αγίου σκηνώματος, το οποίο έγινε πηγή πολλών θαυμάτων.
Όταν, μετά από πάροδο ετών καταστράφηκε ο Ναός της Υπεραγίας Θεοτόκου, ανεγέρθη στην θέση του νέος Ιερός Ναός εις τιμήν αυτού του Αγίου Αντωνίου. Αλλά και αυτός ο ναός τη νύκτα της 4ης Φεβρουαρίου 1898 αποτεφρώθηκε από πυρκαγιά, προξενηθείσα εξ απροσεξίας των νεωκόρων.
Στην θέση του ανεγέρθη νέος μεγαλοπρεπής ναός που σώζεται ως τις μέρες μας με δωρεά της ευλαβούμενης τον Άγιο, Ευδοξίας Μαλακούση, η οποία δώρησε όλη την περιουσία της εις τον Άγιο Αντώνιο το Νέο. Τα εγκαίνια του νέου μεγαλοπρεπούς ναού έγιναν την 12ην Σεπτεμβρίου 1904 επί Μητροπολίτου Βεροίας Κυρίου Κωνσταντίνου Ισαακίδη. Δύο φορές το χρόνο, την 1η Αυγούστου και την 17η Ιανουαρίου γίνεται μεγαλοπρεπής πανήγυρις. Χιλιάδες πιστών συρρέουν από όλα τα μέρη της Μακεδονίας, στα οποία έχει φτάσει η φήμη του Αγίου Αντωνίου, πάσχοντες από διάφορες ασθένειες παραμένουν στους γύρω ξενώνες, εκκλησιαζόμενοι και προσευχόμενοι για να λάβουν την θεραπεία. Ο Θεός, διά των πρεσβειών του Αγίου Αντωνίου, θαυματουργεί και θεραπεύει ανίατες ασθένειες, πολλών πιστών, που με αληθινή πίστη ζητούν με τις προσευχές τους την επέμβαση του Αγίου.
Σήμερα ο Άγιος Αντώνιος ο Νέος είναιο Πολιούχος της Βεροίας. Όμως, η μνήμη του Αγίου τιμάται και στην Αγιά της Λάρισας, της οποίας είναι πολιούχος, μαζί με τον Άγιο Αντώνιο τον Μέγα, την 1η Σεπτεμβρίου.


Ηλίας Παναγουλάκης - Ένας πρώην άθεος τραγουδιστής:

Η συγκλονιστική μεταστροφή του & η αγιότητά του

[Σημείωση ιστοσελίδας: Ο Ηλίας Παναγουλάκης κοιμήθηκε το 1917 πρίν δημιουργηθούν οι σχισματικοί παλαιοημερολογίτες. Στη θέση που ήταν η σπηλιά του Ηλία Παναγουλάκη σήμερα βρίσκεται ένα σχισματικό παλαιοημερολογίτικο μοναστήρι & δεν κάνει να το επισκεπτόμαστε διότι είναι εκτός Εκκλησίας.]

http://workersectingreece.wordpress.com

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΡΕΣΗ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

Ἀναφέρει ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος:

«Θά σᾶς πῶ ἕνα ὠφέλιμο, ἀπό τήν πατρίδα μου. Γύρω στό 1917, 1916, κάπου ἐκεῖ, ἄν δέν μέ ἀπατᾶ ἡ μνήμη μου, ὑπῆρχε κάτω στήν πατρίδα μου, στήν Καλαμάτα, ἕνας νέος ὀνόματι ᾽Ηλίας Παναγουλάκης. Αὐτός ἦταν πάρα πολύ καλός τραγουδιστής, ἦταν καλλίφωνος καί περνοῦσε τή ζωή του μέ μερικούς ἄλλους νέους γυρίζοντας στά καλντερίμια ἐκεῖ καί τούς δρόμους καί παίζοντας κιθάρες καί ὄργανα γιά νά βγαίνουν οἱ κοπέλλες ἀπό τά παράθυρα. Εἶχε ἕνα ταβερνεῖο, στό ὁποῖο μαζεύονταν ὅλοι οἱ ἀλῆτες τῆς Καλαμάτας καί στούς ὁποίους ἐπιβαλλόταν σάν ἀρχηγός. Ὅλη ἡ ἀληταρία τῆς Καλαμάτας εἶχε ἀρχηγό τόν ᾽Ηλία τόν Παναγουλάκη. ῎Εδερνε μέ τό παραμικρό. Ἁπλῶς γιατί τόν στραβοκύτταξαν. Ἦταν πάρα πολύ χειροδύναμος. Ἀγράμματος βέβαια. Ὅλα τά ι τά ἔγραφε μέ γιῶτα. Καί ζοῦσε τή ζωή του μ᾽ αὐτό τόν τρόπο. Γλέντι καί τραγούδι και διασκέδασι. Κάποτε πέθανε ἕνας φίλος του, ἀπό τήν παρέα του. Πῆγε στήν κηδεία, στό νεκροταφεῖο. Ἄκουσε τήν φράσι τοῦ Εὐαγγελίου: “Ἀλλά μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν”. Ἀγράμματος ἤτανε, τήν κατάλαβε ὅμως, “Μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν”. Τί εἶναι τοῦτο τό πρᾶγμα; Ὑπάρχει ζωή μετά θάνατον; Πλησιάζει ἕναν ἐπίτροπο καί τοῦ ὑποβάλλει αὐτή τήν ἐρώτησι: Τί λέει; Τί φράσι εἶναι αὐτή τήν ὁποία εἶπε ὁ παπᾶς; Ὑπάρχει ζωή μετά θάνατον; Κατά θεία πρόνοια, ἔπεσε στά χέρια κάποιου εὐσεβοῦς ἐπιτρόπου, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε ἀρκετά πράγματα. Αὐτά ἦταν ἀρκετά, βέβαια καί μέ τή θέα τοῦ νεκροῦ. Εἶδε πρίν ἀπό λίγο, ὅτι ὅλα ἔληξαν, ὅλα τελείωσαν γι᾽ αὐτό τόν ἄνθρωπο, ὡς ἐδῶ ἦταν αὐτός ὁ ἄνθρωπος. Δέν μποροῦσε νά προχωρήση πιό πέρα, νά ζήση περισσότερο. Τελείωσαν ὅλα. Ὑπό τό φάσμα τοῦ θανάτου, τά λόγια αὐτά τοῦ ἐπιτρόπου βρῆκαν ἀπήχησι. Κατεβαίνει στήν πόλι… Τό νεκροταφεῖο ἀπεῖχε λίγο ἀπ᾽ τήν ἄκρη τῆς πόλεως, τώρα πιά εἶναι σχεδόν μέσα στήν πόλι. Κατεβαίνει, λοιπόν, στήν πόλι. Παίρνει μαῦρα κρέπια καί ντύνει τό δωμάτιό του. Δηλαδή ὅλους τούς τοίχους τούς ἔντυσε μέ μαῦρα κρέπια. Πουλάει ὅλα τά ἀντικείμενα τοῦ ταβερνείου. Ἀνεβαίνει στό μοναστῆρι τῆς Βελανιδιᾶς, τό ὁποῖο ἀπέχει μία ὥρα ἀπό τήν Καλαμάτα. Καί ἐξομολογεῖται σέ ἕνα καλό πνευματικό πού ὑπῆρχε τίς ἡμέρες ἐκεῖνες, μέ δάκρυα καί συντριβή μεγάλη, καί δίνει ὑπόσχεσι ὅτι θά ζήση πιά ὑποδειγματική Χριστιανική ζωή. Πηγαίνει λίγες μέρες στό χωριό του, ἀποχαιρετᾶ τούς δικούς του, ξανάρχεται στήν πόλι καί πιάνει μιά σπηλιά τῆς πόλεως καί ἀποφάσισε νά γίνη ἐκεῖ ἀσκητής. Αὐτό ἔπεσε σάν βόμβα στήν πόλι, γιατί ἦταν πασίγνωστος. Ὁ καλύτερος τραγουδιστής τῆς Καλαμάτας. Οἱ φίλοι του τόν νόμισαν τρελλό. Μπᾶ, λένε, αὐτός τρελλάθηκε καί τόν παράτησαν. Αὐτός ἄφησε γένεια, ἄφησε μαλλιά, φόρεσε ἕνα παλιόρασο, ἀπό κάποιον τό ζήτησε, καί ἔμεινε ἐκεῖ στή σπηλιά.

Πολλά παιδιά νεαρῆς ἡλικίας, τά ὁποῖα ἑλκύσθηκαν ἀπό τό παράδειγμά του, πήγαιναν νά τόν δοῦν. Τί εἶναι αὐτός ὁ ἄνθρωπος. Ἄλλοι ἀπό περιέργεια. Πήγαιναν κι αὐτός τούς δίδασκε, εἶχε βρῆ κάτι συναξάρια. Μέ τίς ἐλάχιστες γραμματικές γνώσεις τίς ὁποῖες εἶχε, προσπαθοῦσε νά διαβάζη τά συναξάρια, κάτι ἄλλα βιβλία πατερικά καί νά τούς διδάσκη. Κάποιος φίλος του τοῦ πρόσφερε χρήματα νά κτίση μερικά κελλάκια, γιατί ἀπό τά παιδιά πολλοί ἤθελαν νά μείνουν μαζί του. Αὐτός πού εἶχε τό κτῆμα στό ὁποῖο ὑπῆρχε ἡ σπηλιά τόν ἔδιωξε, τόν κυνήγησε. Τοῦ λέει, φύγε ἀπό δῶ. ῎Εφυγε, κάποιος ἄλλος τοῦ πρόσφερε μία μικρή περιοχή, στήν ὁποία ἔκτισε κελλάκια μέ τά χρήματα, τά ὁποῖα τοῦ ἔδωσε αὐτός ὁ εὔπορος κύριος. Τά κελλάκια ὑπάρχουν ἀκόμη. Οἱ πόρτες τους εἶναι τόσο μικρές, ὥστε μόνο μόνο πλαγίως μπορεῖ νά μπῆ κανείς. Αὐτό τό εἶχε κάνει ἐπίτηδες, γιά νά ὑπενθυμίζη τήν στενή πύλη τοῦ παραδείσου. Και τά κελλάκια ἦταν ἑνάμισυ μέτρο ἐπί ἕνα ὀγδόντα, δύο μέτρα… κάτι τέτοιο, πάρα πολύ μικρά. Καί αὐτός εἶχε μία σπηλιά ἐκεῖ πέρα, στήν ὁποία ἀσκήτευε. Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ἔκτισαν καί ἕνα ᾽Εκκλησάκι καί ἔκαναν ἀγρυπνίες ἐκεῖ πέρα. Ἀπό τούς πρώτους καρπούς τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, ἦταν ὁ μακαρίτης πατήρ Ἰωήλ Γιαννακόπουλος. Ἀπό αὐτόν ξεκίνησε. Δέκα πέντε ἐτῶν παιδί ἔφευγε ἀπό τό κρεβάτι του, πήδαγε ἀπ᾽ τό παράθυρο, γιατί δέν τόν ἄφηνε ὁ πατέρας του καί πήγαινε καί παρακολουθοῦσε τίς ἀγρυπνίες τοῦ Παναγουλάκη. ᾽Εγώ, βέβαια, ἤμουν ἀγέννητος τότε. Ἀπό ἀνθρώπους πού τόν πλησίαζαν τά ξέρω αὐτά, ἀπό ἀνθρώπους τέτοιους, τόν πατέρα Ἰωήλ καί ἄλλους. Ὁ π. Ἰωήλ πήγαινε ἐκεῖ καί κάποια μέρα μάλιστα, τόν ἔπιασε ὁ πατέρας του, ἔφευγε τό βράδυ ἕντεκα, ἑντεκάμισυ ὅταν κοιμόνταν καί γύριζε τό πρωΐ πέντε, πεντέμισυ ἡ ὥρα καί ξανάπεφτε στά ροῦχα· ἕνα πρωΐ, λοιπόν, τόν ἔπιασε ὁ πατέρας του καί τόν ἔδειρε ἀγρίως τόν μακαρίτη. Ὅταν ὅμως μεγάλωσε, πῆγε καί ἔμεινε μαζί του ἀρκετά χρόνια. Καί πολλοί ἄλλοι πῆγαν καί ὠφελοῦνταν ἀπ᾽ αὐτόν πάρα πολύ. Ἦταν τέτοια ἡ ἐπίδρασι τοῦ κηρύγματός του, ὥστε ὁ Διοικητής τοῦ Κέντρου τῆς Καλαμάτας ἔστελνε περιπόλους στίς προσβάσεις τῆς περιοχῆς στήν ὁποία βρισκόταν —ἕνα ὕψωμα στό ΒΑ ἄκρο τῆς πόλεως—, ἔστελνε περιπόλους γιά νά ἐμποδίζουν τούς στρατιῶτες νά πλησιάζουν. ᾽Επειδή οἱ στρατιῶτες πού πήγαιναν καί παρακολουθοῦσαν τό κήρυγμά του γύριζαν στό κέντρο καί πέταγαν τά ἀρτύσιμα φαγητά τίς Τετάρτες καί τίς Παρασκευές καί ἔμεναν ἐντελῶς ἄσιτοι. Ὑπερτόνιζε τή νηστεία, τίς ἀγρυπνίες, κυρίως αὐτά εἶναι τά γνωρίσματα τῶν ἀσκητῶν. Ἀλλά ἦταν καί ἔντονα Χριστοκεντρικός ἄνθρωπος.

Κάποτε μοῦ εἶπε ὁ πατήρ Ἰωήλ δύο περιπτώσεις οἱ ὁποῖες ἀποδεικνύουν ὅτι αὐτός ὁ ἄνθρωπος εἶχε χάρισμα ἀπό τό Θεό καί προορατικό, ἀλλά μπορῶ νά πῶ καί θαυματουργικό χάρισμα.

Τό κελλί του εἶχε στέγη καλάμια καί κεραμίδια, καί, γιά νά μήν πέφτουν κομμάτια ἀπ᾽ τά ἀσβέστια καί τά καλάμια κάτω, εἶχε βάλει ἕνα χαρτί μπλέ, ἀπ᾽ αὐτό πού τύλιγαν τά βιβλία, τό ξέρετε, τίς κόλλες αὐτές. Μεσολαβοῦσε ὅμως μεταξύ τοῦ χαρτιοῦ καί τῆς στέγης τῶν καλαμιῶν, ἕνα διάστημα δυό τρεῖς πόντοι. ᾽Εκεῖ, λοιπόν, εἶχε μπῆ ἕνα ἔντομο, ἐμεῖς στήν Μεσσηνία τά λέμε μπουρμπούδουλα αὐτά τά πράγματα, δέν ξέρω πῶς τά λέτε ἐσεῖς, αὐτά τά χρυσά, τά ὁποῖα δένουν τά παιδάκια στήν κλωστή καί τά τραβᾶνε.

—Χρυσόμυγες τά λέμε ἐμεῖς.

—Λοιπόν, εἶχε μπεῖ μιά φορά ἕνα τέτοιο πρᾶγμα καί βούιζε, τήν ὥρα κατά τήν ὁποία δίδασκε τά παιδιά, τούς νεαρούς οἱ ὁποῖοι πηγαίνανε ἐκεῖ. Αὐτοί ἄρχισαν νά γελᾶνε καί νά πειράζουν ὁ ἕνας τόν ἄλλο ἀκούγοντας τό βούουουου, πού ἔκανε πάνω αὐτό. Τό ἀντιλήφθηκε ὁ Παναγουλάκης αὐτό, κοίταξε πρός τά πάνω, σήκωσε τό χέρι καί λέει: “᾽Επιτιμήσαι σοι Κύριος, διάβολε, σατανᾶ!”. Σέ δευτερόλεπτα σταματάει.

Δεύτερη περίπτωσι, τήν ὁποία μοῦ εἶχε πῆ ὁ π. Ἰωήλ. Αὐτός, ὁ π. Ἰωήλ, ἦταν πάρα πολύ βραδύγλωσσος, ἀφάνταστα βραδύγλωσσος, στά νεάνικά του χρόνια. Γιά νά πῆ μία λέξι, ἔπρεπε νά μαρτυρήση ὁ ἄλλος, ὁ ὁποῖος τόν ἄκουγε. Τρομακτική βραδυγλωσσία, τρομακτική, καί τά τελευταῖα κάτι τοῦ εἶχε μείνει, ἀλλά μόλις διακρινόταν. Στά μαθητικά του χρόνια ἤταν ἀπαίσια βραδύγλωσσος, ἀφόρητος. Ὅπως μοῦ ἔλεγε ὁ ἴδιος καί ὅπως μοῦ λέγανε καί οἱ συμμαθητές του. Κάποτε, λοιπόν, κάτι ἤθελε νά ἐκφράση καί δέν μποροῦσε, προσπαθοῦσε πολύ ὥρα καί… καί… καί… συνέχεια ὁ καϋμένος καί δέν μποροῦσε. Τόν πλησίασε, τόν ἐθώπευσε στό κεφάλι καί τοῦ λέει: “Ἄκουσε παιδί μου, ἡ βραδυγλωσσία θά σοῦ περάση. Κάτι μόλις θά σοῦ ἀφήση, ἀλλά θά σοῦ περάση καί θά γίνης καί κήρυκας τοῦ Εὐαγγελίου”. Ἦταν τότε δεκαπέντε δεκαέξι ἐτῶν, κάτι τέτοιο.

Καί ἄλλα πολλά τέτοια. Ἄ, καί ἕνα ἀκόμη. Πρίν ἀποφασίση νά μείνη ὁριστικά στή σπηλιά, πῆγε καί βρῆκε ὅλους τούς ἀνθρώπους τούς ὁποίους εἶχε ἀδικήσει, εἶχε δείρει, εἶχε μέ ὁποιοδήποτε τρόπο βλάψει καί ζήτησε ἀπό ὅλους συγχώρεσι. Στίς φυλακές Ναυπλίου βρισκόταν ἕνας κατάδικος, σέ βαρειά ποινή, γιατί, δέν ξέρω, κάποιο ἔγκλημα εἶχε κάνει. Αὐτόν κάποτε εἶχε ἀποπειραθῆ νά τόν μαχαιρώση ὁ Παναγουλάκης. Καί εἶχε δικασθῆ, τότε, ὁ Παναγουλάκης ἕνα μικρό χρονικό διάστημα, γιατί ἔφταιγε ὁ ἄλλος. Πῆγε, λοιπόν, στό διευθυντή τῶν φυλακῶν καί τόν παρακάλεσε νά τοῦ φέρη τόν κατάδικο αὐτό νά τόν δῆ. Ὅταν ὁ κατάδικος ἄκουσε ὅτι τόν ζητᾶ ὁ Παναγουλάκης, δέν ἤθελε να παρουσιασθῆ. Ἀμάν, λέει καί ἐδῶ ἦλθε νά μέ σκοτώση. Εἶδε καί ἔπαθε ὁ διευθυντής νά τόν πείση, ὅτι δέν πάει μέ τέτοιες διαθέσεις. Τελικά πείσθηκε αὐτός καί ἄφησε νά τόν πᾶνε στό ἐντευκτήριο ἐκεῖ τῆς φυλακῆς. Ὁ Παναγουλάκης πῆγε, ἔπεσε στά πόδια, τοῦ ἔβαλε μία ἐδαφιαία μετάνοια, τοῦ φίλησε τό πόδια, τοῦ λέει μέ συγχωρεῖς γιά ὅ,τι σοῦ εἶχα κάνει. ᾽Εγώ πιά ἀποφάσισα νά ἀλλάξω ζωή, εὔχομαι κι ἐσύ νά μιμηθῆς τό παράδειγμά μου. Γύρισε, λοιπόν, καί ζήτησε συγγνώμη ἀπ᾽ ὅλους.

῎Εζησε μία ζωή ὁσιακή, κοιμόταν τρεῖς ὧρες τό εἰκοσιτετράωρο, ποτέ στό κρεβάτι. Εἶχε μέσα στή σπηλιά του αὐτή, ἡ ὁποία συγκοινωνοῦσε μέ ἕνα κελλάκι, ἕνα σκαμνάκι μικρό καί ἔβαζε τά χέρια ἔτσι, σ᾽ ἕνα μικρό τραπεζάκι, τό ὁποῖο εἶχε, ἔβαζε τά χέρια ἔτσι καί τό κεφάλι πάνω στά χέρια καί κοιμόταν τρεῖς ὧρες περίπου τό 24ωρο καθιστός. Ποτέ δέν ἔπεσε, οὔτε σέ σανίδα κάτω, καθιστός πάντοτε. ῎Ετρωγε πάντοτε μετά τή δύσι τοῦ ἡλίου,  λάδι μόνο Σάββατο καί Κυριακή, ὅλο τό χρόνο. Κρέας καί ψάρι ποτέ. Καί μόνο στά τέλη τῆς ζωῆς του, ἐπειδή πρσβλήθηκε λόγῳ τῆς μεγάλης ἀσκήσεως ἀπό καλπάζουσα φυματίωσι, μετά ἀπό ἐντονότατη πίεσι τῶν πνευματικῶν του τέκνων ἔφαγε λίγο κρεατόζουμο. Δέν ἦταν δική του κατάλυσι, βέβαια, ἀλλά εἶχε βαρύτατη φυματίωσι ὁ ἴδιος καί δέν μπόρεσε ὁ καϋμένος νά ἀντέξη καί τό 1921 ἤ 1922, δέν θυμᾶμαι ἀκριβῶς, ἔφυγε ἀπό τόν κόσμο αὐτό, ἀφοῦ διήνυσε μιά ὁσιακή ζωή καί ἀφοῦ πολλούς ἀνθρώπους ὁδήγησε στό σωστό δρόμο. Σᾶς εἶπα ἀπ᾽ τούς πρώτους καρπούς τοῦ π. ᾽Ηλία εἶναι ὁ π. Ἰωήλ ὁ Γιαννακόπουλος, ἡ ἡγουμένη τῆς Μονῆς καλογραιῶν Φιλοθέη κάτω στήν Καλαμάτα, ὁ π. Χρυσόστομος Παπασαραντόπουλος ποῦ πῆγε στήν Οὐγκάντα· ὅλοι αὐτοί ἀπό ᾽κεῖ μέσα βγήκανε, ἀπ᾽ τόν Παναγουλάκη. Ὁ π. Εὐσέβιος Θεριακῆς, ἱερομόναχος στήν Καλαμάτα. Τόσοι καί μέ τόσων ἐτῶν ἐργασία ἀρχιερεῖς καί ἱεροκήρυκες καί δέν κατορθώνουν νά βγάλουν δυό τρεῖς ἐργάτες τοῦ Εὐαγγελίου. Πλεῖστοι ὅσοι ἀρχιερεῖς καί ἱεροκήρυκες· καί αὐτός ὁ ἀστοιχείωτος ἄνθρωπος, ὁ ἀγράμματος, ἔδωσε στό Εὐαγγέλιο πάρα πολλούς ἐργάτες. Καί πολιτογράφησε στόν Παράδεισο πάρα πολλές ψυχές μέ τήν ὁσιακή του ζωή».

Πηγή:

Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ

Τό Χαμόγελο του Θεού

ἐκδ. Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός

Σταμάτα Ἀττικῆς 2012

http://www.truthtarget.gr (Ὧρες  Ἐξομολόγησης)

TRUTH TARGET


Άγιος Θεοδόσιος Α΄ ο Μέγας, αυτοκράτορας Βυζαντίου, 

από Ισπανία (17/1, +395)


Ο Μέγας Θεοδόσιος καταγόταν από την Ιβηρία και γεννήθηκε το 346 μ.Χ. Ήταν υιός του στρατηγού Θεοδοσίου, Κόμητος της Αφρικής, ο οποίος είχε διαπρέψει επί του αυτοκράτορα Ουαλεντιανού (364 - 378 μ.Χ.) και θανατώθηκε άδικα μετά από συκοφαντίες. Τότε ο υιός του, ο οποίος, επίσης, είχε διακριθεί για την ευσέβειά του και τα στρατηγικά προτερήματά του, αποτραβήχτηκε στα πατρογονικά του κτήματα στην Ισπανία και απείχε από κάθε υπηρεσία.

Όταν ο νέος αυτοκράτορας της Δύσεως Γρατιανός κληρονόμησε και το Ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας, τον πήρε κοντά του ως συνεργάτη. Μόλις έφθασε στην αυλή ο Θεοδόσιος προήχθη σε «στρατηλάτη της ίππου» και με αυτό το βαθμό, κατόρθωσε να κερδίσει μία αρκετά εντυπωσιακή νίκη κατά των Σαρματών, που επωφελούμενοι της γενικής αναταραχής είχαν στο μεταξύ εισβάλει στο ρωμαϊκό έδαφος. Η ανταμοιβή για τη νίκη ήταν η προαγωγή στο ύπατο αξίωμα: ο Γρατιανός τον έστεψε Αύγουστο της Ανατολής στην πόλη Σίρμιον που βρισκόταν στο κέντρο της ρωμαϊκής Ευρώπης. Η στέψη έγινε στις 19 Ιανουαρίου του έτους 379 μ.Χ. Ο Θεοδόσιος ήταν τότε τριάντα τριών ετών.

Πρώτο έργο του νέου Αυγούστου ήταν να καταπολεμήσει τους Γότθους στην Ιλλυρία. Αλλά πριν συντελεσθεί το έργο αυτό, ο Θεοδόσιος κέρδισε άλλο τρόπαιο επί του εδάφους της πίστεως και της Ορθοδοξίας. Με διάταγμα, το οποίο εξέδωσε στις 27 Φεβρουαρίου του 380 μ.Χ., ο Θεοδόσιος καθόριζε επί δογματικού επιπέδου την έννοια της Ορθοδοξίας, διεκήρυξε ότι μόνο οι παραδεχόμενοι τις αποφάσεις της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, που συνήλθε στη Νίκαια της Βιθυνίας, δικαιούνταν να ονομάζονται Χριστιανοί και ότι στους αιρετικούς δεν επιτρεπόταν να σφετερίζονται το όνομα της Εκκλησίας. Τέλος με τη δημοσίευση ενός ακόμη νόμου, για την εφαρμογή του οποίου χρειάσθηκε να επέμβει ο στρατός, απαίτησε την απόδοση όλων των Εκκλησιών στους Ορθοδόξους.

Ήταν δε τότε στην Κωνσταντινούπολη, ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο οποίος είχε προσκληθεί από τους Χριστιανούς προς καταπολέμηση των αιρετικών και μάλιστα των Αρειανών. Και επειδή τα φλογερά και εύγλωττα κηρύγματά του, συνδυαζόμενα με την αρετή και την αγιότητα του βίου του, είλκυσαν προς την Ορθόδοξη πίστη αμέτρητα πλήθη, οι Αρειανοί, οι οποίοι επί αυτοκράτορα Ουάλεντου είχαν γίνει πανίσχυροι στην Κωνσταντινούπολη και είχαν αρπάξει όλες τις εκκλησίες των Ορθοδόξων, εκτός του μικρού παρεκκλησίου της Αγίας Αναστασίας, σχεδίαζαν να τον διώξουν από την βασιλεύουσα. Αλλά ο Θεοδόσιος έδωσε άλλη στροφή στα πράγματα. Εκδίωξε από τον πατριαρχικό θρόνο τον Αρειανό Επίσκοπο Δημόφιλο και παρεχώρησε την θέση του στον Άγιο Γρηγόριο.

Η μεγάλη αυτή ευεργεσία του Αγίου Θεοδοσίου προς την Εκκλησία είχε λαμπρότερη ακόμα συνέχεια. Κατά το έτος 381 μ.Χ., με την ευσεβή φροντίδα του και ενέργεια, συγκροτήθηκε η Β’ Οικουμενική Σύνοδος που επικύρωσε τη δογματική διατύπωση της Α’ Οικουμενικής Συνόδου περί του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, συμπλήρωσε το Σύμβολο της Πίστεως προσθέτοντας και τον περί Αγίου Πνεύματος Όρο, εναντίων της πνευματομάχου διδασκαλίας του Μακεδονίου και κανόνισε τα της νομίμου κατοχής διαφόρων αρχιερατικών θρόνων, η οποία είχε διαταραχθεί επί της παντοδυναμίας των Αρειανών. Δύο ακόμη Σύνοδοι συνεκλήθησαν στην Κωνσταντινούπολη το 382 και το 383 μ.Χ. Σκοπός τους ήταν, αντίστοιχα, η υπογράμμιση της αυτονομίας της Εκκλησίας της Ανατολής και η θεαματική καταδίκη κάθε μορφής Αρειανισμού. Συμπληρώνοντας το έργο του ο θεοφρούρητος βασιλέας, εξέδωσε αλλεπάλληλα διατάγματα κατά των αιρετικών (Μανιχαίων, Αρειανών, Πνευματομάχων και άλλων), με τα οποία καθορίστηκαν και οι ποινές των αποστατών. Οι αποφάσεις των Συνόδων εφαρμόστηκαν αυστηρά. Επανέλαβε έντονα τον νόμο περί Κυριακής αργίας, απαγόρευσε τα θεάματα του αμφιθεάτρου και του ιπποδρόμου την Κυριακή και θέσπισε μέτρα κατά της εμπορίας των λειψάνων των Αγίων Μαρτύρων. Εμπόδισε τις ειδωλολατρικές θυσίες, τη λατρεία των ειδώλων, κάθε δημόσια και απόκρυφη τελετή των ειδωλολατρών, και κατήργησε, το 394 μ.Χ., διά νόμου, τους ολυμπιακούς αγώνες, που χρησίμευαν στη διατήρηση της πλάνης των ειδώλων. Η αυτοκρατορία ήταν πια χριστιανική και το έργο του Αγίου Θεοδοσίου έστρεφε και παγίωνε το έργο του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Για την προσφορά του στην Εκκλησία αλλά και το τεράστιο σημαντικό πολιτικό έργο του κέρδισε τον τίτλο «Μέγας». Και ο Παυλίνος, Επίσκοπος Νώλης, μέσα από τα γραφόμενά του εγκωμιάζει στο πρόσωπο του βασιλέως «όχι τόσο τον αυτοκράτορα, όσο τον δούλο του Χριστού, τον ισχυρό όχι στη μεγαλοπρέπεια του δυνάστου, αλλά στην ταπεινοφροσύνη του υπηρέτου, τον πρώτο πολίτη, όχι χάρη στο βασιλικό αξίωμα, αλλά χάρη στην πίστη του».

Ο Μέγας Θεοδόσιος ήταν πρότυπο ηγεμόνος, πλήρης ευσέβειας και δικαιοσύνης και είχε το χάρισμα της ταπεινώσεως και της συνεχούς μετάνοιας. Δύο περιστατικά της ζωής του ομιλούν γι’ αυτό.

Ήταν το 387 μ.Χ. που ο Άγιος αποφάσισε να τιμωρήσει αυστηρά, με ποινή αίματος, τους κατοίκους της μεγάλης Θεουπόλεως Αντιόχειας. Οι Αντιοχειανοί είχαν εξεγερθεί και είχαν καταρρίψει όλους τους ανδριάντες που υπήρχαν προς τιμή του αυτοκράτορα και της συζύγου του Πλακίλλας. Η αυτοκράτειρα η ίδια αλλά και ο Πατριάρχης της πόλεως Φλαβιανός συμπαραστατούμενοι από τους μοναχούς της περιοχής, ικέτευαν το βασιλέα Θεοδόσιο να φανεί σπλαγχνικός και να τους συγχωρήσει. Πράγματι, ο Θεοδόσιος άλλαξε απόφαση και το Πάσχα του 387 μ.Χ. έδωσε αμνηστία.

Το άλλο γεγονός συνέβη το έτος 390 μ.Χ., όταν ο Θεοδόσιος έγινε και αυτοκράτορας της Δύσεως. Εγκαταστάθηκε στα Μεδιόλανα, το σημερινό Μιλάνο της Ιταλίας, και τιμώρησε με πολύ αυστηρό τρόπο μια εξέγερση των Θεσσαλονικέων, δίδοντας διαταγή να θανατώσουν πολλές χιλιάδες ανθρώπων στο αμφιθέατρο της πόλεως. Κάποιος δημοφιλής ηνίοχος του ιππόδρομου είχε κατηγορηθεί για εγκληματική πράξη και είχε φυλακισθεί από τον αρχηγό της εκεί φρουράς Βουθέριχο. Αλλά το πλήθος, προκειμένου να γίνουν οι ιπποδρομίες, απαίτησε την αποφυλάκιση του ηνιόχου. Ο Βουθέριχος αρνήθηκε, αλλά ο λαός στασίασε και φόνευσε τον Βουθέριχο και πολλούς στρατιώτες. Ο θυμός που ένιωθε ο Θεοδόσιος ήταν τόσο μεγάλος που, υπακούοντας στην παρόρμηση της στιγμής, διέταξε να περικυκλώσει ο στρατός τον ιππόδρομο την ημέρα των αγώνων και να σφάξει όλους τους θεατές. Για τη διαταγή αυτή αμέσως μετανόησε ο Θεοδόσιος, αλλά η ανάκλησή της έφτασε στη Θεσσαλονίκη αφού πια είχαν σφαγεί επτά χιλιάδες πολίτες. Μετά από αυτό το έγκλημα, όταν ο Θεοδόσιος θέλησε να εισέλθει στον καθεδρικό ναό του Μιλάνου, ο Άγιος Αμβρόσιος στάθηκε στη θύρα και απαγόρευσε την είσοδο στον αυτοκράτορα. Όλοι περίμεναν το ξέσπασμα του θυμού του Θεοδοσίου. Όμως εκείνος υπάκουσε ταπεινά, ζήτησε με δάκρια στα μάτια συγγνώμη και ταπεινωμένος γύρισε στα ανάκτορα. Εκτέλεσε τον κανόνα της μετάνοιας που του έβαλε ο Επίσκοπος και όταν το επιτίμιο συμπληρώθηκε, ο Θεοδόσιος, ύστερα από οκτώ μήνες, προσήλθε στην Εκκλησία, σαν ένας κοινός άνθρωπος, με έναν απλό χιτώνα, χωρίς κανένα διακριτικό του αξιώματός του, άκουσε τη συγχωρητική ευχή και κοινώνησε κατά την εορτή των Χριστουγέννων λέγοντας τον λόγο του Δαυίδ: «Εκολλήθη τω εδάφει η ψυχή μου, ζήσόν με κατά τον λόγον σου». Καρπός της μετάνοιάς του, που παραδειγμάτισε τον λαό του, ήταν ένας νόμος που έλεγε πως κανείς καταδικασμένος σε θάνατο δεν θα εκτελείτο, αν δεν περνούσαν τριάντα ημέρες από την λήψη της καταδικαστικής αποφάσεως.

Τόση ήταν η μετάνοια του Θεοδοσίου του Μεγάλου, ώστε ο Άγιος Θεός ευδόκησε να του δωρίσει το χάρισμα της θαυματουργίας. Διηγούνται οι βιογράφοι του, ότι κατά την διάρκεια ενός προσκυνήματός του στα Ιεροσόλυμα, ο αυτοκράτορας εμφανίστηκε ενδεδυμένος σαν απλός άνθρωπος και πλησιάζοντας τις θύρες του ναού της Αναστάσεως προσευχόταν. Τότε, οι πόρτες άνοιξαν μόνες τους διάπλατα και ο ναός άστραφτε στο φως. Ο Κύριος υποδεχόταν τον ταπεινό αυτοκράτορα και δούλο Του.

Ο Θεοδόσιος είχε αντιγράψει με το χέρι του όλο το Ευαγγέλιο, το οποίο μελετούσε καθημερινά. Έλεγε πως χαιρόταν περισσότερο που ήταν μέλος της Εκκλησίας παρά επίγειος βασιλέας. Όμως οι κακουχίες των δεκαέξι χρόνων από τη διακυβέρνηση είχαν κλονίσει ανεπανόρθωτα την υγεία του Θεοδοσίου. Έτσι πέρασαν δεκαέξι χρόνια ευσεβούς βασιλείας. Ο Άγιος κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 395 μ.Χ. Το σκήνωμά του εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα και την τεσσαρακοστή ημέρα ο Επίσκοπος Μεδιολάνων Αμβρόσιος, εξεφώνησε τον επικήδειο, που καθιέρωνε τον Θεοδόσιο ως τον τύπο του παραδειγματικού Ορθόδοξου ηγεμόνος. Ο Άγιος ενταφιάσθηκε στο ναό των Αγίων Αποστόλων, δίπλα στο μνημείο του Μεγάλου Κωνσταντίνου και των διαδόχων του.


Άγιος Αντώνιος Καντακουζηνός ο Μετεωρίτης,

ιδρυτής της Μονής Αγίου Στεφάνου Μετεώρων (+15ος αιώνας)

17 Ιανουαρίου

Ο αρχιμανδρίτης Άγιος Αντώνιος (Καντακουζηνός) υπήρξε κτίτωρ και ηγούμενος της μονής Αγίου Στεφάνου, κατά το πρώτο μισό του ιε’ αιώνα. Οι ελάχιστες μαρτυρίες που διαθέτουμε γύρω από το πρόσωπό του είναι αρκετά συγκεχυμένες, καθώς ανάγονται σε πολύ μεταγενέστερους χρόνους (περίπου τον ιη’ αι.)

Το επώνυμο του «Καντακουζηνός», το οποίο δεν είναι και σίγουρο, το συναντούμε σε σημείωμα ενός λειτουργικού χειρογράφου, υπ’ αριθ, 143 της μονής του Αγίου Στεφάνου: «εγράφη παρά αντονήου Κατακοζηνού κ(αι) κτήτορ του αγίου Στεφάνου πλησίον της με(γάλης Θομής, ονομαζόμενον Σταγούς) έτος αυδω (=1404)». Ίσως ο κώδικας αυτός, όπως συμβαίνει μέχρι σήμερα αποδιδόταν παλιότερα, κατά παράδοση, στον κτίτορα και ηγούμενο της μονής του Αγίου Στεφάνου Αντώνιο (Καντακουζηνό) και κάποιος πρόσθεσε εκ των υστέρων το μεταγενέστερο αυτό σημείωμα. Κατά συνέπεια παραμένει αβέβαιο και αναπόδεικτο, εάν ο κώδικας αυτός είναι αυτόγραφος του Αντωνίου (Καντακουζηνού).

Το συναντούμε επίσης και σε μεταγενέστερη και αμφισβητούμενη μαρτυρία του ιερομονάχου της μονής του Αγίου Στεφάνου Αρσενίου, η οποία έχει συμπεριληφθεί σε υπόμνημα του έτους 1786, που ο ίδιος συνέταξε «περί του μοναστηρίου Μπουτόϊ, μετοχίου της μονής Αγίου Στεφάνου των Μετεώρων εν Βλαχία». Στο υπόμνημα αυτό αναγράφεται ότι β’ ηγούμενος του Μπουτόϊ υπήρξε «ο αρχιμανδρίτης κυρ Αντώνιος ο Καντακουζηνός, και πάλιν υπέστρεψεν εις τα Μετέωρα εις τον άγιον Στέφανον, και έστειλεν ηγούμενον τον κυρ Νείλον αρχιμανδρίτην», «όστις Νείλος εστάλη δια να ηγουμενεύση εις το Μπουτόϊ εις τους 6921 (=1413)».

Και σε ένα άλλο γράμμα του έτους 1413, που αναφέρεται στη αφιέρωση της κάρας του Αγίου Χαραλάμπους στη μονή του Αγίου Στεφάνου των Μετεώρων, γίνεται μνεία «του αρχιμανδρίτου του…. Μοναστηρίου (του Αγίου Στεφάνου των Μετεώρων) κυρ Αντωνίου (Καντακουζηνού)».

Η τάση όμως και η διάθεση των μοναχών να θεωρούν κτίτορες ή ανακαινιστές των μοναστηριών τους ένδοξους βασιλείς και αυτοκράτορες ή γόνους αυτών, κυρίως για λόγους δόξας και ακτινοβολίας, είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί σύγχυση και να θεωρηθεί ως κτίτωρ της μονής του Αγίου Στεφάνου αντί του Αντωνίου ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ιωάννης ΣΤ’ ο Καντακουζηνός (1347-1355).

Τέλος, ο D. Nicol αποδεχόμενος και γνώμες παλαιοτέρων, υποστηρίζει ότι ο αρχιμανδρίτης Αντώνιος (Καντακουζηνός) ήταν γιος της βασίλισσας Μαρίας Καντακουζηνής († μετά το 1359), κόρης του Βυζαντινού αυτοκράτορα Ιωάννου ΣΤ΄ Καντακουζηνού και του δεσπότου της Ηπείρου Νικηφόρου Β’ Orsini († 1359). Εάν λάβουμε υπόψη την παραπάνω άποψη, τότε ο κτίτωρ της μονής του Αγίου Στεφάνου όσιος Αντώνιος (Καντακουζηνός) πρέπει να θεωρηθεί εγγονός του αυτοκράτορα Ιωάννου ΣΤ΄ Καντακουζηνού (και μετέπειτα μοναχού με το όνομα Ιωάσαφ), και πρώτος ξάδελφος του βασιλέως Ιωάννη Ούρεση Παλαιολόγου – μοναχού Ιωάσαφ, του δεύτερου δηλαδή κτίτορος (1387-88) της μονής Μεταμορφώσεως των Μετεώρων, γιατί η μητέρα του Ιωάννη  - Ιωάσαφ μοναχού, Θωμαίς, ήταν αδελφή του Νικηφόρου Β’ της Ηπείρου.

Στη συγγένεια αυτή του οσίου με τους Ελληνοσέρβους ηγεμόνες της δυναστείας των Νεμανίδων μπορεί να αποδοθεί και η αφιέρωση της μονής στον πρωτομάρτυρα Στέφανο, όνομα το οποίο συναντούμε στους περισσότερους Σέβρους ηγεμόνες.

Η παραπάνω όμως πληροφορία γύρω από τη συγγένεια του οσίου Αντωνίου με Βυζαντινούς αυτοκράτορες και Σέρβους βασιλείς παραμένει ανεπιβεβαίωτη και αναπόδεκτη, καθώς περιορίζεται μόνο στην ταύτιση του επωνύμου του Αντωνίου με το επώνυμο της μητέρας του Μαρίας Καντακουζηνής, χωρίς να γίνεται καμία αναφορά στο επώνυμο (Orsini) του πατέρα του Νικηφόρου Β’ της Ηπείρου.

Τοιχογραφία του οσίου Αντωνίου (Καντακουζηνού) έχουμε στο ναύδριο του Αγίου Στεφάνου. Στο νάρθηκα, αριστερά ως προς τον εισερχόμενο, δίπλα στον αρχάγγελο Γαβριήλ, εικονίζεται ολόσωμος με τη μοναχική του ενδυμασία (μανδύα – κουκόλιο- μέγα σχήμα) κι με την κεφαλή του να περιβάλλεται από φωτοστέφανο, όπως συμβαίνει πάντοτε με όλους τους Αγίους της Εκκλησίας. Η παράσταση φέρει την επιγραφή: Ο ΟΣΙΟΣ Π(ΑΤ)ΗΡ ΗΜΩΝ ΑΝΤΩΝΙΟΣ Κ(ΑΙ) ΚΤΗΤΩΡ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Στο χέρι του κρατάει ειλητάριο, στο οποίο αναγράφεται: «ει π(ατε)ρα καλείν με θέλετε, μιμεισθε μου τας πραξεις και τ(ον) βίον».

Νεότερη ιστόρηση των οσίων Αντωνίου και Φιλοθέου, κτιτόρων της ιεράς μονής Αγίου Στεφάνου, έχει γίνει στο Καθολικό της μονής από τον αγιογράφο Βλάσιο Τσοτσώνη το έτος 1995.

Αυτά τα ελάχιστα γνωρίζουμε γύρω από το πρόσωπο του οσίου Αντωνίου (Καντακουζηνού) κτίτορα της μονής Αγίου Στεφάνου. Δεν μας είναι γνωστά αγιολογικά κείμενα (ακολουθίες – κανόνες, συναξάριο ή βίος), που να αναφέρονται σε αυτόν. Ούτε ημερομηνία εορτασμού της μνήμης του αναγράφεται πουθενά. Η ιερά μονή του Αγίου Στεφάνου τιμά την μνήμη του στις 17 Ιανουρίου, μαζί με το β’ κτίτορά της όσιο Φιλόθεο.

Πηγή:

http://agiameteora.net/index.php/meteora-oi-katakomves-tou-ouranou/149-oi-agioi-ton-meteoron/6274-o-agios-antonios-ktitor-tis-i-m-ag-stefanou.html

Άγια Μετέωρα


Άγιος Φιλόθεος ο Μετεωρίτης (16ος αιώνας)

17 Ιανουαρίου

Δεύτερος κτίτορας και ανακαινιστής της μονής του Αγίου Στεφάνου μαρτυρείται, κατά τα πρώτο μισό του ιστ΄ αιώνα, ο ιερομόναχος όσιος Φιλόθεος από τη Σθλόταινα ή Σκλάταινα, σημερινό χωριό Ρίζωμα της επαρχίας Τρικάλων.

Τα ιστορικά στοιχεία για τον όσιο Φιλόθεο δεν είναι αρκετά. Η κυριότερη πηγή είναι το σιγίλλιο του Οικουμενικού Πατριάρχη Ιερεμίου Α’ του έτους 1545 μ.Χ. Δυστυχώς το εν λόγω σιγίλλιο δεν διασώζεται στην ιερά μονή Αγίου Στεφάνου. Διέσωσε όμως το μεγαλύτερο μέρος αυτού ο P. Uspenskij, ο οποίος τον Απρίλιο του 1859 επισκέφθηκε τη μονή και αντέγραψε το μεγαλύτερο μέρος του.

Ο Πατριάρχης Ιερεμίας ο Α’ πατριάρχευσε κατά τα έτη 1522/1524, 1525/1546. Κατά τη διάρκεια της μεγάλης του πατριαρχείας ανέλαβε επανειλημμένως ποιμαντορικές περιοδείες κυρίως ανά την Ελλάδα: Άγιον Όρος, Μακεδονία, Βοιωτία, Μετέωρα, Ήπειρο από την οποία και καταγόταν (Ζίτσα). Ο Ιερεμίας συνετέλεσε στην ανάκτιση της ιεράς μονής Σταυρονικήτα. Στο καθολικό της μονής αυτής σώζεται τοιχογραφία του ως κτίτορα.

Ο Φιλομόναχος Οικουμενικός Πατριάρχης Ιερεμίας το 1540 επισκέφθηκε την ιερά μονή Μεγάλου Μετεώρου και αφού είδε τα προηγούμενα πατριαρχικά και μητροπολιτικά σιγιλλιώδη γράμματα εξέδωσε σιγίλλιο, το οποίο κατοχυρώνει το «αδέσποτον και ακαταδούλωτον (της μονής)… εκ παντός προσώπου εκκλησιαστικού και των εν τέλει».

Το 1542 ο Πατριάρχης Ιερεμίας ο Α’ εξέδωσε γράμμα βεβαιωτικό «δι΄ου επικυρούται η εις την μονήν του Μεγάλου Μετεώρου γενόμενη αφιέρωσις του μονυδρίου του προφήτου Ηλίου».

Ο ίδιος Πατριάρχης επικύρωσε τη διαθήκη των οσίων Νεκταρίων και Θεοφάνη, κτιτόρων της ιεράς μονής Βαρλαάμ.

Το υπέρ της μονής του Αγίου Στεφάνου σιγίλλιο του Ιερεμίου Α’ συμπεριλαμβάνεται εν περιλήψει σε μεταγενέστερο σιγίλλιο του έτους 1720 του Πατριάρχου Αλεξανδρείας Σαμουήλ, το οποίο κατοχυρώνει τα προνόμια και την κτηματική περιουσία της μονής του Αγίου Στεφάνου:

Παραθέτω κατωτέρω το κείμενο του σιγιλλίου του Ιερεμίου Α’, όπως το διέσωσε ο P. Uspenskij εξ αντιγραφής από το πρωτότυπο που βρισκόταν στη μονή του Αγίου Στεφάνου:

«† Επειδή ζήλω θείω κινηθείς ο οσιωτατος εν ιερομονάχοις κύριος Φιλόθεος ανεκαίνισεν τον σεβάσμιον και θείον ναόν, τον εις όνομα τιμώμενον του αγίου αρχιδιακόνου Στεφάνου, τον κείμενον εν τη κορυφή, έχων συνεργόν και βοηθόν εις την έξοδον αυτήν και τον εν ιερομονάχοις Κύριον Γεράσιμον (…) αλλά δη και τους λοιπούς μοναχούς, τους ενασκουμένους εν τω ρηθέντι σεβασμίω ναω και ως ειπείν εκ βάθρων θεμελίων τούτον ανήγειρεν και εκόσμησεν ο ρηθείς οσιώτατος ιερομόναχος, και κέλλας γύρωθεν πήξας προς αναπαυσιν των ενασκουμένων εκείσε και των άλλως πως παρατυγχανόντων και λοιπαις οικοδομαίς ανακτίσας και βελτιώσας αυτήν, έτι δε σκεύη και βιβλία εκκλησιαστικά συνάξας και ιερέων αλλαγάς και τ’ άλλα πάντα τα αρμόζοντα τη μονή, προς τοις δε και μετόχιον εν τη χώρα της Σθλάταινας ποιήσας, και τοιούτον μετά των λοιπών αδελφών καλλιεργήσας και γην εν τούτω ποιήσαντες διάφορον προς εργασίαν των τροφίμων αυτών, και αμπελώνας γύρωθεν αυτου αφιερώσαντες, πατρικά όντας κτήματα αυτών, έτι δε και έτερον αμπελώνα πλησίον του μονυδρίου αυτού φυτεύσαντες και πάντα όσα ην υπό την δύναμιν αυτών κατασκευάσαντες και κοιβιακώς ζην επαγγειλάμενοι, εζήτησαν τη ημών μετριότητι, ίνα δια γράμματος αυτής πατριαρχικού βεβαιώσωμεν αυτήν, του είναι ακαταπάτητον παρά <του> θεοφιλεστάτου επισκόπου Σταγών και του οσιωτάτου καθηγουμένου της σεβασμίας και βασιλικής του Μετεώρου μονής, και των λοιπών των εν τη Σκήτη ως έξωθεν ουσαν των συνόρων της Σκήτεως αυτής και μηδ … την αναφοράν και αίτησιν αποδεξαμένη το παρόν γράμμα απολύει τη μονή ταύτη, δι’ ου και εν Αγιω παρακελευεται πνεύματι ίνα μένη η μονή αυτή κοινόβιον καθαρ΄ν τε και άδολον και πράττωσι και φυλάττωσι πάντα τα εν τοις κοινοβίοις τελούμενα, έχοντες πάντα κοινά τα τε βρώσιμα και πόσιμα, εδύματα τε και υποδήματα, μηδενός εκ των ενασκουμένων εν ταυτη έχοντος ιδιόν τι η ονομαζοντος εκτός αυτης η εντός, υποταγήν και ευπείθειαν προς τον προεστώτα αυτων εωδεικνύμενοι… κ.λπ. Ει δε τις αυτών φανείη ιδιορρύθμως ζων και πολιτευόμενος, ο τοιούτος σωφρονιζέσθω παρά του προστατεύοντος της μονής… Τα δε πατά τούτων η και παρ’ άλλων χριστιανών αφιερωθένα εν τη μονή ταύτη κτήματα τε και πράγματα και σκεύη και βιβλία, και άπαξ απλώς άπαντα κινητά και ακίνητ, αδιάσπαστα μένειν από παντός προσώπου ταυτα παρακελευόμεθα… Τούτου γαρ χαριν εγένετο και το παρόν ημέτερον πατριαρχικόν γράμμα, και επεδόθη τη ρηθείση σεβασμία μονή του αγίου αρχιδιακόνου Στεφάνου εν έτει 7053. Ο δε κατά τόπον θεοφιλέστατος επίσκοπος Σταγών προχειριζέτω και τον της μονής αυτής προστατεύοντα και επιμέλειαν πνευματικήν αεί ενδεικνύει εν αυτή και εν τοις ενασκουμένοι εν ταύτη μοναχοίς.

Μηνί Φεβρουαρίω, ινδικτ. Γ».

Εκ του ανωτέρου σιγιλλίου προκύπτουν τα κάτωθι στοιχεία: ο «οσιώτατος εν ιερομονάχοις Φιλόθεος» μαζί με τον ιερομόναχο Γεράσιμο αγιοστεφανίτη είναι οι ανακαινιστές και χορηγοί της δαπάνης για την ανάκτιση του ναού του Αγίου Στεφάνου, ο οποίος προφανώς υπήρχε παλαιότερα.

Ο Καισαρείας της Φιλίππου Αγαθάγγελος σε αξιόλογα ιστορικά του σημειώματα στον υπ’ αριθ. 90 κωδ., φ. 2, αναφέρει ότι «η ιερά και μετέωρος περί τους Σταγούς (Καλαμπάκα) Μονή του Πρωτομάρτυρος και Αρχιδιακόνου Στεφάνου και ο τούτου αυτόθι θείος Ναός: εκτίσθησαν συνάμα: επί της βασιλείας του των ΓραικοΡωμαίων Βυζαντινού Αυτοκράτορος Ιωάννου του Καντακουζηνού: περί τα 1350 α.Χ.».

Με τη σημείωση του αρχιερέως Αγαθαγγέλου συμπίτει και η πληροφορία εκ του βίου του Ισιδώρου Α’ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως (1347-1350): «Ιδιαιτέρας μνείας γεγονός επί της πατριαρχίας του Ισιδώρου είναι η ίδρυσις της περικαλλούς μονής Αγίου Στεφάνου των Μετεώρων».

Είχαν παρέλθει ήδη διακόσια χρόνια από την πρώτη ίδρυση του ναού του Αγίου Στεφάνου και ήταν φυσικό να είχε υποστεί φθορές.

Η πληροφορία ότι ανέκτισε «τας κέλλας και τας λοιπάς οικοδομάς» και εν γένει εβελτίωσε το όλο οικοδομικό συγκρότημα της μονής, δηλώνει ότι ήδη προϋπήρχε οργανωμένο μοναστήρι.

Το γεγονός ότι ο όσιος Φιλόθεος χορηγεί τη δαπάνη για όλα αυτά τα έργα και εμπλουτίζει το μετόχι τους στη γενέτειρά του Σθλάταινα με πατρικά κτήματα αυτού και του Γερασίμου σημαίνει ότι ήταν γόνος ευκατάστατης οικογένειας και ότι και αυτός, όπως και όλοι οι άλλοι σύγχρονοί του κτίτορες των Μετεώρων (Νεκτάριος και Θεοφάνης του Βαρλαάμ, Μάξιμος και Ιωάσαφ της Ρουσάνου, Συμεών του Μεγάλου Μετεώρου), διαθέτει όλη την πατρική του περιουσία για την ανακαίνιση και τον εξωραϊσμό της μονής και για τον εμπλουτισμό της με τις απαραίτητες στολές και άμφια.

Μπορούμε να πούμε ότι τα Μετέωρα ζουν τον χρυσούν αιώνα τους, καθ’ όσον διαθέτουν οσιακές μορφές ανακαινιστών με οικονομική άνεση, με οργανωτική ικανότητα και ζήλο για τη διατήρηση και διάσωση της γνήσιας μοναστικής παράδοσης πάνω στους μετεωρίτικους βράχους.

Θα μπορούσαμε επίσης να εικάσουμε ότι οι εν λόγω ανακαινιστές και κτίτορες είχαν μεταξύ τους πνευματική σχέση και συνεργασία, δεδομένου ότι ταυτόχρονα συντάσσουν διαθήκες τους με ίδιο περιεχόμενο (ανεξερτήτως μονές – αυστηρή κοινοβιακή τάξη – κατοχύρωση της κτηματικής περιουσίας των μονών τους).

Η πληροφορία, άλλωστε, του εγκωμιαστή του οσίου Θεοφάνη Δημητρίου ότι ο όσιος Θεοφάνης ήταν «κοινό πνευματικός πατήρ και διδάσκαλος πάσης της Σκήτεως» συμμαρτυρεί για την παραπάνω άποψη.

Η εν συντομία κοινοβιακή διάταξη, που περιέχει το εν λόγω σιγίλλιο του Ιερεμίου Α’ είναι του αυτού περιεχομένου με παραπλήσιο λεκτικό των κοινοβιακών διατάξεων των διαθηκών και των σιγιλλίων των αναφερθέντων μετεωρίτικων μοναστηριών.

Η προχείριση του ηγουμένου στην πατριαρχική μονή δεν γινόταν από πατριαρχικό αντιπρόσωπο, αλλά, σύμφωνα με τις οδηγίες του σιγιλλίου, από τον επίσκοπο Σταγών, τον οποίο και προφανώς θα μνημόνευε. Αυτό εμφαίνεται από το προαναφερθέν σιγίλλιο του Σαμουήλ, στο οποίο αναφέρονται επί λέξει: «δι΄ου σιγιλλιώδους η μονή του αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου ελευθέρα καθίσταται, σύδοτος τε και ακαταζήτητος, παρά του κατά καιρούς θεοφιλεστάτου επισκόπου Σταγών, επιμέλειαν πνευματικήν ενδεικνυμένου μόνον, εις σωτηρίαν των ενασκουμένων εν αυτή πατέρων και γνώμη τούτων κοινη προχειριζομένου τον ταύτης προστατεύοντα, ότε αν ειη χρεία, δεχομένου τε και λαμβάνοντος κατ’ ετος παρά της μονής κηρού λίτραν μίαν, ένεκεν υποταγής και ευπειθείας της εις αυτόν, και το μνημόσυνον του κανονικού αυτού ονόματος διηνεκώς και παρρησία, καθίσταται δ’ έτι ελευθέρα και ακαταπάτητος παρά του οσιωτάτου καθηγουμένου της πατριαρχιακής βασιλικής μονής του Μετεώρου και των λοιπών των εν τη σκήτη, ως έξωθεν ούσα των συνόρων της μεγάλης σκήτεως».

Μόνο στο σιγίλλιο του Οικουμενικού Πατριάρχου Γρηγορίου Στ’ προς την ιερά μονή Αγίου Στεφάνου αναφέρεται η μονή ως καθ’ αυτό σταυροπηγιακή με μνημόσυνο του Οικομενικού Πατριάρχου: «και παρά πάντων γινώσκηται τετιμημένον τη Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή αξία, ελεύθερον, αδούλωτον, ασύδοτον, ακαταπάτητον, ανενόχλητον τε και ανεπηρέαστον παρά παντός προσώπου Ιερωμένου ή λαϊκού και μηδενί άλλω υποκείμενον, ει μη μόνω τω καθ’ ημάς Αγιωτάτω Πατριαρχικώ, Αποστολικώ και Οικουμενικώ Θρόνω και προς αυτόν μόνον την σχέσιν έχη και αναφοράν υπ’ αυτού μόνου προστατευόμενον, κρινόμενον τε και ανακρινόμενον, μνημονευομένου εν αυτώ αεννάως και του Πατριαρχικού ονόματος».

Ο ισχυρισμός του οσίου Φιλοθέου ότι η μονή κείται «έξωθεν των συνόρων της σκήτεως» του Μετεώρου μαρτυρεί ότι πριν από τη διάνοιξη των σημερινών οδών η ιερά μονή του Αγίου Στεφάνου, προσβάσιμη από μονοπάτια της Καλαμπάκας, ήταν ουσιαστικά μακρινή και δυσπρόσιτη από τη Σκήτη της Δούπιανης και τη Σκήτη του Μετεώρου. Έτσι εξηγείται γιατί στο «Σύγγραμμα Ιστορικόν», καθώς και στα έγγραφα της Σκήτης του Μετεώρου, δεν γίνεται λόγος για τη μονή του Αγίου Στεφάνου, η οποία από το 1350 ήταν περικαλλής και οργανωμένη.

Τοιχογραφία του οσίου Φιλοθέου έχουμε στο ναύδριο του Αγίου Στεφάνου. Στο νάρθηκα, δεξιά ως προς τον εισερχόμενο, δίπλα στον αρχάγγελο Μιχαήλ, εικονίζεται ολόσωμος ντυμένος με το μοναχικό του τριβώνιο και με φωτοστέφανο στην κεφαλή του. Η ύπαρξη του φωτοστέφανου φανερώνει ότι η ιστόρηση του οσίου Φιλοθέου έγινε μετά την κοίμησή του, της οποίας ο χρόνος είναι άγνωστος. Πάντως σίγουρα μετά το 1545, έτος έκδοσης του προαναφερθέντος σιγιλλίου του Ιερεμίου Α’. Επίσης, η ύπαρξη του φωτοστέφανου είναι δηλωτική της παραοχής του ως οσίου από τους σύγχρονους και μεταγενέστερους μοναχούς.

Στην τοιχογραφία του οσίου Φιλοθέου υπάρχει η επιγραφή: Ο ΟΣΙΟΣ Π(ΑΤ)ΗΡ ΗΜΩΝ ΦΙΛΟΘΕΟΣ Κ(ΑΙ) ΚΤΗΤΩΡ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΤΕ(ΦΑΝΟΥ) ΥΠΑΡΧΩΝ ΕΚ ΧΩ(Ρ(ΑΣ) ΣΙΑΤΑΙΝΑ).

Στο χέρι του κρατάει ειλητό, όπου αναγράφονται τα εξής: «Εν καρδίαις πραέων αναπαύσεται Κύριος, ψυχή δε ταραχώδης διαβόλου καθέδρα».

Προς τιμήν του οσίου Φιλοθέου συνέθεσε το 1997 Παρακλητικό Κανόνα ο Σιμωνοπετρίτης ιερομόναχος Αθανάσιος, υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Ο πλήρης τίτλος είναι: Παρακλητικός κανών εις τον όσιος Φιλόθεον τον εκ Σκλαταίνης, κτίτορα της εν Μετεώροις ιεράς μονής του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου. Συντεθεί εν Αγίω Όρει του Άθωνος υπό Αθανασίου ιερομονάχου Σιμωνοπετρίτου, Υμνογράφου της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, μερίμνη του αιδεσιμολογιωτάτου π.Στεργίου Λιούτα, εφημερίου Ριζώματος (Σκλαταίνης Τρικάλων). 

Πηγή:


Άγια Μετέωρα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου