Photo

21.1.17

Άγιοι: 21 Ιανουαρίου

21 Ιανουαρίου




Ορθόδοξος Συναξαριστής-Αγιολόγιο

 Κελτών Αγίων & Πάντων των Αγίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας

Συντάκτης: Άβελ-Αναστάσιος Γκιουζέλης

Email: gkiouz.abel@gmail.com

Αν κάποιος έχει ελεύθερο χρόνο και επιθυμεί να βοηθήσει στην ταξινόμηση των Αγίων (http://saintsofmyheart.wordpress.com) μπορεί να μου στήλει email στο gkiouz.abel@gmail.com για να του στήλω μερικούς Αγίους για ταξινόμηση.

http://gkiouzelis.wordpress.com
http://saintsofmyheart.wordpress.com

Το Αγιολόγιο είναι υπό κατασκευή 
με αρχή κατασκευής το 2004

Συμπεριλαμβάνονται 
& οι Ορθόδοξοι Άγιοι της Δυτικής Ευρώπης
όπου κοιμήθηκαν πριν το 1054 όπου έγινε το 
σχίσμα των Ρωμαιοκαθολικών

Επίσης συμπεριλαμβάνονται όσοι 
Νεομάρτυρες της Συρίας του 21ου αιώνα 
είναι σίγουρα Ορθόδοξοι


Αγιολόγιο Ιρλανδίας - Ορθόδοξοι Ιρλανδοί Άγιοι του Ιανουαρίου


Ἅγιοι:

Ἀναστάσιος Πρεσβύτερος, ἀποκρισιάριος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης στήν Κων/πολι καί ὁμολογητής στή Κων/πολι καί στή Γεωργία, μαθητής Ἁγ. Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ (20/9 καί 11/10 κοίμησι, +666)

Ἀναστάσιος μοναχός ὁμολογητής στήν Κων/πολι καί στή Γεωργία, μαθητής τοῦ Ἁγ. Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ καί τοῦ Ἁγ. Ἀναστασίου τοῦ Πρεσβυτέρου καί ἀποκρισιαρίου (21/1, 20/9 καί 24/7 κοίμησι, +662)

Ἐπιφάνιος Ἐπίσκοπος Pavia Ἰταλίας (21/1, +497)

Πάτροκλος μάρτυς στήν Troyes Γαλλίας (21/1, +275)

Εὐγένιος, Οὐαλεριανός, Κανδίδος καί Ἀκύλας, μάρτυρες στήν Τραπεζοῦντα Μ. Ἀσίας (21/1, +292)

Φροκτουόσος Ἐπίσκοπος Tarragoña Ἱσπανίας καί οἱ 2 Διάνονοί του Αὐγούριος καί Εὐλόγιος, ἱερομάρτυρες στήν Tarragoña Ἱσπανίας (21/1, +259)

4 μάρτυρες στήν Τύρο Λιβάνου (21/1, +? αἰ.)

Βίμιν Ἐπίσκοπος στή Σκωτία, ὅσιος ἱδρυτής Μονῆς στό Holywood Σκωτίας (21/1, +6ος αἰ.)

Ζωσιμᾶς Ἐπίσκοπος Συρακουσῶν Σικελίας Ἰταλίας, ὅσιος στή Μονή Ἁγ. Λουκίας τῆς Σικελίας (21/1, +660)

Μπρίτζιντ (St Brigid) ὁσία στό Kilbridge Ἰρλανδίας (21/1, +6ος αἰ.)

Λοντόγκ (St Lawdog), ἅγιος τῆς Οὐαλλίας (21/1, +6ος αἰ.)

Μέϊνραντ (St Meinrad), ἐρημίτης ὁσιομάρτυς στό Einsiedeln Ἑλβετίας (21/1, +861)

Ἀπολλώνιος ὅσιος στή Θηβαΐδα Αἰγύπτου (21/1 καί 31/3, +4ος αἰ.)

Τίμων ὁ “ἔνοικος” τῆς ἐρήμου, ὅσιος ἀσκητής στό Ναντέγιεφ Ρωσίας (21/1, +1840)

Μακκάλιν (St Maccalin) ὅσιος ἡγούμενος στό Thierache Βελγίου, ἀπό Ἰρλανδία (21/1, +978)


Αγία Αγνή η Ρωμαία,

13χρονη Παρθενομάρτυς στη Ρώμη,

αδελφή της Αγίας Παρθενομάρτυρος Εμερεντιάνας της κατηχουμένης (+305)

Προστάτρια των νέων κοριτσιών

14 Ιανουαρίου & 21 Ιανουαρίου

Καταγωγή

Η Αγία Αγνή έζησε στους πρώτους χρόνους του Χριστιανισμού, στον καιρό των τρομερών διωγμών. Καταγόταν από την θεομάχο και κοσμοκράτειρα Ρώμη. Είχε λαμπρούς και ευγενείς γονείς. Ήταν από αριστοκρατικό γένος. Η Αγνή ήταν αγνή και στο σώμα και στην ψυχή. Το επώνυμο της δεν το γνωρίζουμε. Πάντως, η ζωή της συμφωνούσε απόλυτα με το όνομά της. Ήταν νέα δεκαεξάχρονη αγνή, αγνοτάτη. Είχε ζωή αγνή και καθαρή σαν κρύσταλλο. Ζούσε σε ειδωλολατρικό περιβάλλον, αλλά αυτή εργαζόταν ιεραποστολικά, για να διαδώσει την πίστη του Χριστού και πιο πέρα.

Η Αγνή είχε ένθεο και μεγάλο ζήλο. Μάζευε στο σπίτι της διάφορες φίλες της και τις πρότρεπε να γνωρίσουν τον Χριστό ως Θεό και Αυτόν μόνον να λατρεύουν για Θεό, διότι οι άλλοι ήσαν ψεύτικοι θεοί. Η Αγνή, καίτοι νεαρή, εν τούτοις ποτέ δεν έπαυε να διδάσκει τα λόγια του Χριστού σε όσες γυναίκες έρχονταν κοντά της. Τις διαφώτιζε και στο θέμα της σωφροσύνης και της ηθικής καθαρότητος. Συνεβούλευε να αγαπήσουν τον Αληθινό Θεό και εκείνον να λατρεύουν.

Όλα αυτά μαθεύτηκαν και προκάλεσαν, φυσικά, την αγανάκτηση του Άρχοντα της Ρώμης. Διέταξε να την φέρουν κοντά του. Άρχισε να της, λέγει να θυσιάσει στα είδωλα.
Διαφορετικά η τιμωρία, που την περίμενε θα ήταν τρομακτική. Δεν δίστασε μάλιστα να της πη ότι, όταν αρνηθεί θα την ρίξει σε πορνοστάσιο. Γνώριζε, ότι για μια νέα Χριστιανή, αυτό θα ήταν το μεγαλύτερο μαρτύριο. Η απάντησης όμως της Αγνής προς τον Ρωμαίο άρχοντα ήταν θαρραλέα και άξια θαυμασμού:
-Ούτε στους θεούς σου θυσιάζω, ούτε για το πορνοστάσιο με ενδιαφέρει, διότι πιστεύω ακράδαντα, πως ο Θεός θα με φυλάξει απ’ όλα αυτά, του απάντησε.

Η Μάρτυς διαπομπεύεται

Ο εγωιστής και βάρβαρος άρχοντας, δεν μπορούσε να ακούει αυτές τις θαρραλέες απαντήσεις και θέλησε να ρεζιλέψει την Αγία. Γι αυτό κάλεσε εκεί τον άνθρωπο, που είχε το πορνοστάσιο με τις διεφθαρμένες γυναίκες. Προηγουμένως της έβγαλε τα ενδύματα και την άφησε με ένα μόνο φόρεμα. Έτσι ημίγυμνη διέταξε να την περιφέρουν μέσα στην πόλη και να την βλέπουν οι άνθρωποι. Θέλησε να την ρεζιλέψει. Δεν ήταν χειρότερη τιμωρία για την αγνοτάτη παρθένο Αγνή, από αυτή την διαπόμπευση μέσα στους δρόμους.της Ρώμης. Και όμως χάριν του Χριστού την υπέμεινε.

Θάνατος αμαρτωλών πονηρός

Αφού την περιέφεραν ημίγυμνη στους κεντρικότερους δρόμους της πόλεως, την παρέλαβε τότε και την έφερε πράγματι ο πορνοστασιάρχης στο πορνοστάσιο. Πως η Αγία θα αντέξει το μαρτύριο; Γι αυτό προσευχόταν στο Θεό να την προστατέψει από την αμαρτία. Και ο Θεός την προστάτεψε, ώστε να μείνει αμόλυντη και να μη χάσει τον θησαυρό της παρθενίας.

Ήρχοντο εκεί πολλοί για να την ατιμάσουν. Κανένας όμως από αυτούς δεν μπόρεσε να επιτύχει αυτό που ήθελε, διότι μόλις την πλησίαζαν ναρκώνονταν και έτσι εμποδιζόταν! Η επιθυμία τους ψυχραινόταν τόσο, που γινόντουσαν σαν νεκροί! Αυτό έκαμε εντύπωση σε όλους, που το πληροφορήθηκαν. Τότε παρουσιάσθηκε και κάποιος υπερήφανος, που κόμπαζε και υπερηφανευόταν πολύ. Έλεγε, ότι ούτος θα ατιμάσει οπωσδήποτε την Αγία. Και σαν θηλυμανής ίππος, πλησίασε την παρθένο. Η αδύνατη Αγνή κατέφυγε στην προσευχή, στο Νυμφίο της Χριστό. Και ω του θαύματος! Ο Χριστός επενέβει και νεκρώθηκε. Έπεσε στη γη πεθαμένος, λες και τον βάρεσε κεραυνός. 

Κάποιος που βρέθηκε εκεί κοντά και είδε το θαύμα, εφώναξε:
-Μεγάλη η πίστης των Χριστιανών.
Το θαύμα αυτό διαδόθηκε αμέσως σ’ όλη την Ρώμη. Πολλοί από θαυμασμό ήρχοντο εκεί για να δουν την Άγια Αγνή την ηρωίδα του Χριστού, τη θαυματουργό! Θαύμαζαν τότε
και ομολογούσαν:
-Μεγάλη είναι η δύναμις του Χριστού.
Πολλοί τότε πιστέψανε.

Και πάλι στο κριτήριο

Ο Άρχοντας, όταν πληροφορήθηκε όλα αυτά, και τον μυστηριώδη θάνατο του βρωμερού εκείνου, διέταξε να φέρουν την Αγνή μπροστά του. Ήταν πολύ αγριεμένος και στενοχωρημένος. Με πικρόχολα και αυστηρά λόγια της λέγει:
-Δεν μου λες, παμπόνηρο κορίτσι, με ποιόν τρόπο θανάτωσες τον νέον;
Και η Αγία, με όλο το θάρρος και την ειλικρίνεια της, του εξιστορεί το θαύμα:
-Άκουσε, Άρχοντα. Όταν εσύ διέταξες να με ατιμάσουν και με έφερναν στο καταραμένο και σιχαμερό εκείνο σπίτι, με ακολούθησε ένας ασπροντυμένος νέος. Αυτός ο νέος
καθόταν κοντά μου και νέκρωνε την επιθυμία εκείνων, που με πλησίαζαν. Ο ίδιος θανάτωσε και τον νέον αυτόν και τον έκαμε, όπως βλέπεις. Και τούτο, διότι με πλησίαζε με υπερηφάνεια και θρασύτητα, και είχε σκοπό να με ατιμάσει, να αμαρτήσει, να με κάμει και μένα ν’ αμαρτήσω.
-Και ποιός είναι εκείνος ο ασπροντυμένος, που σε βοήθησε; την έρωτα ξανά ο Άρχοντας.
-Ο Κύριος και Θεός μου, του απάντησε, έστειλε τον Άγγελο του και με εφύλαξε από κάθε ατιμία και προσβολή.
-Για να μας αποδείξεις, ότι λες αλήθεια, παρακάλεσε τον Θεό σου ν’ αναστηθεί αυτός ο νεκρός, λέγει ο άρχοντας.
-Ο Χριστός μου, λέγει η Αγία, έχει την δύναμη να τον αναστήσει. Να δούμε όμως, αν θα πιστέψετε σεις;

Η Αγία τότε γονάτισε, σήκωσε τα χέρια προς τον Ουρανό και με κλαμένα από τη συγκίνηση και θερμή πίστη μάτια, προσευχήθηκε στο Θεό. Το θαύμα έγινε! Ο νεκρός αναστήθηκε και περπατούσε, όπως και πρώτα!

Το στεφάνι του Μαρτυρίου

Το θαύμα τούτο το είδαν όλοι, όσοι βρέθηκαν εκεί και τα χάσανε. Άλλοι από αυτούς πίστεψαν και έγιναν Χριστιανοί. Άλλα και άλλοι απέδωκαν το θαύμα σε μαγεία και έμειναν οι δύστυχοι στην απιστία τους. Φώναξαν δε στον άρχοντα να την φονεύσει, διότι, δήθεν, ήταν μάγισσα. Έτσι ο σκληρός και πορωμένος άρχοντας δίδει διαταγή να ανάψουν φωτιά.

Εκεί μέσα θα έριχνε την Αγία, για να την κάψει ζωντανή. Αμέσως η διαταγή έγινε έργον. Ανάψανε μια μεγάλη φωτιά στην μεγάλη αυλή του Διοικητηρίου. Οι φλόγες υψώνονταν και η φωτιά τριζοβολούσε.

Η Αγία όμως μένει άφοβη. Κάμνει το σημείο του Σταυρού. Έτσι σφράγισε τον εαυτό της, με το παντοδύναμο όπλο. Ύστερα μπήκε στη μέση της φωτιάς με μεγάλο θάρρος.
Σαν τους τρεις παίδες μέσα στο καμίνι της φωτιάς, προσευχότανε, μέχρις ότου οι φλόγες έκαψαν το παρθενικό και ανέγγιχτο από βέβηλα χέρια σώμα της. Την αγία ψυχή της έφεραν φτερωτοί άγγελοι κοντά στο Θεό. Ο Θεός της εφύλαξε τον θησαυρό της παρθενίας.

Μόλις έσβησε η φωτιά, μερικοί πιστοί Χριστιανοί σήκωσαν κρυφά και ευλαβικά τα τίμια οστά της και τα ενταφίασαν. Δόξασαν συγχρόνως τον Θεό, για την γενναιότητα και το θάρρος, που δίδει στους μάρτυρες Του.

Η Άγια και η Αρχαιολογία

Στη Ρώμη υπάρχει η Κατακόμβη της Αγίας Αγνής. Είναι από τις ονομαστότερες κατακόμβες. Κατ’ αρχάς ήσαν ιδιωτικά κοιμητήρια. Κατόπιν όμως έδιδαν την ονομασία επιφανών Αγίων. Την ονομασία της Αγίας Αγνής την έδωσαν γιατί εκεί ετάφη η παρθενομάρτυς Αγνή. Είναι κατακόμβη με πολλούς ορόφους. Έχει πάρα πολλούς τάφους πρώτων Χριστιανών αλλά και μαρτύρων κατά μέγα μέρος, όπως π.χ. της Αγίας μάρτυρος Σαβίνης.

Ο Μεγάλος Κωνσταντίνος προς τιμήν της Αγίας Αγνής έχει κτίσει εκεί στην Ρώμη
βασιλική. Έκτισε ένα θαυμάσιο δηλαδή Ναό, με τρία κλίτη και υπερώα, όπως συνηθίζεται στην Ελλάδα.

Το θαύμα της Κωνσταντίνης

Η θυγατέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, Κωνσταντίνη και αυτή ονομαζόμενη, έπασχε από αθεράπευτη ασθένεια. Οι καλλίτεροι και ονομαστότεροι γιατροί της Ανατολής και της Δύσεως δεν μπορούσαν να την θεραπεύσουν. Αύτη κατέφυγε στην Αγία Αγνή. Την παρακαλούσε με δάκρυα να την σώσει. Και όντως! Με τη μεσιτεία της Αγίας Αγνής θεραπεύθηκε.

Εις ένδειξη δε ευγνωμοσύνης η Κωνσταντίνη κατασκεύασε μαρμάρινη λάρνακα και τοποθέτησε εκεί τα οστά της Αγίας. Σήμερα αυτή η λάρνακα είναι μέσα στο
ναό της Αγίας. Στη μέση η λάρναξ απεικονίζει την Αγία σε νεαρά ηλικία να προσεύχεται. Αργότερα, κοντά στον τάφο της Άγιας Αγνής εξέπνευσε η κατά σάρκα αδελφή της Αγία Παρθενομάρτυς Εμερεντιάνα, που κατέφυγε εκεί λιθοβολουμένη από τους άπιστους.

Σήμερα το λείψανο της Άγιας ευρίσκεται σε ασημένια λειψανοθήκη.

Πηγή:


Άγιοι... Οι Καλύτεροί Μας Φίλοι


Άγιος Νεόφυτος 

μάρτυς στή Νικαία Βιθυνίας Μ. Ἀσίας (+303-305)

21 Ιανουαρίου

Ένα παιδί μέ σπάνια αρετή… Ένα παιδί μέ δυνατή προσευχή… Ένα παιδί-θαύμα! Όποιος διαβάζει τό βίο του αγίου μάρτυρα Νεοφύτου μένει κατάπληκτος. Τά θαύματα πού επετέλεσε η χάρη τού Θεού στή ζωή του μικρού αυτού παιδιού είναι απίστευτα γιά τήν ανθρώπινη λογική, αλλά πέρα γιά πέρα αληθινά! Διότι γιά τό Θεό τίποτε δέν είναι αδύνατο!… 

Γεννήθηκε στή Νίκαια της Βιθυνίας γύρω στό 290 μ.Χ. Από μικρό παιδί αγαπούσε τό Θεό καί ζούσε κάτω από τήν προστασία Του. Ο Νεόφυτος ήταν από μικρός πολύ φιλάνθρωπος. Συμπονούσε τούς πτωχούς συμμαθητές του καί έβρισκε πάντοτε κάτι νά τούς προσφέρει νά φάνε, ακόμη κι αν αυτός έμενε νηστικός.

Μιά μέρα έγινε τό εξής θαυμαστό: Είχαν μαζευτεί πολλά παιδιά πού είχαν ανάγκη νά φάνε κι επειδή δέν είχε νά τούς προσφέρει κάτι, παρακάλεσε μέ πίστη τό Θεό νά στείλει Εκείνος τροφή. Ο Πανάγαθος Θεός άκουσε τήν προσευχή τού μικρού παιδιού καί εκείνη την ώρα μέσα από ένα βράχο ξεπήδησε μία πηγή πού ανάβλυζε νερό και γάλα! Έτσι, όλα τά παιδιά ήπιαν τό δυναμωτικό ρόφημα και χόρτασαν! Το εντυπωσιακό αυτό θαύμα θά μπορούσε νά κάνει τό εννιάχρονο τότε παιδί νά υπερηφανευθεί. Είχε όμως απλή καί ταπεινή ψυχή. Τό θεωρούσε πολύ φυσικό νά δίνει ο Θεός Πατέρας ό,τι έχουν ανάγκη τά παιδιά Του.

Ήταν ταπεινό παιδί ο Νεόφυτος καί γι’ αυτό τόν σκέπαζε η χάρη τού Θεού. Μία μέρα η μητέρα του είδε μέ τά ίδια της τά μάτια ένα περιστέρι νά στέκεται πάνω από τό προσκέφαλο τού παιδιού της. Φοβήθηκε! Άραγε ήταν τυχαίο ή σημάδι από τόν ουρανό; Κι ενώ σκεπτόταν αυτά, άκουσε τό περιστέρι νά της μιλά μέ ανθρώπινη φωνή καί νά της λέει ότι στάλθηκε από τό Άγιο Πνεύμα, γιά νά προστατεύει καί νά καθοδηγεί τό μικρό Νεόφυτο. Η μητέρα από τήν κατάπληξή της έχασε την αναπνοή της, έπεσε λιπόθυμη καί ξεψύχησε. Ειδοποίησαν τό σύζυγό της καί σύντομα μαζεύτηκε κόσμος πολύς. Όλοι θρηνούσαν κι έκλαιγαν.

Ο μόνος πού δέν ανησυχούσε ήταν ο Νεόφυτος. Πίστευε μέσα του βαθιά ότι ο Θεός θά έδινε καί πάλι τή ζωή στή μητέρα του πού άδικα ταράχθηκε. Κάποια στιγμή τό μικρό παιδί ζήτησε από τόν πατέρα του νά απομακρύνει τόν κόσμο, γιά νά μείνει μόνος του μπροστά στό νεκρό σώμα. Τότε γονάτισε κι αφού προσευχήθηκε μέ όλη τή δύναμη της ψυχής του, έπιασε από τό χέρι τή μητέρα του καί τής είπε: «Μητέρα, κοιμήθηκες όσο ήθελε ο Θεός… Τώρα, στό όνομα τού Κυρίου Ιησού Χριστού, σήκω επάνω!». Καί πράγματι η μητέρα του αναστήθηκε! Όπως ήταν φυσικό τό θαύμα αυτό διαδόθηκε παντού.

Η φήμη τού μικρού Νεοφύτου απλώθηκε σέ όλη τήν περιοχή καί πολλοί ήταν αυτοί πού έτρεχαν νά γνωρίσουν τό ευλογημένο αυτό παιδί. Τότε τό περιστέρι, γιά νά προφυλάξει τό Νεόφυτο από τις τιμές καί τούς επαίνους των ανθρώπων, του σύστησε νά φύγει μακριά και νά μείνει μόνος του στό βουνό. 

Πράγματι τό αξιοθαύμαστο αυτό παιδί, με την καθοδήγηση του ουρανόσταλτου συνοδού του, ανέβηκε στόν Όλυμπο της Βιθυνίας γιά νά ζήσει ώς ασκητής, κι ας ήταν μόλις 9 χρονών! Ύστερα από αρκετή οδοιπορία, έφτασε σέ μιά σπηλιά, εκεί αντίκρισε ένα μεγάλο λιοντάρι. Δέ φοβήθηκε όμως καθόλου. «Αγαπητό μου λιοντάρι», του είπε μέ τήν παιδική του απλότητα, «έχω εντολή από τό Άγιο Πνεύμα νά μου παραχωρήσεις τη σπηλιά σου γιά κατοικία μου». Καί τι θαυμαστό! Τό φοβερό θηρίο αμέσως υπάκουσε καί, αφού έδειξε μέ τόν τρόπο του τή στοργή του στό νεαρό ερημίτη, αναχώρησε.

Ο Νεόφυτος έμεινε γιά δύο χρόνια στή σπηλιά αυτή καί απολάμβανε τήν απόλυτη ησυχία άλλά καί τήν προστασία του Θεού. Τρεφόταν μέ θαυματουργικό τρόπο καί κάθε μέρα δόξαζε τόν άγιο Θεό γιά τις πλούσιες ευεργεσίες Του. Ύστερα, μέ θεία καθοδήγηση κατέβηκε στό σπίτι του γιά νά αποχαιρετήσει οριστικά τους γονείς του. Τήν περιουσία πού ο ίδιος ως μοναχογιός θά κληρονομούσε, τούς ζήτησε νά τή μοιράσουν στους πτωχούς. Καί πράγματι, οι θεοφοβούμενοι γονείς δέχτηκαν τήν πρόταση του γιου τους θαυμάζοντας τον γιά την πνευματική ωριμότητα που έδειχνε σέ αυτή τή μικρή ηλικία.Ο Νεόφυτος γύρισε στή σπηλιά του, όπου έζησε ασκητικά γιά άλλα τέσσερα χρόνια.

Στά δεκαπέντε του χρόνια ο Κύριος τόν κάλεσε νά βαδίσει τό δρόμο του μαρτυρίου. Πράγματι, τό νεαρό παλικάρι πήγε στό αμφιθέατρο, όπου ήταν συγκεντρωμένος όλος ο κόσμος, στάθηκε στή μέση της αρένας καί κήρυξε τό Χριστό ως τόν μόνο αληθινό Θεό. Αμέσως τόν συνέλαβαν καί άρχισαν τα απάνθρωπα βασανιστήρια. Ωστόσο ο παντοδύναμος Θεός δέν άφησε απροστάτευτο τό εκλεκτό παιδί Του. Τόν έριξαν σέ πυρακτωμένο καμίνι καί όπως άλλοτε οι Τρεις Παίδες έμεινε άθικτος! Τόν παρέδωσαν στά θηρία καί κανένα δέν τόν πείραξε! Τό πιό εντυπωσιακό είναι ότι μπροστά στά μάτια όλων τών θεατών ένα λιοντάρι πού είχαν εξαπολύσει εναντίον του πλησίασε τό νεαρό μάρτυρα καί άρχισε νά παίζει μαζί του σαν μικρό σκυλάκι. Ήταν τό λιοντάρι εκείνο πού τού είχε παραχωρήσει τή σπηλιά! Τελικά ο φοβερός ειδωλολάτρης τύραννος, μόλις είδε ότι τίποτε δέν μπορούσε νά καταβάλει τό νεαρό Χριστιανόπουλο, κυριευμένος από μανία πήρε ο ίδιος μία λόγχη από τούς στρατιώτες του καί τόν κτύπησε στήν καρδιά. Έτσι ο άγιος Νεόφυτος έλαβε τό στεφάνι του μαρτυρίου.

Η μνήμη του τιμάται κάθε χρόνο στις 21 Ιανουαρίου. Ας μή μας ξαφνιάζει τό πώς ένα μικρό παιδί έζησε τόσο μεγάλα θαύματα. Ο Πανάγαθος Θεός αγαπά ιδιαιτέρως τά παιδιά καί τά προστατεύει. Γι’ αυτό καί ο Κύριος Ιησούς ειδικά τά παιδιά καί μόνο αυτά τά αγκάλιασε! Καί καλώντας όλους νά μιμηθούν τά παιδιά στήν απλότητα καί τήν καθαρότητα της ψυχής, είπε τόν πολύ σημαντικό λόγο: «των γάρ τοιούτων εστίν η βασιλεία του Θεού» (Μάρκ. ι’ 14). Η βασιλεία του Θεού ανήκει σ’ αυτούς πού θά μοιάσουν στά παιδιά!

Πηγή: 

περιοδ. Προς την Νίκη, Ιανουάριος 2011


Άγιος Νεόφυτος ο Βατοπαιδινός, όσιος στον Άθωνα-Άγ. Όρος

21 Ιανουαρίου & 24 Ιανουαρίου 

Στό μοναστήρι, του Βατοπαιδίου στο Άγιον 'Ορος φυλάσσεται ή θαυματουργός εικόνα της Παναγίας της Παραμυθίας στο ομώνυμο παρεκκλήσι της. Προσμονάριός της, δηλαδή φύλακας και διακονητής της,υπήρξε ό Οσιος Νεόφυτος, ό όποιος έζησε τον 17ο αιώνα. Μοναστής ταπεινός, με αγγελικό φρόνημα, άκρα υπακοή καί αποστροφή προς τα γήινα και μάταια, ακολούθησε το δρόμο των οσίων πατέρων καί κατήντησε σε ύψος αρετής τέτοιο, πού δύσκολα κανείς μπορεί να το ατενίσει. Στόν πνευματικό του αγώνα σύντροφο καί αρωγό είχε την Παραμυθία Θεοτόκο, από τα φιλάνθρωπο αισθήματα της οποίας έπαιρνε δύναμη καί στης οποίας την παρρησία καί παρηγοριά κατέφευγε στίς δυσκολίες του ανηφορικού του Γολγοθά.

Η Παναγία μας ή Παραμυθία, το πρόσωπο της οποίας εκφράζει εύσυμπάθητη αγάπη καί το βλέμμα Της πνέει πραότητα, εύσπλαγχνία καί επιείκεια, μας θυμίζει την προτροπή του "Αποστόλου των εθνών: «Το επιεικές υμών γνωσθήτω πάσιν άνθρώποις» (Φιλιπ. δ' 5). Ό σχηματισμός των προσώπων της Παναγίας καί του Χρίστου στην εικόνα παραμένει αιώνες τώρα ό ίδιος, όπως τον είδε ό άγιος ηγούμενος Γεννάδιος στην τελευταία λέξη της θαυμαστής συνομιλίας του Θεανθρώπου με την άειπάρθενο Μητέρα Του.

Κάποιο πρωινό, μετά το τέλος της ακολουθίας αυτός παρέμεινε στο ναό προσευχόμένος. Μία στιγμή είδε την Παναγία μας να ετοιμάζεται κάτι να του αναγγείλει. Ευθύς όμως ό Χριστός μας προσπάθησε να Την εμποδίσει καί σήκωσε το χέρι Του, για να Της κλείσει το στόμα λέγοντας: «Μη το είπης, Μητέρα. "Αφησε να τιμωρηθονν καθώς τους πρέπει». Εκείνη τότε, για να το αποφύγει, εγυρε στο πλάι το κεφάλι Της καί τα σπλαγχνικά Της χείλη ξεστόμισαν: «Μην ανοίξετε σήμερα την πύλη, γιατί πειρατές καραδοκούν». "Εντρομος αμέσως ό ταπεινός ηγούμενος σύναξε τους μοναχούς όλους καί τους διηγήθηκε τα γενόμενα. Αυτοί με θάρρος από την αποκάλυψη της Παναγίας μας ανέβηκαν στα τείχη καί αποδίωξαν τους πειρατές σώζοντας έτσι το μοναστήρι τους.

Ή εικόνα αυτής της Παραμυθίας είναι τοιχογραφία του 14ου αιώνος καί μεταφέρθηκε από τον έξωνάρθηκα, οπού βρισκόταν, στο ομώνυμο παρεκκλήσι της αριστερά, καί πάνω από το νάρθηκα. Οί μοναχοί πάντοτε διατηρούν ακοίμητη κανδήλα μπροστά της καί καθημερινά ψάλλουν παράκληση.

"Αντίγραφο της εικόνας της Παραμυθίας απέκτησε καί ή Λίμνη της Ευβοίας, αφού υπάρχει στενός δεσμός της με τη μονή του Βατοπαιδιου. Στήν περιοχή της υπήρχε μετόχι του μεγάλου αυτού αγιορείτικου μοναστηρίου καί μάλιστα στην τοποθεσία, Βρωμοπέδι, προς τιμήν του Αγίου Αθανασίου. Σε αυτό βρέθηκε κάποτε με την ευλογία του ηγουμένου του ό όσιος Νεόφυτος καί παρέμεινε ασκούμενος στην αρετή για δύο χρόνια καί μάλιστα στα δυσμά του βίου του. Όταν εκεί αρρώστησε βαριά, παρακάλεσε την Παναγία να τον αξιώσει να πεθάνει στο μοναστήρι της μετανοίας του. Καί ή εΰσπλαγχνη Παραμυθία άκουσε αμέσως τη φωνή του αιτήματος του προσμοναρίου Της καί του απάντησε με φωνή γλυκύτατη: «Νεόφυτε, πήγαινε στη μονή καί μετά ένα έτος να ετοιμασθείς για την έξοδο σου από την πρόσκαιρη αυτή ζωή»Ό όσιος ευχαρίστησε θερμά την Παναγία μας για την παράταση της ζωής πού του δόθηκε, καί προέτρεψε τον υποτακτικό του να ετοιμάσει την επιστροφή τους στο Άγιον Όρος.

Σέ όλο αυτό το χρονικό διάστημα ό όσιος Νεόφυτος δεν έπαψε να ζήτα το άπειρο έλεος του Σωτήρος Χρίστου και να Τον ευγνωμονεί μαζί με την παρηγορήτισσα των ανθρώπων Μητέρα Του για το χρόνο μετανοίας, τον όποιον ως φιλάνθρωπος του χάρισε. Τα δάκρυα του, δάκρυα μετανοίας καί ευγνωμοσύνης ανάμικτα, λεύκαναν την ήδη καθαρή από τη θεοφιλή άσκηση καρδιά του, ή όποια επιθυμούσε να εγκαταλείψει τη φυλάκιση της στη χοίκή σάρκα καί να πετάξει ελεύθερη στα υψη της ουράνιας καί άτέλεστης ευφροσύνης.

Στό χρόνο επάνω της επιστροφής του στο Βατοπαίδι, ό όσιος Νεόφυτος άφησε το γήινο τοϋτο κόσμο. Άφού μετάλαβε των αχράντων μυστηρίων κι ενώ ανέβαινε στη σκάλα πού οδηγεί στο παρεκκλήσιο της Παραμυθίας, άκουσε ξανά τη φωνή της Παναγίας να του λέει: «Νεόφυτε, ό καιρός της έξόδου σου έφθασε». Όδήγησε, λοιπόν, αργά τα βήματα του στο μικρό κελλί του, το όποιο είχε αναδείξει σε πνευματική παλαίστρα, οπού έθριάμβευσε τον αρχαίο πτερνιστή, σιγοψελλίζοντας: «Ό καιρός της έμής αναλύσεως έφέστηκε» καί παρέδωσε το πνεύμα του στο Θεό. 

Πηγή:

Δρος Χαραλάμπους Μ. Μπούσια, 

Υμνογράφου της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας


Μάξιμος ὁ Γραικός, 

ὅσιος, Ἰσαπόστολος Ρωσίας, ἀπό Ἄρτα (21/1, +1556)

Ο κατά κόσμον Μιχαήλ Τριβώλης, υιός των επιφανών, πλουσίων και ευσεβών γονέων Μανουήλ και Ειρήνης, κατήγετο από την Λακεδαίμονα της Πελοποννήσου, αλλά γεννήθηκε στην Άρτα της Ηπείρου το 1470. Έλαβε καλή μόρφωση, στην αρχή από τον πατέρα του και στην συνέχεια από τον ιερέα Ιωάννη Μόσχο. Έφηβος φοίτησε στο περίφημο ελληνικό σχολείο της Άρτας.
Αρκετά νέος μετέβη για σπουδές στην Ιταλία. Στην αρχή φοίτησε στην ελληνική σχολή της Βενετίας, όπου δίδασκε ο Ιωάννης Λάσκαρις και άλλοι Έλληνες δάσκαλοι, εργαζόμενος συγχρόνως και ως γραφέας στα έργα του Λάσκαρη, που τον μύησε στην πλατωνική φιλοσοφία. Κατόπιν συνέχισε τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο της Πάδοβας, όπου μεταξύ άλλων Ελλήνων δίδασκε και ο Λαόνικος Ταμαίος. Στη συνέχεια μετέβη στη Φερράρα και τη Φλωρεντία, όπου ανθούσαν οι κλασικές σπουδές. Στη Φλωρεντία γνωρίσθηκε με τον καταδικασθέντα σε θάνατο Σαβοναρόλα και άκουσε τα αντιπαπικά του κηρύγματα, τα όποια τον επηρέασαν βαθύτατα. Ακολούθως μετέβη στο Μιλάνο, για να παρακολουθήσει τους σπουδαίους δασκάλους Λαόνικο Χαλκοκονδύλη και Κωνσταντίνο Λάσκαρη.

Στην Βενετία παρακολούθησε φιλολογικά μαθήματα στον υπό τον Άλδο Μανούτιο κύκλο λογίων, μεταξύ των οποίων διαπρέπουν οι Μάρκος Μουσούρος, Σκιπίωνας Καρτερομάχος και ο φίλος του Ιωάννης Γρηγορόπουλος. Συγχρόνως εργάζεται στον εκδότη Άλδο Μανούτιο και στους τυπογράφους Ζαχαρία Καλλιέργη και Νικόλαο Βλαστό. Όλο αυτό το διάστημα γνωρίζεται και συσχετίζεται με επιφανή πρόσωπα που υπήρξαν ονομαστοί παράγοντες της Αναγεννήσεως, αλλά και βοηθοί και χορηγοί του, όπως ο ελληνιστής Urceo Cordo στη Βολώνια, ο Niccolo Lelio Cosmico στη Φερράρα, ο Agostino Nifo στην Πάδοβα, ο Ambrogio Varese de Rosate στο Μιλάνο, και με τους τυπογράφους Giovanni Bissoli και Ben Mansi, Nicola Taresco και Loduico Ticionum και τον ηγεμόνα Giovanni Francesco Pico della Mirantola.

Μετά από εννεάμηνη παραμονή στην Άρτα μετέβη στην Μιραντούλη, όπου επιδόθηκε στην πιστή μετάφραση των αγιοπατερικών έργων στη λατινική γλώσσα. Λόγω ταραχών και κινδύνων που επικροτούσαν κατά την περίοδο αυτή αναγκάζεται να προσφύγει στον Δομινικανό Καρδινάλιο Oliviero Carafa. Αυτός τον έστειλε στον βιβλιοθηκάριο και μεταφραστή έργων των Ελλήνων Πατέρων της μονης του Άγιου Μάρκου Renobius Acciqinoli, κοντά στον όποιο συνέχισε να εργάζεται και αυτός μεταφραστικά κι όχι φορώντας το ράσο του Δομινικανού μοναχού, όπως κακώς του αποδόθηκε.
Ο σοφός Μιχαήλ Τριβώλης, «επειδή το καθολικόν περιβάλλον του έσφιγγε κυριολεκτικώς την καρδίαν, δεδομένου ότι ήτο πιστός ορθόδοξος χριστιανός, έφυγεν άπό την παποκρατούμενην ταύτην μονήν προφασιζόμενος ασθένειαν και έλλειψιν ηρεμίας του, ψυχικής και πνευματικής, όπως ακριβώς έγραφεν αργότερον εις τον φίλον του Ιωάννην Γρηγορόπουλον».

Κουρασμένος πολύ άπό τις συνεχείς μελέτες, τις πολλές συγγραφές και μεταφράσεις, θλιμμένος άπό τον θάνατο των γονέων του, ταλαιπωρημένος άπό τις μετακινήσεις, επηρεασμένος άπό τις πατερικές μελέτες, στενοχωρημένος άπό την υποδούλωση της πατρίδος του στους Τούρκους, αποφασίζει τη μοναχική του αφιέρωση. Δεν θέλησε να παραμείνει στη Δύση, όπου μάλλον θα είχε μία λαμπρή ακαδημαϊκή σταδιοδρομία και θα συνέχιζε το πλούσιο και σπουδαίο μεταφραστικό του έργο. Επιστρέφει άπό εκεί έχοντας διδαχθεί θεολογία, φιλοσοφία, φιλολογία, ιστορία και τις γλώσσες αρχαία ελληνική, λατινική, γαλλική και ιταλική.
Ήλθε στο Άγιον Όρος και επέλεξε τη μεγάλη μονή του Βατοπαιδίου, πιθανόν για τους σοφούς και ενάρετους μο ναχούς της και την πλούσια βιβλιοθήκη της. Ο πολύσοφος Αρτηνός Μιχαήλ Τριβώλης με τις υψηλές σπουδές στην Ιταλία φθάνει ως απλός προσκυνητής στο αρχαίο αυτό εργαστήρι της αγιότητος και της σοφίας. Ο αναφερθείς διδάσκαλος του Ιωάννης Λάσκαρης είχε αποσταλεί στο Αγιον Όρος από τον Λουδοβίκο τον ΙΒ’ για την παραλαβή χειρογράφων. Άπό αυτόν είχε πληροφορηθεί για τους θησαυρούς των αγιορειτικών βιβλιοθηκών και ιδιαίτερα της μονής Βατοπαιδίου.

Στη μονή Βατοπαιδίου μετέβη στα τέλη του 1505 η αρχές του 1506. Μετά δοκιμή εκάρη μοναχός με το όνομα Μάξιμος και εντρυφούσε «εις αδιάκοπους μελέτας».
Στη μονή συναντήθηκε με τον άγιο Νήφωνα τον Β’ και με άλλους λογίους και αγίους μοναχούς. «Αυτοεταπεινώθη, καίτοι ευγενής και σοφός διαβιώνων ομοίως μετ’ απλοϊκών μοναχών και ησθάνετο τον εαυτόν του πνευματικώς πτωχόν ως αισθάνεται ακριβώς ο γνήσιος Αγιορείτης μοναχός. Η ταπείνωσίς του αποδεικνύεται άλλωστε από την συνήθη επίκλησιν των Αγίων Πατέρων, αποστρεφόμενος πάντοτε τον θησαυρόν των γνώσεων του εις όλα τα θεολογικά συγγράματά του. Εξ αυτών των ιδίων συγγραμμάτων του αποδεικνύονται και αι ορθαί αυτού απόψεις περί μοναχισμού, αποπνέοντας αγιορειτικήν ευωδίαν. Υπήρξεν ένας ησυχαστής και νηπτικός μοναχός».
Κατά τη βιογραφία του ο όσιος αναπαυόμενος ψυχικά «έχει στην μόνωσι, μακρυά από τον θόρυβο των κυμάτων των διαφόρων σφαλερών βιοτικών λογισμών, ανάμεσα σε έμπειρους και ομοτρόπους γέροντες άρχισε να ζή σύμφωνα με τους κανόνες της Μονής Βατοπεδίου. Εκτελούσε επιμελώς τις μοναχικές υποσχέσεις της ακτημοσύνης και της εκκοπής του ιδίου θελήματος».

Πράγματι ο θείος Μάξιμος «επιδόθηκε με ζήλο στη μελέτη και στην άσκηση της πνευματικής ζωής. Έμεινε στη Μονή δέκα ολόκληρα χρόνια ως απλός μοναχός, αποφεύγοντας τα μοναχικά αξιώματα και μετέχοντας μόνο σε διάφορες αποστολές εκ μέρους της Μονής στη Μακεδονία και στα νησιά, όπου κήρυττε τον θείο λόγο». Οι έξοδοι του Μαξίμου από τη μονή του συνεδύαζαν συνήθως τρεις σημαντικές εργασίες: «α) την συγκέντρωσιν χρημάτων διά τας ανάγκας της Μονής Βατοπαιδίου, β) εθναποστολικόν έργον, το οποίον απέβλεπεν εις την αφύπνισιν της εθνικής συνειδήσεως των Ελλήνων και εις την ανάληψιν δράσεως εναντίον της τουρκικής τυραννίας και γ) ιεραποστολικόν έργον, κατά την διάρκειαν του οποίου δεν εφοβείτο να ομιλή κατά του Καθολικισμού, ότε ευρίσκετο εις ελληνικάς ενετοκρατουμένας νήσους και κατά του Μωαμεθανισμού ότε ευρίσκετο εις τουρκοκρατουμένας ελληνικάς περιοχάς».
Οι συχνές αποστολές του στο έργο αυτό των εράνων και των κατηχήσεων φανέρωνε την εμπιστοσύνη, την εκτίμηση και τον σεβασμό που έτρεφαν οι Βατοπαιδινοί πα τέρες στο πρόσωπο του συμμοναστή τους. Ο νέος μοναχός, μολονότι επεδίωκε διακαώς τη μόνωση για μελέτη και προσευχή, έκανε υπακοή και άφηνε το αγαπητό του μοναστήρι για να περιέρχεται τον κόσμο. Ταξίδευε από υπακοή και αισθανόταν ασφαλισμένος, παρά τις πολλές και μεγάλες δυσκολίες των καιρών και των υποδούλων τόπων. Αυτό το έκανε γιατί αγαπούσε τους αδελφούς του στη μονή και τον κόσμο. Περιδιαβαίνοντας πόλεις και χωριά της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδος συγκέντρωνε ελεημοσύνες, ξεπληρώνοντας την αγαθοδοσία τους με λόγους διδακτικούς, ευαγγελικούς κι αγιοπατερικούς, για ακριβή τήρηση των ορθοδόξων δογμάτων και των ηθών.

Το έργο του αυτό στις αρχές της τουρκοκρατίας είχε μεγάλη σημασία και αξία. Δίκαια αναφέρεται ότι «ηγωνίσθη εθνοθρησκευτικώς. Ωμίλει και ηγωνίζετο όπου τα Πατριαρχεία τον εκάλουν και όπου το Άγιον Όρος τον έστελνε, δια την διατήρησιν της ορθοδόξου πίστεως και της ελληνικής συνειδήσεως άλλα και διά την ενίσχυσιν της πίστεως των Ελλήνων ραγιάδων προς την ελευθερίαν. Υπήρξεν ο προπομπός του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού και του εθνεγέρτου Ρήγα Φερραίου». Ο άγιος Μάξιμος με οπλισμό τη θερμή πίστη, την πλούσια γνώση, το θάρρος και τη δύναμη δεν φοβήθηκε να εναντιωθεί κατά δύο ξένων ρευμάτων του μουσουλμανισμού από την Ανατολή και του καθολικισμού από τη Δύση. Οι μακρές περιοδείες του στα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου και από τη Βλαχία ως την Αίγυπτο είχαν βαθειά επίδραση στις ψυχές των Ορθοδόξων.

Οι πληροφορίες του πάντοτε φιλομαθούς Μαξίμου, «ότι η Μονή Βατοπαιδίου περιελάμβανε μέγαν πλούτον εκ φιλολογικών και πατρολογικών χειρογράφων και αφ΄ ετέρου ότι υπήρχον εκεί και άλλοι λόγοι, μετά των οποίων θα διελέγετο θεολογικώς και θα εξεπαίδευον όλοι ομού τους άλλους μοναχούς, ευχαρίστως τον έκανε να επιλέξη μεταξύ πολλών περιφήμων Μονών του Αγίου Όρους το Βατοπαίδιον, διά να εγκαταβιώση εκεί μετά ταπεινότητος» τον διαβεβαίωσαν ότι έπραξε άριστα.

Κατά τη δεκαετία (1506-1516) που παρέμεινε στη μονή Βατοπαιδίου, στο εργαστήρι αυτό της αγιότητος και της σοφίας, ο πολυτάλαντος Μάξιμος ασχολήθηκε και με τη συγγραφή. Συγκεκριμένα με την υμνογραφία και τη σύνθεση ενός Παρακλητικού Κανόνος στον Τίμιο Πρόδρομο, τον προστάτη των μοναχών και πέντε επιγραμμάτων: Ένα στον πατριάρχη Ιωακείμ, δύο στον άγιο Νήφωνα Β΄, ένα στον μεγάλο ρήτορα και φιλόσοφο Μανουήλ και ένα στον ηγεμόνα της Βλαχίας Νεάγκο. Κατά τον καθηγητή Π. Χρήστου ο όσιος Μάξιμος αποτελεί «μία από τις μεγαλύτερες θεολογικές προσωπικότητες της μεταβυζαντινής εποχής», ενώ κατά την εκεί παραμονή του, όπως ο ίδιος μας πληροφορεί, «ή μονή ήταν πλέον λαύρα, σκήτη, και ακολουθούσε το σύστημα τής ημικοινοβιακής ζωής».

Η φήμη του αγίου Μαξίμου έφθασε πέρα από το Αγιον Όρος. Ο σλαβικός κόσμος, που έτρεφε από παλαιά μεγάλη ευλάβεια για τον ιερό Αθωνα και είχε πνευματικούς δεσμούς ιδιαίτερα με τη μονή Βατοπαιδίου, βρισκόμενος σε μεγάλη ανάγκη ζητούσε εσπευσμένα πνευματική βοήθεια. Ο πρεσβευτής της Μόσχας στην Κωνσταντινούπολη Αντρέγιεφ Βασίλειος Καρόμπωφ με τη διαμεσολάβηση του Οικουμενικού Πατριάρχου Θεολήπτου Α΄ (1513-1522) σε έκθεση του προς τον μεγάλο Ρώσο ηγεμόνα Βασίλειο Ιβάνοβιτς έγραφε: «Τότε, (μετά δηλαδή την αδυναμία του Βατοπαιδινού μοναχού Σάββα λόγω γήρατος και ασθενείας να μεταβεί στη Ρωσία) ο ηγούμενος της μονής Βατοπεδίου Άνθιμος και η Ιερά Επιστασία, προέκριναν τον μοναχόν Μάξιμον, μόνον κατάλληλον, ως η Υμετέρα Αυτοκρατορική Μεγαλειότης θα αντελήφθη, μετά τον Σάββαν να φέρη εις πέρας το έργον σας. Είναι βαθύς μελετητής των Γραφών και ικανότατος μεταφραστής τόσον των θύραθεν, όσον και των Ιερών βιβλίων. Εσπούδασεν εις την Εσπερίαν πολλά έτη, και ως με διαβεβαίωσεν η Αυτού Θειοτάτη Παναγιότης Θεόληπτος ο Α΄, κάτοχος μεγάλης μορφώσεως και γνώστης των διεθνών πνευματικών ρευμάτων, αλλά και των προβλημάτων της κατ’ Ανατολάς Εκκλησίας. Ο Παναγιώτατος επέδειξεν Ιερόν ζήλον και η Μήτηρ Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως έλαβε σοβαρώς υπ΄ όψιν το γεγονός της αποστολής εις την Μοσχοβίαν τοιούτου ανδρός, δια την εφαρμογήν των σχεδίων Σας».

Ο φιλόθεος και φιλομαθής ηγεμόνας Βασίλειος Ιβάνοβιτς ήθελε κάποιον πολυμαθή άνδρα, για να προβεί στη διόρθωση των εκκλησιαστικών βιβλίων, που είχαν με τον καιρό αλλοιωθεί η είχαν λανθασμένα αντιγραφεί η μεταφρασθεί. Επρόκειτο μάλιστα για τα απαραίτητα λειτουργικά βιβλία, όπως το ψαλτήρι, το ευαγγέλιο και η θεία λειτουργία. Για το μεγάλο και σπουδαίο αυτό έργο επελέγη ο Μάξιμος. Συνοδευόμενος από τους Βατοπαιδινούς πατέρες ιερομόναχο Νεόφυτο και μοναχό Λαυρέντιο, που γνώριζαν τα ρωσικά, έφθασαν στις αρχές του 1518 στη Μόσχα μέσω Κριμαίας. Εκεί τον υποδέχθηκε ο ηγεμόνας με τιμές και όρισε να μένει στη μονή των Θαυμάτων, συντηρούμενος από τα ανάκτορα. Η πλούσια αυτοκρατορική βιβλιοθήκη εξέπληξε τον σοφό Μάξιμο. Αμέσως άρχισε το ερμηνευτικό του έργο με τη μετάφραση του ψαλτηρίου και την παράθεση αγιοπατερικών σχολίων.

Μετά ενάμισυ χρόνο παρέδωσε ολοκληρωμένη τη σπουδαία αυτή εργασία του, γράφοντας στον ηγεμόνα: «Λύτρωσε μας, από τη θλίψι του πολυχρόνιου αποχωρισμού, επίστρεφε μας με ασφάλεια στο τίμιο μοναστήρι του Βατοπεδίου, που ήδη από καιρό μας περιμένει με πόθο. Δώρισε μας, ώστε να εκπληρώσουμε τις μοναχικές μας υποσχέσεις εκεί όπου τις δώσαμε μπροστά στο Χριστό και στους φοβερούς του Αγγέλους κατά την ημέρα της κουράς. Απόλυσε μας γρηγορώτερα εν ειρήνη για να διακηρύξουμε και στους εκεί ευρισκομένους ορθοδόξους τους βασιλικούς σου άθλους… ».

Ο ηγεμόνας δεν επέτρεψε στον Μάξιμο να αναχωρήσει, αλλά θαυμάζοντας την εξαιρετική ερμηνευτική του εργασία, του έδωσε άφθονη ύλη από την Αγία Γραφή, τους Λόγους των Αγίων Πατέρων και τους Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας, για να συνεχίσει το έργο του, μαζί με την αποκάθαρση των λειτουργικών βιβλίων. Παραμένοντας ο θείος Μάξιμος επί πολύ στη Ρωσία μάθαινε εκτός της γλώσσης τα ήθη κι έθιμα του τόπου. Παρατηρούσε πως η πίστη των χριστιανών δεν ήταν βαθειά και δεν υπήρχε σαφής γνώση ούτε των βασικών δογμάτων της πίστεως. Δεισιδαιμονίες, παγανιστικές δοξασίες και διάφορες μορφές μαγείας επηρέαζαν τους πιστούς. Αναγκάσθηκε να γράψει και να μιλήσει αυστηρά για όλα αυτά τα παράτυπα και παράδοξα, ώστε ορισμένοι να τον συκοφαντήσουν και να τον αντιπαθήσουν πολύ. Δημιουργήθηκε ένας ισχυρός εχθρικός κύκλος εναντίον του, που δεν ανεχόταν επ΄ ουδενί τις δίκαιες παρατηρήσεις του για παρατυπίες, παρανομίες, υποκρισίες και δολιότητες που έπρατταν. Η εναντίον του ένταση μεγάλωσε, όταν υποστήριξε επίμονα την ακτημοσύνη των ιερών μονών και την αμεριμνία των μοναχών από την τεράστια περιουσία τους, όπου σε αυτή υπήγονταν ολόκληρα χωριά, που δημιουργούσαν προβλήματα και ταραχές και απομάκρυναν τους μοναχούς από την προσευχή και ησυχία. Επίσης δεν δίστασε να ελέγξει και αυτόν τον ηγεμόνα για λάθη του.

Έτσι οι εχθροί του συσπειρώθηκαν και τον κατηγόρησαν βάναυσα στον ηγεμόνα ότι εργάζεται εναντίον του. Τέλος τον οδήγησαν σε σκηνοθετημένη δίκη, όπου τον καταδίκασαν ως αιρετικό, για ηθελημένα λάθη του στις μεταφράσεις των εκκλησιαστικών βιβλίων. Παρότι ζήτησε συγχώρεση γονυπετής και μετά δακρύων για τα τυχόν λάθη του, δεν του δόθηκε. Κλείσθηκε σε κελλί παρακείμενης μονής ως φυλακισμένος. Του απαγορεύθηκε η μετάληψη των Αχράντων Μυστηρίων, ο εκκλησιασμός, η μελέτη, οι επισκέψεις και οι έξοδοι. Έγκλειστος επί μία εξαετία υπέμεινε στερήσεις από την πείνα, το ψύχος, την υγρασία, τη μόνωση, την έλλειψη βιβλίων και γραφίδος. Τον παραμυθούσε μόνο η προσευχή. Εκεί δέχθηκε την επίσκεψη ουράνιου αγγέλου. Γεμάτος χαρά συνέθεσε κανόνα στο Άγιον Πνεύμα, που έγραψε με κάρβουνο στον τοίχο της φυλακής του.

Οι συνεχείς και δίκαιες διαμαρτυρίες του αγίου Μαξίμου για την άδικη καταδίκη του στη μονή Βολοκολάμσκ ανάγκασαν τον μητροπολίτη Μόσχας Δανιήλ να συγκαλέσει σύνοδο το 1531, η οποία τον καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη στη μονή Ότροτς της πόλης Τβέρης και σε συνεχή στέρηση της θείας μεταλήψεως. Ο άγιος έμεινε τιμωρημένος επί εικοσαετία. Κατά τη διάρκεια της φυλακίσεως του συνέταξε ομολογία ορθοδόξου πίστεως και δύο απολογητικούς λόγους για τις διορθώσεις των ρωσικών εκκλησιαστικών βιβλίων. Μετά τον θάνατο του ηγεμόνος Βασιλείου και ο νέος Ιβάν Βασίλεβιτς συνέχιζε να επιμένει και να μη του επιτρέπει την ποθητή επιστροφή του στη μονή της μετανοίας του, τη μονή Βατοπαιδίου. Παρά τη μεσολάβηση των πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως Διονυσίου και Αλεξανδρείας Ιωακείμ ο νέος ηγεμόνας δεν επέτρεψε την επιστροφή του Μαξίμου στο εράσμιο Άγιον Όρος. Το μόνο που κατάφεραν ήταν να βελτιώσουν κάπως τις άθλιες συνθήκες διαβιώσεως του στην ειρκτή και να του επιτραπεί η μετάληψη των Αχράντων Μυστηρίων.

Τις θλίψεις και δοκιμασίες του θεωρούσε παραχωρήσεις παιδαγωγικές του Θεού προς ανάνηψη, μετάνοια και σωτηρία. Έτσι δεν επέτρεψε στον εαυτό του να απογοητευθεί από την αγνωμοσύνη και την κακεντρέχεια ορισμένων και υπέμεινε την αδικία ελπιδοφόρα. Τον παρηγορούσε η καθαρή του συνείδηση, η θερμή πίστη και η αγάπη των φίλων της αρετής. Μετά από 25 χρόνια σκληρής κάθειρξης ο όσιος Μάξιμος απελευθερώθηκε το 1551 με τις ενέργειες του ηγουμένου της μονής του Αγίου Σεργίου Αρτεμίου και ορισμένων ενάρετων βογιάρων. Ο διώκτης του ηγεμόνας έφθασε να τον τιμά, να τον συμβουλεύεται και να νουθετείται από τον ταπεινό ομολογητή και πολύσοφο οσιομάρτυρα. Τα τέλη του ήταν ειρηνικά και τιμημένα.

Εκοιμήθη στη Λαύρα του Άγιου Σεργίου στις 21 Ιανουαρίου 1556 σε ηλικία 86 ετών. Τα 38 έτη τα διήλθε στερημένος της ελευθερίας του, μέσα σε σκληρές κακουχίες, απάνθρωπες συνθήκες, βασικές στερήσεις και δυνατούς πόνους. Εντούτοις δεν κάμφθηκε, αλλά συνέχιζε, όσο μπορούσε, αναλώνοντας όλες του τις δυνάμεις υπέρ της αναμορφώσεως της Ρωσικής Εκκλησίας και του παρασυρμένου σε πάθη ρωσικού λαού. Όταν του επιτρεπόταν και μέσα στη φυλακή, δεν έπαυε να γράφει, να μεταφράζει και να επιστολογραφεί προς φωτισμό κλήρου και λαού.

Το συγγραφικό, μεταφραστικό και επιστολογραφικό του έργο είναι αρκετά πλούσιο και ποικίλο. Αναφέρεται σε δογματικά, απολογητικά, ερμηνευτικά, ηθικά και κοινωνικά θέματα και είχε μεγάλη απήχηση στον λαό. Νωρίς τιμήθηκε ως άγιος. Πολλοί τον ονόμαζαν «μέγα διδάσκαλο», «προφήτη», «άγιο», «όσιο», «φωτιστή των Ρώσων» και «θαυματουργό». Ο μητροπολίτης Μόσχας Πλάτων (+1812) κατεσκεύασε περίτεχνη λάρνακα και κουβούκλιο για το τίμιο λείψανο του αγίου. Ο αρχιμανδρίτης Αντώνιος της Λαύρας του Αγίου Σεργίου το 1833 έκτισε παρεκκλήσιο επί του τάφου του αγίου.

Στον πρόλογο των έργων του οσίου Μαξίμου, που εκδόθηκαν το 1859 από την Ακαδημία του Καζάν στη σλαβονική γλώσσα, αναφέρεται: «Η εποχή με την όποια σχετίζεται η διαφωτιστική δράσις στην Ρωσία του οσίου Μαξίμου του Γραικού, ήταν εποχή διαφόρων θλιβερών συγχύσεων, που εν μέρει μεν προήλθαν από ξένες επιδράσεις, εν μέρει δε από εσωτερικές αιτίες. Σε μία τέτοια δύσκολη εποχή μας ήλθε από την Ελλάδα αυτός ο επιφανής και μορφωμένος άνδρας. Η ορθόδοξη Ελλάδα στο πρόσωπο του έδωσε την πλέον «εύκαιρον βοήθειαν» στην Εκκλησία μας για την προστασία της πίστεως, την οποία αυτή της παρέδωσε και η οποία εκείνη την εποχή άρχισε να απειλείται από τέτοιους κινδύνους. Έμαθε την ρωσική και την σλαβονική γλώσσα. Γνώρισε την θρησκευτική και ηθική κατάστασι της Ρωσίας, τις ανάγκες και τις ελλείψεις της. Παρακολουθούσε προσεκτικά όλα όσα συνέβαιναν σ΄ αυτήν και αποφαινόταν για κάθε ιδιαίτερο γεγονός με τους φωτισμένους λόγους του.
»Προστάτευσε την Ρωσική Εκκλησία από τις αξιώσεις της Εκκλησίας της Ρώμης. Έγραψε εναντίον των ορθολογιστικών διδασκαλιών της δυτικής μεταρρυθμίσεως, εναντίον των Ιουδαίων, των παγανιστών και των μωαμεθανών.

»Διόρθωσε τα λειτουργικά εκκλησιαστικά βιβλία. Ερμήνευσε τις εκκλησιαστικές τελετές. Αναίρεσε τις διάφορες ψευδείς και δεισιδαίμμονες διηγήσεις που κυκλοφορούσαν στον λαό. Νουθετούσε τις αλήθειες της πίστεως και της ηθικής καθένα που προσέτρεχε κοντά του για συμβουλή. Μετέφρασε μερικά πατερικά έργα. Γενικά ενεργούσε με τέτοιο τρόπο ώστε εμόρφωσε πλήθος ανθρώπων, οι οποίοι μπορούσαν να συνεχίσουν μετά τον θάνατό του το μεγάλο έργο της πνευματικής διαφωτίσεως της Ρωσίας που άρχισε αυτός.

»Οι σύγχρονοί του δεν μπορούσαν να εκτιμήσουν την αξία του Μαξίμου. Για τα σκοτισμένα από την αμάθεια μάτια τους ήταν πολύ απρόσιτο αυτό το φως της αληθείας, με το οποίο απεκάλυπτε μπροστά τους τις πλάνες και τα ελαττώματα τους Για τους μεγάλους κόπους του του ανταπέδωσαν σκληρούς διωγμούς και μακροχρόνιες φυλακίσεις σε μοναστήρια. Για μας όμως είναι ανεκτίμητα τα έργα του, στα οποία αντανακλά πλήρως η υψηλή και φωτεινή του προσωπικότης και τα σκοτεινά γνωρίσματα της εποχής του».

Ο βαθύς μελετητής του βίου και του έργου του καθηγητής Γρηγόριος Παπαμιχαήλ γράφει περί αυτού: «Εκ των συγγραφών του Μαξίμου συνάγεται ότι διά των ενδελεχών αυτού μελετών απεκρυστάλλωσεν οριστικώς εν Άθω την θεολογικήν και φιλοσοφικήν αυτού κοσμοθεωρίαν, τας κυρίας γραμμάς της οποίας ορίζει εν οις έγραψε κατά τας διαφόρους περιστάσεις και αφορμάς. Κύριον αυτού χειραγωγόν έχων την θεολογίαν, ύπατον αυτής μύστην εδέχετο τον Ιωάννην Δαμασκηνόν, ον έτασσεν «υπέρ την φιλοσοφίαν», διότι ήτο, κατ΄ αυτόν, σοφώτατος και μέγας θεολόγος».

Κατά τον καθηγητή Βλάσιο Φειδά ο θείος Μάξιμος υπήρξε «κληρονόμος του ελληνικού πνεύματος, κάτοχος υψηλής ελληνολατινικής παιδείας, δημιουργός ενός χριστιανικού ανθρωπισμού, κατέστη εν Ρωσία ο κήρυξ του αληθούς χριστιανισμού. Η ρωσική παράδοσις παρέστησε τον Μάξιμον ως κήρυκα της ακραιφνούς θεολογίας, ως διδάσκαλον της ιεράς φιλοσοφίας, ως μάρτυρα εις Ρωσίαν, ως θαυματουργός Μάξιμος ο Γραικός εμφανίζεται εν Ρωσία, διά του έργου του, ως εν φαινόμενον άνευ προηγουμένου, φιλόλογος και ιστορικός, θεολόγος και φιλόσοφος, ποιητής και ρήτωρ, άμα δε και διαπρεπής κριτικός, εγένετο φορεύς των νέων δεών εν Ρωσία εις εποχήν συνεχών πνευματικών ζυμώσεων, αμφιρρόπων τάσεων και αγώνος νέων θρησκευτικών και εκκλησιαστικών ιδεών. Διά του αγώνος του θαρραλέως υπέδειξε πόσον η Ρωσία τότε απείχε του αληθούς χριστιανικού ιδεώδους».
Ο σοφός καθηγούμενος της ιεράς μονής Οσίου Γρηγορίου αρχιμανδρίτης Γεώργιος γράφει χαρακτηριστικά και χαριτωμένα: «Ο ταπεινός και σοφός Μάξιμος ο Γραικός ήλθε το 1506 στο Άγιον Όρος για να γίνει γνήσιος αγιορείτης μοναχός. Έγινε αγιορείτης. Ως αγιορείτης μετέβη στην Ρωσία. Έμεινε αγιορείτης. Υπέμεινε ως αγιορείτης. Εδίδαξε και έδρασε ως αγιορείτης. Η εντύπωσίς μου είναι ότι πέρασε από τον ουμανισμό, αλλά ποτέ δεν έγινε κατά βάθος ουμανιστής. Μέσα στην ορθόδοξο πατερική και αγιορειτική παράδοση υπήρχαν όλα τα στοιχεία που μπορούσαν να αναδείξουν τον άγιο Μάξιμο σε πρώτου μεγέθους πνευματικό διδάσκαλο και αναμορφωτή της Ρωσικής Εκκλησίας και κοινωνίας. Βλέπω έτσι τον άγιο Μάξιμο να έχη πολλά κοινά στοιχεία με τον φωτιστή των Ελλήνων άγιο Κοσμά τον Αιτωλό, τον ισαπόστολο, και να είναι πρόδρομός του. Και οι δύο έτυχαν θύραθεν μορφώσεως _αν και ο άγιος Κοσμάς όχι τόσο μακράς και λιπαράς όσο ο άγιος Μάξιμος. Και οι δύο αναπαύθηκαν όχι στην αυτονομημένη ανθρώπινη σοφία και γνώση, αλλά στην θεία σοφία του Ευαγγελίου του Χριστού. Και οι δύο δέχθηκαν και αφομοίωσαν την ορθόδοξο αγιορειτική και πατερική παράδοσι. Έμειναν πάντα αγιορείται και έδωσαν και μέσα στον κόσμο την μαρτυρία τους ως αγιορείται. Ο άγιος Μάξιμος είναι καύχημα της ορθοδόξου Εκκλησίας μας, του ελληνορθοδόξου γένους μας, του Αγίου Όρους. Νομίζω ότι οι κατωτέρω λέξεις του Ρώσου Βασσιανού περικλείουν την ουσιαστική προσφορά του αγίου Μαξίμου στον Ρωσικό λαό: «μόνον τώρα διά του Μαξίμου εγνωρίσαμεν τον Θεόν». Ο βαθύς σεβασμός που τρέφει μέχρι σήμερα ο ευσεβής ρωσικός λαός στο Άγιον Όρος οφείλεται ασφαλώς και στην προς αυτόν προσφορά του Αγίου Μαξίμου του Γραικού και αγιορείτου».

Τα συγγράμματα του αγίου Μαξίμου αντιγράφηκαν και διαδόθηκαν ταχύτατα. Εμφανίσθηκαν βίοι και εικόνες του σε μονές και ναούς σχεδόν αμέσως μετά την κοίμησή του. Εγράφησαν περιγραφές θαυμάτων του και ιερές ακολουθίες προς τιμή του. Ο τάφος του στη μονή Ζαγκόρσκ έγινε σύντομα λαϊκό προσκύνημα. «Η πίστη κι η αναγνώριση του λαού προηγείται κάθε άλλης διάταξης. Η επίσημη ανακήρυξη έχει το χαρακτήρα της επικύρωσης της υπάρχουσας παράδοσης και της γενικότερης προβολής και τιμής του Αγίου. Γι΄αυτό και αρχή της Ορθόδοξης Εκκλησίας, σ’ αντίθεση μ΄ ό,τι συμβαίνει στην Καθολική, είναι ότι με την επίσημη αναγνώριση δεν αγιοποιεί, αλλά απλά αναγνωρίζει την υπάρχουσα και από το εκκλησιαστικό πλήρωμα μαρτυρούμενη αγιότητα. Ως τέτοια πρέπει να θεωρηθεί η επίσημη αναγνώριση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο (έπειτα από πρόταση της Εκκλησίας της Ελλάδος) η δεύτερη από τη Ρωσική Εκκλησία».

Έτσι ο μητροπολίτης Άρτης κυρός Ιγνάτιος, κατόπιν εγγράφου αιτήματος του κ. Κωνσταντίνου Τσιλιγιάννη της 20 Δεκεμβρίου 1985, απέστειλε έγγραφο προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος στις 10 Ιανουαρίου 1986, διά του οποίου ζητούσε την αγιοκατάταξή του Αρτηνού Μαξίμου. Η Ιερά Σύνοδος ανέθεσε στον πρωτοπρεσβύτερο Ευάγγελο Μαντζουνέα τη μελέτη και την υποβολή εκθέσεως σχετικής προς Αυτήν, και αφού έκανε δεκτή την πρόταση απέστειλε τα στοιχεία προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο διά της από 1 Φεβρουαρίου 1988 επιστολής της. Η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου αναγνώρισε την αγιότητα του ιερού Μαξίμου στις 31 Μαΐου 1988 και το γνώρισε στην Εκκλησία της Ελλάδος διά επισήμου πατριαρχικού γράμματος.

Αμέσως μετά αναγνωρίσθηκε και από την Ιερά Σύνοδο του Πατριαρχείου Μόσχας και πάσης Ρωσίας, παρότι ετιμάτο ως άγιος στη Ρωσία ένα αιώνα μετά την κοίμηση του. Από τις 6 μέχρι τις 9 Ιουνίου 1988, έγιναν επίσημες τελετές στη Λαύρα του Αγίου Σεργίου του Ζαγκόρσκ προς τιμήν του αγίου.
Ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης καθώς και ο Γέροντας Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός συνέθεσαν πλήρη ασματική ιερά ακολουθία προς τιμήν του αγίου.

Η μνήμη του τιμάται στις 21 Ιανουαρίου ενώ η ανακομιδή και μετακομιδή των τιμίων λειψάνων του στις 12 Ιουλίου.

Πηγή:

Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου,

Βατοπαιδινό Συναξάρι,

έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος, 2007.


Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, 

όσιος ηγούμενος Μονής στη Χρυσόπολη (=Σκούταρι) Κων/πόλεως 

και απολογητής κατά της αιρέσεως του Μονοθελιτισμού 

στην Κωνσταντινούπολη, Β. Αφρική και Ρώμη, 

κοιμήθηκε εξόριστος στη Γεωργία, 

καταγωγή από Κωνσταντινούπολη (+662)

21 Ιανουαρίου και 20 Σεπτεμβρίου

13 Αυγούστου, ανακομιδή Ι. Λειψάνων

Ως μια από τις σπουδαιότερες μορφές της Εκκλησίας μας συγκαταλέγεται και ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής. Μέγας θεολόγος, φιλόσοφος, ασκητής και ομολογητής της ορθόδοξης πίστης.

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 580 από ευσεβείς και αριστοκράτες γονείς, γι’ αυτό απέκτησε σπουδαία μόρφωση στα εκεί ονομαστά πανδιδακτήρια.

Η ευγενής καταγωγή του τον βοήθησε να ανέλθει σε σπουδαίες θέσεις στην διοίκηση του Κράτους.

Σε ηλικία μόλις τριάντα ετών έγινε αρχιγραμματέας του αυτοκράτορα Ηράκλειου (610-641).

Όμως πολύ γρήγορα διαπίστωσε πως οι κοσμικές εξουσίες έχουν εφήμερο χαρακτήρα και γι’ αυτό αποφάσισε να αφιερωθεί στην Εκκλησία.

Αποσύρθηκε στη Μονή Φιλιππικού στη Χρυσούπολη και αργότερα στη Μονή Αγίου Γεωργίου στην Κύζικο, όπου έδειξε μεγάλο ζήλο για τη μοναχική ζωή και την άσκηση. 

Αλλά δεν έμελλε να απολαύσει την ήρεμη και ήσυχη μοναχική ζωή.

Στις μέρες του η Εκκλησία σπαράσσονταν από την αίρεση του μονοθελητισμού, την οποία είχε υιοθετήσει ο αυτοκράτορας Ηράκλειος και ήθελε να την επιβάλλει στους ορθοδόξους πιστούς υπηκόους του. Σύμμαχοι του ο πατριάρχης Σέργιος και ο διάδοχός του Πύρρος.

Η αίρεση του μονοθελητισμού ήταν προϊόν της προηγηθείσας αίρεσης του μονοφυσιτισμού, την οποία είχαν καταδικάσει η Δ΄ και η Ε΄ Οικουμενικές Σύνοδοι και αρνούνταν την πραγματική ενανθρώπηση του Θεού Λόγου.

Ο μονοθελητισμός δίδασκε πως ο Χριστός δεν είχε δύο θελήσεις και ενέργειες, όπως δόξαζε η Εκκλησία, αλλά μία θέληση και ενέργεια, τη θεία. Η αιρετική αυτή πίστη είχε τεράστιες επιπτώσεις στη σωτηρία του ανθρώπου, διότι απέρριπτε την αληθινή ανθρώπινη υπόσταση του Χριστού και άρα την πραγματική σωτηρία του ανθρωπίνου γένους. 

Ο Ηράκλειος είχε λόγους να επιβάλλει την αίρεση αυτή, για την ενότητα του κράτους. Οι ανατολικές επαρχίες, Μέση Ανατολή και η Αίγυπτος ήταν μονοφυσίτες, και πίστευε πως με τον μονοθελητισμό θα τους ενέτασσε και πάλι στην εξουσία του, διότι είχαν τάσεις ανεξαρτητοποίησης.

Ο άγιος Μάξιμος αντέδρασε σφόδρα κατά των ενεργειών αυτών του αυτοκράτορα. Με την αιτιολογία των βαρβαρικών επιδρομών, έφυγε το 626 από τη Μονή της Κυζίκου και πήγε στην Αφρική με τρεις μαθητές του, τους δύο Αναστάσιους και τον Θεόδωρο.

Εκεί βρίσκει τον επίσκοπο Πύρρο, τον οποίο κατατρόπωσε σε δημόσιο διάλογο για τις αιρετικές του θέσεις. Ο Πύρρος δέχτηκε κατ’ αρχήν την ορθόδοξη διδασκαλία, αλλά αργότερα την αναίρεσε ξανά και έγινε πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως το 654.

Στην Αφρική ο άγιος Μάξιμος γνώρισε και τον άγιο Σωφρόνιο μετέπειτα πατριάρχη Ιεροσολύμων, με τον οποίο ανάλαβαν κοινό αγώνα για την προάσπιση της Ορθοδοξίας.

Το 646 μετέβη στη Ρώμη, όπου συνάντησε τον Πάπα Μαρτίνο Α΄, στον οποίο εξήγησε το πρόβλημα της Εκκλησίας στο Βυζάντιο. Μάλιστα κατόρθωσε να συγκαλέσει τη Σύνοδο του Λατερανού το 649, η οποία καταδίκασε την αίρεση του μονοθελητισμού και αναθεμάτισε όσους την ακολουθούν.

Η απόφαση της Συνόδου ερμηνεύτηκε από τον διάδοχο του Ηρακλείου, επίσης αιρετικό, αυτοκράτορα Κώνστα Β΄ ως στάση κατά του κράτους και γι’ αυτό το 453 στάλθηκε απόσπασμα στη Ρώμη, το οποίο συνέλαβε τον άγιο Μάξιμο, τους τρείς μαθητές του και τον Πάπα Μαρτίνο και τους οδήγησε δέσμιους στην Κωνσταντινούπολη.

Οι τιμωρίες ήταν φρικτές, στον άγιο Μάξιμο και τους μαθητές του, τους έκοψαν τη γλώσσα και το δεξί χέρι και στον Πάπα τον εξόρισαν στη Χερσώνα και τον καταδίκασαν να ζει σε άθλιες συνθήκες. Ο άγιος Μάξιμος πέθανε τις 13 Αυγούστου του 662 φυλακισμένος το φρούριο Σχίμαρι Λαζικής. Λίγο αργότερα πέθαναν και οι μαθητές του, καθώς και ο εξόριστος Πάπας. 

Η Εκκλησία μας αναγνώρισε τους αγώνες του αγίου Μαξίμου, τον οποίο κατέταξε στους μεγάλους αγίους και του έδωσε τον τίτλο του ομολογητή. Το ίδιο έκαμε και για τους τρεις μαθητές του και για τον άγιο Μαρτίνο.

Η διδασκαλία του αγίου Μαξίμου πηγάζει από τους αρχαίους Πατέρες της Εκκλησίας και από τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων και εκφράζει απόλυτα τη γνήσια παράδοση.

Ο Υιός και Λόγος του Θεού είναι της αυτής ουσίας του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος, ο Οποίος έγινε άνθρωπος για τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους.

Στο θενδρικό πρόσωπο του Σωτήρα Χριστού ενώθηκε η θεία με την ανθρώπινη φύση, χωρίς καμιά σύγχυση, αλλοίωση και τροπή.

Στο πρόσωπο του Χριστού υπήρχαν επίσης και δύο θελήσεις, όπως και δύο ενέργειες, η θεία και η ανθρώπινη. Χάρις στην τέλεια αυτή ένωση των δύο φύσεων και τη λειτουργία των δύο θελήσεων και ενεργειών συντελέστηκε η σωτηρία του ανθρωπίνου γένους.

Αντίθετα, ο μονοφυσιτισμός, αρνούμενος την πραγματική ενανθρώπιση του Θεού, και ο μονοθελητισμός, αρνούμενος την ανθρώπινη θέληση, δηλαδή την ελεύθερη θέληση του ανθρώπου να σωθεί, καθιστά τη σωτηρία θεωρητική και όχι πραγματική, όπως δοξάζει η Ορθοδοξία μας. Η ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος (680) στηρίχτηκε και ανάπτυξε τη θεολογία του αγίου Μαξίμου. 

Ο άγιος Μάξιμος ανήκει επίσης στους μυστικούς θεολόγους. Με τη δική του φωτισμένη συμβολή, κατόρθωσε να μεταστοιχειώσει τον νοσηρό μυστικισμό του νεοπλατωνισμού, που ήταν διάχυτος στην εποχή του, όπως λ.χ. στα περίφημα «Αρεοπαγιτικά Συγγράμματα», σε ορθόδοξη θεολογία.

Σε εμπειρική, δηλαδή, εσωτερική βίωση της παρουσίας και των ενεργειών του Θεού, απαλλαγμένη από κάθε νοησιαρχία, η οποία δεν έχει θέση στη θεολογία των Πατέρων της Εκκλησίας μας και στους βυζαντινούς θεολόγους.

Είναι ακόμα ο θεμελιωτής της αποφατικής θεολογίας, ο ορθόδοξος τρόπος προσέγγισης του μυστηρίου της Θεότητας. Το απέραντο συγγραφικό έργο του αγίου Μαξίμου αποτελεί μέχρι σήμερα πηγή μελέτης και βίωσης της ορθόδοξης πνευματικότητας.

Η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του στις 21 Ιανουαρίου.


Επιπλέον Πληροφορίες...

Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, μέγας θεολόγος και Πατήρ της Εκκλησίας, ωμολόγησε την Ορθόδο­ξο Πίστι σε μία εποχή που παρουσιάζει πολλές ο­μοιότητες με την ιδική μας. Η πολιτική των τότε αυ­τοκρατόρων απέβλεπε σε πολιτικοκοινωνικές ενοποιήσεις σαν τις σημερινές. Ως πρόσφορο μέσον για την πραγματοποίησί τους θεωρήθηκε η υποστήριξις της αιρέσεως του Μονοθελητισμού. Είχαν χρησιμοποιη­θή και εκκλησιαστικοί άνδρες, οι οποίοι υποστήριζαν την αίρεσι χάριν των κοσμικών αυτών σκοπιμοτήτων. Είχαν πιστεύσει ότι ασκούν τάχα κάποια εκκλησια­στική οικονομία. Δυστυχώς, όλοι σχεδόν οι πατριαρ­χικοί θρόνοι είχαν πέσει στην αίρεσι του Μονοθελη­τισμού. Η Ορθόδοξος Πίστις ζούσε μόνο στην συνεί­δησι του πιστού λαού και εκφραζόταν με το στόμα των ελαχίστων Ομολογητών, οι οποίοι την εστερέω­σαν με το μαρτύριό τους.

Την εποχή αυτή ο άγιος Μάξιμος είχε διαδραμα­τίσει πρωτεύοντα ρόλο για την συγκρότησι της ορθο­δόξου τοπικής Συνόδου της Ρώμης (649), η οποία κα­τεδίκασε τον Μονοθελητισμό. Για τον λόγο αυτό ευρίσκεται εξόριστος στην Βιζύη της Θράκης. Έχει διακόψει την εκκλησιαστική κοινωνία με τους πα­τριαρχικούς θρόνους της Ανατολής, επειδή έχουν εκ­πέσει στην αίρεσι. Η αναφορά του είναι στην ορθο­δοξούσα τότε Ρώμη και στον Ομολογητή άγιο Πάπα Μαρτίνο.

Με σκοπό να μεταβάλλουν την γνώμη του και να τον προσεταιρισθούν, ο επίσκοπος Θεοδόσιος και οι αυτοκρατορικοί απεσταλμένοι τον επισκέπτονται στην Βιζύη και διεξάγουν τον κατωτέρω διάλογο. Ο Άγιος με αταλάντευτη σταθερότητα διακρίνει την αλήθεια από την αίρεσι, το φως από το σκότος, και με γνώμονα την διδασκαλία των αγίων Αποστόλων και Πατέρων ανασκευάζει τα επιχειρήματα των μονοθελη­τών συνομιλητών του. Είναι συγκινητική η ταπείνω­σις του Αγίου που συνοδεύει όλες τους τις εκφράσεις και κινήσεις, ακόμη και την ώρα που η αδικία εναντίον του είναι κατάφωρη. Προφανώς, ο φόβος του Θεού, η σταθερή ομολογία και η αληθινή ταπείνωσις συνιστούν το ιερό τρίπτυχο που χαρακτηρίζει κάθε Ορθόδοξο ομολογία.

Ο διάλογος του αγίου Μαξίμου στον τόπο της εξορίας του με τους συγκλητικούς άρχοντες και με τους επισκόπους της Κωνσταντινουπόλεως είναι ένα κλασικό πλέον κείμενο, στο οποίο φανερώνει τις γνή­σια Ορθόδοξες και εκκλησιαστικές προϋποθέσεις του Αγίου και τις αιρετικές και κοσμικές αντίστοιχα των συνομιλητών του.

Παραθέτουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα από αυτόν τον διάλογο, επειδή πιστεύουμε ότι θα βοηθή­ση τον λαό του Θεού να αντιληφθή ποιοι είναι σε κά­θε εποχή οι εκφρασταί της Πίστεώς του, αλλά και να δώσουμε αφορμές θεολογικής αυτοκριτικής σε όσους λόγω της εκκλησιαστικής τους ευθύνης ευρίσκονται μπροστά σε προφανή κίνδυνο να αθετήσουν και σήμε­ρα την ακρίβεια της αγίας Ορθοδόξου Πίστεως λόγω άλλων σκοπιμοτήτων.

Στις 24 του μηνός Αυγούστου, της 14ης επινεμή­σεως που μόλις τώρα πέρασε, επισκέφθηκε τον αββά Μάξιμο στον τόπο της εξορίας του, δηλαδή στο κά­στρο της Βιζύης, ο προρρηθείς επίσκοπος Θεοδόσιος, σταλμένος όπως είπε από τον ίδιο τον πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως Πέτρο. Και μαζί του οι ύπατοι Παύλος και Θεοδόσιος, σταλμένοι όπως είπαν κι αυ­τοί από τον βασιλέα. Είχαν μαζί τους, καθώς φαίνε­ται, και τον επίσκοπο Βιζύης. Και λέγει ο Θεοδόσιος ο Επίσκοπος:

ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ: Παρακαλούν μέσω ημών ο βασι­λεύς και ο πατριάρχης, να μάθουν από σένα ποια εί­ναι η αιτία που δεν έχεις κοινωνία με τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Γνωρίζετε τις καινοτομίες που έγιναν από την επινέμησι του περασμένου κύκλου, οι όποίες άρχισαν από την Αλεξάνδρεια με τα εννέα κεφάλαια που εξέθεσε ο Κύρος, αυτός που δεν ξέρω πως έγινε πατριάρχης της πόλεως εκείνης, και που επικυρώθη­καν από τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Γνωρί­ζετε επίσης και τις άλλες αλλοιώσεις, τις προσθήκες και τις αφαιρέσεις, που έγιναν συνοδικά από τους προεδρεύσαντας στην Εκκλησία των Βυζαντινών. Εν­νοώ τον Σέργιο, τον Πύρρο και τον Παύλο. Και αυτές τις καινοτομίες τις γνωρίζει όλη η οικουμένη. Γι' αυ­τήν την αιτία δεν έχω κοινωνία, ο δούλος σας, με την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Ας αρθούν τα εμπόδια που μπήκαν από τους παραπάνω άνδρες, και μαζί μ' αυτά κι αυτοί που τάβαλαν, όπως είπε ο Θεός: «και τους λίθους εκ της οδού διαρρίψατε» (Ιερεμ. 50, 26). Έτσι, βρίσκοντας την οδό του Ευαγγελίου όπως ήταν πρώτα, λεία και ομαλή και ελεύθερη από κάθε α­κανθώδη αιρετική κακία, θα την βαδίζω χωρίς να μου χρειάζεται καμμία ανθρώπινη προτροπή. Μέχρις ότου όμως οι πατριάρχαι της Κωνσταντινουπόλεως καυχώ­νται για τα τεθέντα εμπόδια και γι' αυτούς που τα έβα­λαν, δεν υπάρχει κανένας λόγος ή τρόπος που να με πείση να έχω κοινωνία με αυτούς.

ΘΕΟΔ.: Μα τι κακό λοιπόν ομολογούμε, ώστε να χωρισθής από την κοινωνία μαζί μας;

ΜΑΞΙΜΟΣ: Επειδή λέγετε ότι ο Θεός και Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός έχει μία ενέργεια της Θεότητος και ανθρωπότητός του. Έτσι συγχέετε τον λόγο της θεολογίας με τον λόγο της οικονομίας.

Και πάλι, υιοθετώντας άλλη καινοτομία, αφαιρεί­τε εξ ολοκλήρου όλα τα γνωριστικά και συστατικά (στοιχεία) της θεότητος και ανθρωπότητος του Χρι­στού, θεσπίζοντας με νόμους και τύπους, ότι δεν πρέ­πει να λέγεται γι' Αυτόν, ούτε μία ούτε δύο θελήσεις ή ενέργειες. Αυτό είναι πράγμα ανυπόστατο, διότι οι άγιοι Πατέρες μας διδάσκουν μεγαλοφώνως ότι: «Αυτό που δεν έχει καμμιά δύναμι, ούτε υπάρχει ούτε είναι κάτι ούτε έχει καμμία εντελώς θέσι».

ΘΕΟΔ.: Μη παίρνης σαν κύριο δόγμα, αυτό που γίνεται από οικονομία.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Αν δεν είναι κύριο δόγμα για όσους το δέ­χονται, για ποιο λόγο με παραδώσατε ανέντιμα σε βάρβαρα και άθεα έθνη; Για ποιο λόγο καταδικάσθη­κα να μένω στη Βιζύη, και οι σύνδουλοί μου, ο ένας στην Πέρβερι κι ο άλλος στην Μεσήμβρια;

Και ποιος πιστός δέχεται την οικονομία που κάνει να σιγήσουν τα λόγια, τα οποία οικονόμησε ο των όλων Θεός να ειπωθούν από τους αποστόλους και τους προφήτας και διδασκάλους; Κι ας ιδούμε, μεγάλε κύ­ριε, σε ποιο κακό καταλήγει το θέμα αυτό, αν το καλο­εξετάσουμε. Διότι ο Θεός έβαλε στην Εκκλησία, πρώ­τον μεν τους αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, για να καταρτίζωνται οι πιστοί, λέγοντας στο Ευαγγέλιο προς τους αποστόλους και μέσω αυτών προς τους μεταγενεστέρους «Ο υμίν λέγω, πάσι λέ­γω», και πάλι «ο δεχόμενος υμάς εμέ δέχεται, και ο α­θετών υμάς, εμέ αθετεί». Είναι λοιπόν φανερό και ανα­ντίρρητο, ότι αυτός που δεν δέχεται τους αποστόλους και τους προφήτας και διδασκάλους και δεν υπολογί­ζει τα λόγια τους, δεν υπολογίζει τον ίδιο το Χριστό.

Ας εξετάσουμε δε και κάτι άλλο. Ο Θεός διάλεξε και κατέστησε αποστόλους, προφήτας και διδασκά­λους, προς τον καταρτισμό των πιστών. Αντίθετα, ο διάβολος διάλεξε και ξεσήκωσε ψευδαποστόλους και ψευδοπροφήτας και ψευδοδιδασκάλους, για να πολε­μηθή και ο παλαιός νόμος και ο ευαγγελικός. Μονα­δικούς δε ψευδαποστόλους και ψευδοπροφήτας και ψευδοδιδασκάλους εννοώ τους αιρετικούς, των ο­ποίων είναι διεστραμμένοι οι λόγοι και οι λογισμοί. Όπως ακριβώς λοιπόν αυτός που δέχεται τους αληθι­νούς αποστόλους και προφήτας και διδασκάλους, δέ­χεται τον Θεό, έτσι και αυτός που δέχεται τους ψευδα­ποστόλους και ψευδοπροφήτας και ψευδοδιδασκά­λους, δέχεται τον διάβολο. Αυτός λοιπόν που βάζει τους αγίους μαζί με τους βδελυρούς και ακαθάρτους αιρετικούς (δεχθήτε τα λόγια μου, λέγω την αλήθεια), προφανώς βάζει στην ίδια μοίρα τον Θεό μαζί με τον διάβολο.

Αν λοιπόν εξετάζοντας τις καινοτομίες που έγι­ναν τώρα στα χρόνια μας, τις βρίσκουμε να έχουν κα­ταντήσει σ' αυτό το πιο ακραίο κακό, προσέξτε μή­πως, ενώ προφασιζόμαστε την ειρήνη, βρεθούμε να νοσούμε και να κηρύττουμε την αποστασία, η οποία θα είναι, κατά τον θείο απόστολο, πρόδρομος της πα­ρουσίας του Αντιχρίστου. Αυτά σας τα είπα χωρίς κανένα δισταγμό, κύριοί μου, για να λυπηθήτε τους ε­αυτούς σας κι εμάς.

Με συμβουλεύετε επίσης να έλθω να κοινωνήσω με την Εκκλησία στην οποία τέτοια κηρύσσονται, ε­νώ έχω άλλα γραμμένα στο βιβλίο της καρδιάς μου, και να γίνω κοινωνός μ' αυτούς που νομίζουν ότι στρέφονται εναντίον του διαβόλου με την βοήθεια του Θεού, ενώ στην πραγματικότητα στρέφονται ενα­ντίον του Θεού; Να μη δώση Ο Θεός, που γεννήθηκε για μένα χωρίς αμαρτία!

Και αφού τους έβαλε μετάνοια, είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Οτιδήποτε έχετε διαταγή να κάνετε στο δούλο σας, σας λέγω κάμετέ το. Εγώ πάντως ουδέπο­τε θα γίνω συγκοινωνός μ' αυτούς που δέχονται αυτές τις καινοτομίες.

Μόλις τα άκουσαν εκείνοι αυτά, πάγωσαν. Έβαλαν κάτω τα κεφάλια τους και εσιώπησαν για αρκετή ώρα. Σήκωσε κάποια στιγμή το κεφάλι του ο επίσκοπος Θεοδόσιος, κύτταξε προς τον αββά Μάξιμο και είπε:

ΘΕΟΔ.: Σου λέμε λοιπόν εμείς πως, εάν εσύ κοι­νωνήσης, ο δεσπότης μας ο βασιλεύς θα ελαφρύνη τον Τύπο.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Η απόστασις που μας χωρίζει είναι ακόμη μεγάλη. Τι θα κάνουμε με το δόγμα του ενός θελήμα­τος που επικυρώθηκε συνοδικά από τον Σέργιο και τον Πύρρο για την αναίρεσι κάθε ενέργειας;

ΘΕΟΔ.: Εκεινο το χαρτί καταστράφηκε και αχρη­στεύθηκε.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Το έσβησαν από τους πέτρινους τοίχους, όχι όμως κι από τις νοερές ψυχές. Ας δεχθούν την καταδίκη του που έγινε συνοδικά στην Ρώμη με ευσε­βή δόγματα και κανόνες, και τότε θα λυθή το μεσότοι­χο και δεν θάχουμε ανάγκη από συμβουλές.

ΘΕΟΔ.: Δεν έχει ισχύ η σύνοδος της Ρώμης, γιατί έγινε χωρίς την διαταγή του βασιλέως.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Αν οι διαταγές των βασιλέων δίνουν κύ­ρος στις προγενέστερες συνόδους και όχι η ευσεβής πίστις, ας δεχθούν και τις συνόδους που έγιναν ενα­ντίον του ομοουσίου, μια και έγιναν με εντολή των βασιλέων. Και ποιος κανόνας ορίζει να είναι έγκυρες μόνο εκείνες οι σύνοδοι που συνεκλήθησαν με εντολή βασιλέως ή οπωσδήποτε όλες οι σύνοδοι να συγ­καλούνται κατόπιν βασιλικής διαταγής; Ο ευσεβής κανών της Εκκλησίας γνωρίζει ως άγιες και έγκυρες εκείνες τις συνόδους, τις οποίες διακρίνει η ορθότης των δογμάτων.

ΘΕΟΔ.: Όπως τα λες είναι. η ορθότης των δογμά­των δίνει κύρος στις συνόδους. Τι λοιπόν; Δεν πρέπει καθόλου να λέμε μία ενέργεια στον Χριστό;

ΜΑΞΙΜΟΣ: Σύμφωνα με την αγία Γραφή και τους α­γίους Πατέρας τίποτα τέτοιο δεν παρελάβαμε να λέμε. Αλλά, όπως ακριβώς παρελάβαμε να πιστεύωμε για το Χριστό δύο φύσεις, αυτές από τις οποίες απαρτίζε­ται, έτσι μας επετράπη να πιστεύω με και να ομολογούμε και τις φυσικές Του θελήσεις και ενέργειες που υπάρχουν καταλλήλως σ' αυτόν, αφού αυτός ο ίδιος είναι εκ φύσεως Θεός μαζί και άνθρωπος.

ΘΕΟΔ.: Πράγματι, κύριε, και εμείς ομολογούμε και τις φύσεις και τις διάφορες ενέργειες, δηλαδή και την θεία και την ανθρωπίνη. και ότι η θεότης του εί­ναι θελητική και η ανθρωπότης του θελητική. επειδή η ψυχή του δεν ήταν χωρίς θέλησι. Αλλά για να μη χάνουμε τον καιρό μας εδώ, ό,τι κι αν είπαν οι Πατέ­ρες το ομολογώ, και μάλιστα το κάνω και εγγράφως (δηλαδή), δύο φύσεις και δύο θελήματα και δύο ενέρ­γειες. Έλα λοιπόν να κοινωνήσης μαζί μας και να γί­νη η ένωσις.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Δέσποτα, δεν τολμώ να δεχθώ εγώ έγγρα­φη συγκατάθεσι από σας γι' αυτό το πράγμα, διότι εί­μαι απλός μοναχός. Αν όμως ο Θεός σας έφερε σε κα­τάνυξι, ώστε να δεχθήτε τους λόγους των αγίων Πατέ­ρων, να ενεργήσετε όπως απαιτούν οι κανόνες. Να στείλετε, δηλαδή, περί τούτου έγγραφο προς τον επί­σκοπο Ρώμης, ο βασιλεύς και ο Πατριάρχης και η πε­ρί αυτόν σύνοδος. Εγώ πάντως ούτε κι αν γίνουν αυ­τά θα κοινωνήσω, επειδή οι αναθεματισθέντες αναφέ­ρονται στην αγία αναφορά. Διότι φοβάμαι το κατά­κριμα του αναθέματος.

ΘΕΟΔ.: Ο Θεός γνωρίζει ότι δεν σε κατηγορώ που φοβάσαι, αλλά ούτε και κανένας άλλος. Για το ό­νομα όμως του Κυρίου, πες μας την γνώμη σου, εάν είναι δυνατόν να γίνη αυτό (δηλ. να αρθή το ανάθεμα ήδη αποθανόντος αιρετικού).

ΜΑΞΙΜΟΣ: Ποια γνώμη μπορώ να σας δώσω γι' αυτό; Πηγαίνετε, ψάξτε να βρήτε αν ποτέ έχει γίνει κάτι τέ­τοιο και ελευθερώθηκε κανείς μετά θάνατον από το έγκλημα για την πίστι, κι από το κατάκριμα που έχει εξαγορευθή εναντίον του. Πρέπει να καταδεχθούν ο βασιλεύς και ο Πατριάρχης να μιμηθούν την συγκα­τάβασι του Θεού. και ο μεν να κάνει παρακλητική κέ­λευσι, ο δε συνοδική δέησι προς τον πάπα της Ρώμης. Χωρίς αμφιβολία, αν βρεθή κάποιος τρόπος εκκλη­σιαστικός που να το επιτρέπη αυτό για την σωστή ομολογία της πίστεως, θα συμφωνήση περί αυτού μαζί σας.

ΘΕΟΔ.: Αυτό θα γίνη οπωσδήποτε. αλλά δος μου τον λόγο σου ότι, εάν στείλουν εμένα, θα έλθης μαζί μου.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Δέσποτα, σου είναι πιο συμφέρον να πά­ρης μαζί σου τον σύνδουλό μου που είναι στη Μεσημ­βρία, παρά εμένα. Εκείνος και την γλώσσα γνωρίζει και τον σέβονται πολύ, μια και τόσα χρόνια τιμωρεί­ται για τον Θεό και για την ορθή πίστι που κρατεί ο θρόνος τους.

ΘΕΟΔ.: Έχουμε μεταξύ μας κάτι μικροδιαφορές, και δεν μου είναι τόσο ευχάριστο να πάω μαζί του.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Δέσποτα, αφού νομίζετε ότι πρέπει να γίνη αυτό, ας γίνη όπως αποφασίζετε. εγώ σας ακολουθώ όπου θέλετε.

Μετά από αυτό σηκώθηκαν όλοι επάνω χα­ρούμενοι και με δάκρυα στα μάτια. Έβαλαν με­τάνοια και έγινε προσευχή. Και κάθε ένας τους ασπάσθηκε τα άγια Ευαγγέλια, και τον Τίμιο Σταυρό, και την εικόνα του Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, και της Δεσποίνης ημών Παναγίας Θεοτόκου της Μητέρας Του, αφού έ­βαλαν επάνω και τα χέρια τους προς βεβαίωσι των συμφωνηθέντων. Αφού ειπώθηκαν αυτά, ό­ταν ασπάζονταν μεταξύ τους είπε ο ύπατος Θεο­δόσιος:

ΘΕΟΔ.: Να λοιπόν, έγιναν όλα καλά. Άρα γε θα καταδεχθή ο βασιλεύς να κάνη παρακλητική κέλευσι;

ΜΑΞΙΜΟΣ: Οπωσδήποτε θα κάνη, εάν θέλη να είναι μιμητής του Θεού και να ταπεινωθή μαζί Του για την κοινή σωτηρία όλων μας. Ας αναλογισθή ότι, αφού ο Θεός που φύσει σώζει, δεν μας έσωσε παρά αφού με την θέλησί Του ταπεινώθηκε, πώς ο φύσει σωζόμενος άνθρωπος θα σωθή ή θα σώση χωρίς να ταπεινωθή;

Μετά δε την αναχώρησι των παραπάνω αν­δρών, στις 8 του μηνός Σεπτεμβρίου της παρού­σης 15ης ινδικτιώνος, πήγε πάλι ο ύπατος Παύ­λος στη Βιζύη προς τον αββά Μάξιμο, έχοντας μαζί του διαταγή που έλεγε τα εξής: «Παραγγέ­λομε στην ενδοξότητά σου να πας στη Βιζύη και να φέρης τον Μοναχό Μάξιμο με πολλή τιμή και περιποίησι, λόγω της μεγάλης του ηλικίας και της ασθενείας του, και διότι αυτός ανήκει στους προγόνους μας και τους έχει τιμήσει. Και να τον βάλης στο λαμπρό μοναστήρι του Αγίου Θεοδώρου, που βρίσκεται δίπλα στο Βασιλικό παλάτι». Αφού λοιπόν ο ύπατος τον πήρε και τον έβαλε στο προειρημένο μοναστήρι, πήγε να δώση ειδοποίησι.

Την επομένη ημέρα πήγαν προς αυτόν οι πα­τρίκιοι Επιφάνιος και Τρώιλος, με λαμπρό ντύ­σιμο και ύφος, καθώς και ο επίσκοπος Θεοδό­σιος. Συναντήθηκαν με αυτόν στο κατηχουμενείο της Εκκλησίας του ιδίου μοναστηριού. Αφού έγινε ο συνηθισμένος ασπασμός κάθησαν, υπο­χρεώνοντας κι αυτόν να καθήση. Και αρχίζοντας τον λόγο μαζί του ο Τρώιλος είπε:

ΤΡΩΙΛΟΣ: Ο αυτοκράτωρ μας διέταξε να έρθουμε και να σου ανακοινώσουμε την γνώμη που έχει η θεο­στήρικτη βασιλεία του. Αλλά πρώτα πες μας, θα κά­νης την διαταγή του βασιλέως ή δεν θα την κάνης;

Ο Μάξιμος είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ:Κύριε, να ακούσω τι διέταξε η ευσεβής του δύναμις και θά αποκριθώ κατάλληλα. γιατί προς κάτι το άγνωστο ποια απάντησι μπορώ να δώσω;

Ο Τρώιλος επέμενε λέγοντας:

ΤΡΩΙΛ.: Δεν πρόκειται να πούμε τίποτε, εάν δεν μας πης πρώτα, αν θα κάνης ή όχι την διαταγή του βασιλέως.

Και όταν τους είδε να αντιστέκωνται και λό­γω της καθυστερήσεώς του να βλέπουν πιο σκληρά και μαζί με τους συνακόλουθούς τους να αποκρίνωνται πιο άγρια, ενώ φάνταζαν τα περή­φανα στολίδια των αξιωμάτων τους, απαντώντας ο αββάς Μάξιμος είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Αφού δεν θέλετε να πήτε στον δούλο σας την απόφασι του κυρίου και βασιλέως μας, να λοιπόν σας λέω, κι ακούει ο Θεός και οι άγιοι άγγελοι και όλοι εσείς: οτιδήποτε με διατάξη για κάθε πράγμα που καταλύεται και καταστρέφεται σ' αυτόν τον αιώνα, με προθυμία το κάνω.

Και αμέσως ο Τρώιλος είπε:

ΤΡΩΙΛ.: Συγχωρέστε με, αλλά εγώ φεύγω. γιατί αυτός τίποτε δεν πρόκειται να κάνη.

Και αφού έγινε πάρα πολύς θόρυβος και μεγάλη ταραχή και σύγχυσι, τους είπε ο επίσκοπος Θεοδόσιος:

ΘΕΟΔ.: Πείτε του την διαταγή και θα μάθετε την απάντησί του. Διότι, δεν είναι λογικό να φύγουμε, χω­ρίς να πούμε και να ακούσουμε τίποτε.

Τότε ο πατρίκιος Επιφάνιος είπε:

ΕΠΙΦ.: Αυτό σου δηλώνει με μας ο βασιλεύς: «Ε­πειδή η Δύσις και όσοι διαστρέφουν (τα πράγματα) στην Ανατολή αποβλέπουν σε σένα, κι όλοι εξ αιτίας σου ξεσηκώνονται μη θέλοντας να συμφωνήσουν μαζί μας για την πίστι, είθε να σε κατανύξη ο Θεός να κοινωνήσης μαζί μας βάσει του Τύπου που εκθέσαμε. Θα βγούμε τότε εμείς οι ίδιοι στη Χαλκή (πύλη) και θα σε ασπασθούμε, θα σου δώσουμε το χέρι και με κάθε τιμή και δόξα θα σε βάλουμε στην μεγάλη Εκκλησία. Θα στέκεσαι μαζί μας στο μέρος που συνηθίζουν να στέκωνται οι βασιλείς. Θα κάνουμε τότε και την σύ­ναξι (Θ. Λειτουργία) και θα κοινωνήσουμε τα άχρα­ντα και ζωοποιά μυστήρια, το ζωοποιό σώμα και αίμα του Χριστού. Θα σε ανακηρύξουμε πατέρα μας. και θα γίνη χαρά όχι μόνο στην φιλόχριστη και βασιλική μας πόλι, αλλά και σ' όλη την οικουμένη. Γιατί γνω­ρίζουμε πολύ καλά ότι, εάν εσύ κοινωνήσης με τον ε­δώ άγιο θρόνο, όλοι θα ενωθούν μαζί μας, αυτοί που εξ αιτίας σου και εξ αιτίας της διδασκαλίας σου απο­σχίσθηκαν από την κοινωνία με μας».

Γυρίζοντας τότε προς τον επίσκοπο ο αββάς Μάξιμος του είπε με δάκρυα στα μάτια:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Μεγάλε κύριε, όλοι περιμένουμε ημέρα κρίσεως. Αληθινά, ούτε όλη η δύναμι των ουρανών δεν θα με πείση να το κάνω αυτό. Γιατί, τι θα έχω να απολογηθώ δεν λέω στο Θεό, αλλά στην συνείδησί μου, αν για την δόξα των ανθρώπων, που μόνη της δεν έχει καμμιά οντότητα, γίνω εξωμότης της πίστεως που σώζει αυτούς που την υπερασπίζονται;

Όταν άκουσαν τα λόγια αυτά, σηκώθηκαν ό­λοι επάνω και γεμάτοι θυμό τον έσπρωξαν, τον τράβηξαν και τον έρριξαν κάτω. Τον γέμισαν μά­λιστα από το κεφάλι ως τα νύχια με φτυσίματα, που η δυσωδία τους παρέμεινε μέχρις ότου πλύ­θηκαν τα ρούχα του. Σηκώθηκε τότε και ο επί­σκοπος και είπε:

ΘΕΟΔ.: Δεν έπρεπε να το κάνετε αυτό. Έπρεπε να ακούσωμε μόνο την απάντησί του και να την αναφέ­ρωμε στον αγαθό μας βασιλέα.

Μόλις τους έπεισε ο επίσκοπος να ησυχά­σουν, κάθησαν πάλι. Με θυμό όμως και αγριότη­τα του είπαν μύριες βρισιές και ακατανόμαστες κατάρες. Τότε του είπε ο Επιφάνιος:

ΕΠΙΦ.: Πες μας λοιπόν κάκιστε λαίμαργε γέρο, μας είπες αυτά τα λόγια θεωρώντας ως αιρετικούς ε­μάς και την πόλι μας και τον βασιλέα; Αληθινά, είμα­στε περισσότερο Χριστιανοί και ορθόδοξοι από σένα. Και ομολογούμε ότι ο Κύριός μας και Θεός έχει και θεϊκή και ανθρώπινη θέλησι και νοερή ψυχή. και ότι κάθε νοερή φύσι οπωσδήποτε έχει εκ φύσεως το θέ­λειν και το ενεργείν, επειδή ίδιον της ζωής είναι η κί­νησις και ίδιον του νοός η θέλησις. Και γνωρίζουμε ότι είναι θελητικός, όχι μόνο κατά την θεότητα, αλλά και κατά την ανθρωπότητα. Δεν αρνούμαστε επίσης και τις δύο θελήσεις του και ενέργειες.

Και απαντώντας ο αββάς Μάξιμος είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Εάν πιστεύετε έτσι, όπως πιστεύουν οι νο­ερές φύσεις και η Εκκλησία του Θεού, πώς εσείς με αναγκάζετε να κοινωνήσω με τον Τύπο, που μόνο την αναίρεσι αυτών έχει;

ΕΠΙΦ.: Αυτό έγινε για οικονομία, για να μη ζημιωθούν οι λαοί μας με τέτοιες λεπτολογίες.

Και απαντώντας ο αββάς Μάξιμος είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Συμβαίνει το αντίθετο. κάθε άνθρωπος α­γιάζεται με την ακριβή ομολογία της πίστεως, και όχι με την αναίρεσι που βρίσκεται στον Τύπο.

Και είπε ο Τρώιλος:

ΤΡΩΙΛ.: Και στο παλάτι σου είπαμε, ότι (ο Τύ­πος) δεν ανήρεσε τίποτε, αλλά διέταξε να κατασιγά­σουν (οι διϊστάμενες απόψεις) για να ειρηνεύσουμε ό­λοι.

Και απαντώντας πάλι ο αββάς Μάξιμος είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Η σιωπή των λόγων είναι αναίρεσις των λόγων. Λέγει το Άγιον Πνεύμα μέσω του Προφήτου Δαβίδ: «Ουκ εισί λαλιαί, ουδέ λόγοι, ων ουχί ακούονται αι φωναί αυτών». Άρα λοιπόν ο λόγος που δεν λέγεται, δεν είναι καν λόγος.

Και είπε ο Τρώιλος:

ΤΡΩΙΛ.: Στην καρδιά σου να έχης ό,τι θέλεις, δεν σε εμποδίζει κανείς.

Ο αββάς Μάξιμος απήντησε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Ο Θεός δεν περιώρισε στην καρδιά όλη την σωτηρία, αλλά είπε: «Ο ομολογών με έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω αυτόν έμπροσθεν του Πα­τρός μου του εν ουρανοίς». Και ο θείος Απόστολος διδάσκει ως εξής: «Kαρδία μεν πιστεύεται εις δικαιο­σύνην. στόματι δε ομολογείται εις σωτηρίαν». Αν λοιπόν ο Θεός και οι προφήται και οι απόστολοι του Θεού προτρέπουν να ομολογήται με τους λόγους των Αγίων το μυστήριο, το μεγάλο και φρικτό και σωτή­ριο για όλο τον κόσμο, δεν πρέπει να σιωπήση με κα­νένα τρόπο η φωνή που κηρύττει αυτό, για να μη κιν­δυνεύση η σωτηρία των σιωπώντων.

Και απαντώντας ο Επιφάνιος με πολύ άγριο τρόπο είπε:

ΕΠΙΦ.: Υπέγραψες στον λίβελλο;

Και είπε ο αββάς Μάξιμος:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Ναι υπέγραψα.

ΕΠΙΦ.: Και πώς τόλμησες να υπογράψης και να αναθεματίσης αυτούς που ομολογούν και πιστεύουν ό­πως οι νοερές φύσεις και η καθολική Εκκλησία; Α­ληθινά με δική μου πρότασι θα σε πάμε στην πόλι, θα σε στήσουμε δεμένο στην αγορά και θα φέρουμε τους μίμους, άνδρες και γυναίκες, και τις πιο διάσημες πόρνες και όλο το λαό, για να χτυπήση και φτύση κα­θένας και καθεμιά τους το πρόσωπό σου.

Απαντώντας σ' αυτά ο αββάς Μάξιμος είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Ας γίνη όπως είπατε, εάν αναθεματίσαμε αυτούς που ομολογούν ότι ο Κύριος έχει δύο φύσεις, και τις κατάλληλες σ' αυτόν δύο φυσικές θελήσεις και ενέργειες, και ότι είναι εκ φύσεως αληθινός Θεός και άνθρωπος. Διάβασε, δέσποτα, τα πρακτικά και τον λίβελλο, και εάν βρήτε αυτά που είπατε, κάμετε ό,τι σκέπτεσθε.

Μετά από αυτά τον ωδήγησαν στην Κωνσταντι­νούπολι και έβγαλαν απόφασι εναντίον τους. Ανεθε­μάτισαν και κατεδίκασαν τον εν αγίοις Μάξιμο, τον μακάριο μαθητή του Αναστάσιο, τον αγιώτατο πάπα Μαρτίνο, τον άγιο Σωφρόνιο πατριάρχη Ιεροσολύ­μων, και όλους τους ορθοδόξους και ομοφρονούντας μ' αυτούς. Έπειτα έφεραν και τον άλλο μακάριο Αναστάσιο. Αφού χρησιμοποίησαν και γι' αυτόν τα ίδια αναθέματα και βρισιές, τους παρέδωσαν στους άρχο­ντες λέγοντας: Αποφασίζουμε να σας παραλάβη αμέ­σως ο πανεύφημος έπαρχός μας, που είναι δω, στο πο­λυάνθρωπο ανάκτορό του. Να σας χτυπήση με νεύρα στα μετάφρενα (τον Μάξιμο, Αναστάσιο και Αναστά­σιο), και να αποκόψη από την ρίζα το όργανο της ακολασίας σας, δηλαδή την βλάσφημη γλώσσα σας, του Μαξίμου, Αναστασίου και Αναστασίου. Στη συ­νέχεια να κόψη με σιδερένιο μαχαίρι και την ταραχώ­δη δεξιά που υπηρέτησε τον βλάσφημο λογισμό σας. Μόλις δε σας αποστερήσουν αυτά τα βδελυκτά μέλη, να τα κρεμάσουν πάνω σας και να σας περιφέρουν στα δώδεκα τμήματα της βασιλίδος των πόλεων. Κατόπιν να σας παραδώση σε ισόβια εξoρία και ταυτόχρονα συνεχή φρούρησι, έτσι που συνεχώς και για όλο το χρόνο της ζωής σας να οδύρεσθε για τα βλάσφημα σφάλματά σας. Γιατί η κατάρα που εφεύρατε ε­ναντίον μας, επέπεσε πάνω στα κεφάλια σας.

Τότε λοιπόν τους πήρε ο έπαρχος και τους τιμώ­ρησε κόβοντας τα μέλη τους. Τέλος τους περιέφερε σ' όλη την πόλι και τους εξώρισε στην Λαζική.

(Από το τεύχος 21 του έτους 1996 του περιοδικού Ο Ο­ΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ, σελίς 6-20).


Iωσήφ o Σαμάκος, ο Κρητικός, ο ηγιασμένος, 

όσιος από Αζωκεράμου Σητείας Κρήτης (+1511)

21 Ιανουαρίου & 22 Ιανουαρίου

29 Αυγούστου, Ανακομιδή Ι. Λειψάνων

Ανάμεσα στο πλήθος των αγίων, που έλαμψαν με τη φιλόθεη βιοτή και την αγιαστική τους χάρη στην ιστορική μεγαλόνησο της Κρήτης, συγκαταλέγεται και ο τιμώμενος στις 22 Ιανουαρίου Άγιος Ιωσήφ ο Σαμάκος, ο οποίος έζησε ασκητικά, απέκτησε τη φήμη αγίου ανδρός και μέχρι σήμερα θαυματουργεί αδιάλειπτα με το άφθαρτο ιερό σκήνωμά του στο ευλογημένο νησί της Ζακύνθου. 

Ο Άγιος Ιωσήφ, ο επονομαζόμενος Σαμάκος, γεννήθηκε το 1440, λίγα χρόνια δηλαδή πριν την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, στο χωριό των Κεράμων, που είναι το σημερινό χωριό Αζωκέραμο της επαρχίας Σητείας της Κρήτης. Όταν απέκτησε την κατάλληλη ηλικία, παραδόθηκε από τους ευσεβείς γονείς του σε ένα σεβάσμιο πνευματικό γέροντα, που κατοικούσε στο μονύδριο του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, του επονομαζομένου Δερματάνου, το οποίο βρισκόταν στον Χάνδακα, το σημερινό Ηράκλειο Κρήτης. Εκεί ο Ιωσήφ μελετούσε τα ιερά γράμματα και εξασκούσε την καλλιγραφία. 

Μετά από λίγο καιρό απεβίωσαν οι θεοσεβείς γονείς του και έγινε κληρονόμος της περιουσίας τους, την οποία διένειμε στους φτωχούς. Στη συνέχεια επιδόθηκε σε σκληρότερους πνευματικούς αγώνες ποθώντας τα αιώνια και άφθαρτα αγαθά του Ουρανού.

Η νηστεία, η προσευχή και οι αγρυπνίες ήταν η διαρκής ενασχόλησή του σε τέτοιο βαθμό, ώστε έφθασε σε ανώτατο ύψος αρετής αντιμετωπίζοντας με επιτυχία τις παγίδες του διαβόλου. Βλέποντας ο γέροντας την πνευματική πρόοδο του Ιωσήφ, ο οποίος διακρίθηκε για τη σεμνότητα, την ταπεινοφροσύνη και το σπάνιο ήθος του, τον έκειρε μοναχό και αφού δοκιμάσθηκε για αρκετό χρονικό διάστημα, χειροτονήθηκε ιερέας. Μετά όμως από λίγο καιρό αρρώστησε ο σεβάσμιος γέροντας και αφού τον ενουθέτησε πνευματικά, εγκατέλειψε την επίγεια ζωή. Του άφησε όμως την εντολή να μοιράσει την περιουσία του σε τρία μερίδια. Σύμφωνα με την επιθυμία του το ένα πήγε στο Άγιο Όρος, το άλλο στο Θεοβάδιστο Όρος Σινά και το τρίτο έμεινε για τη συντήρηση τη δική του και των φτωχών. 

Μετά τον θάνατο του γέροντός του ανέλαβε ηγούμενος του μονυδρίου του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και στη συνέχεια επισκέφθηκε τα πανάγια ιερά προσκυνήματα των Αγίων Τόπων. Επιστρέφοντας στο μοναστήρι του, αφιέρωσε όλη τη ζωή του στον Θεό και αφού έδωσε και το δικό του μερίδιο στους φτωχούς, επιδόθηκε ακόμη περισσότερο στην αρετή της φιλανθρωπίας. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι μετά από κάθε Θεία Λειτουργία μοίραζε τα πρόσφορα στους φτωχούς και συχνά επισκεπτόταν κρυφά τα σπίτια τους για να τους αφήσει τροφή, ενώ ποτέ δεν ξεχνούσε τους ασθενείς και τους φυλακισμένους. Μάλιστα μία φορά κατά την εορτή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου οι χριστιανοί είχαν φέρει στον ναό κεριά και θυμιάματα, αλλά δεν υπήρχε ούτε ένα πρόσφορο για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας. Τότε ο Άγιος έστειλε τον διακονητή στο Άγιο Βήμα και καθ’ υπόδειξη του βρήκε όχι μόνο ένα, αλλά πολλά και μεγάλα πρόσφορα κατόπιν της θαυματουργικής επέμβασης του Θεού. 

Άλλη μία φορά ο Άγιος έπρεπε να πάει σε κάποιον τόπο και στην πορεία του συνάντησε μερικούς Εβραίους, οι οποίοι έβαζαν κρασί από το ένα δοχείο στο άλλο. Οι Εβραίοι σκέφθηκαν να γελοιοποιήσουν τον Άγιο και να του προσφέρουν ένα ποτήρι κρασί. Τότε ο Άγιος πήρε το ποτήρι και αφού το ευλόγησε με το σημείο του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, ήπιε λίγο κρασί και το υπόλοιπο το έριξε μέσα στο δοχείο. Τότε οι Εβραίοι εξαγριώθηκαν από το γεγονός και ζήτησαν να πληρώσει ο Άγιος όλο το κρασί. Ο Άγιος τους καθησύχασε και τους είπε, ότι όχι μόνο δεν τους προκάλεσε κάποιο κακό, αλλά απεναντίας θα πρέπει και να τον ευχαριστήσουν, αφού ευλόγησε το κρασί τους. Τότε οι Εβραίοι αισθανόμενοι την προσβολή, απευθύνθηκαν στον δούκα της πόλεως, ο οποίος κάλεσε τον Άγιο να απολογηθεί. Ο Άγιος εξιστόρησε το γεγονός και κατόρθωσε να κερδίσει την εύνοια και συγκατάθεση του δούκα. Οι Εβραίοι έφυγαν τότε απογοητευμένοι και εξαγριωμένοι, αφού δεν μπορούσαν να πιούν το κρασί, που είχε χριστιανική ευλογία. Γι’ αυτό και το ευλογημένο κρασί δόθηκε στους φτωχούς χριστιανούς προς δόξαν Θεού. 

Μετά από εβδομήντα χρόνια αδιάλειπτης προσευχής, πλούσιας φιλανθρωπικής προσφοράς και θαυμαστής αγιαστικής χάριτος ο ελεήμων και φιλάνθρωπος Άγιος Ιωσήφ εκοιμήθη οσιακώς εν ειρήνη στις 22 Ιανουαρίου 1511. Ενταφιάστηκε στο αγαπημένο του μοναστήρι και μετά από χρόνια πραγματοποιήθηκε η ανακομιδή του ιερού λειψάνου του, το οποίο βρέθηκε ακέραιο και ευωδιάζον. Το σκήνωμα του Αγίου κατατέθηκε στο καθολικό της μονής και αναρίθμητα είναι τα θαύματα, που τέλεσε ο Άγιος με τη χάρη του Θεού σε πλήθος ασθενών, που προσέτρεχαν σ’ αυτόν με πίστη και ευλάβεια. 

Το σκήνωμα του Αγίου στον Ιερό Ναό
Παντοκράτορος Γαϊτανίου Ζακύνθου
Το 1669 οι Αγαρηνοί κατέλαβαν τον Χάνδακα και ο ευλαβής ιερέας Αντώνιος Αρμάκης μετέφερε στις 29 Αυγούστου 1669 το ιερό και σεβάσμιο λείψανο του θαυματουργού Αγίου Ιωσήφ του Σαμάκου στη Ζάκυνθο. Αρχικά το τοποθέτησε στην Ιερά Μονή του Αγίου Ιωάννου του Μαντινειού στα Ξηροβούνια Γαϊτανίου, όπου έμεινε μέχρι το 1915. Το 1915 μεταφέρθηκε στον Ιερό Ενοριακό Ναό του Παντοκράτορος στο χωριό Γαϊτάνι της Ζακύνθου, όπου φυλάσσεται μέχρι σήμερα ως αδιάλειπτος πηγή αγιασμού και χάριτος. Στην ιστορική και φιλόξενη Κρήτη ο Άγιος Ιωσήφ ο Σαμάκος τιμάται στο ομώνυμο περικαλλές παρεκκλήσιο στο χωριό Αζωκέραμο της επαρχίας Σητείας, που είναι και η γενέτειρά του, στον Ιερό Ενοριακό Ναό του Αγίου Γεωργίου Σητείας, όπου το δεξιό κλίτος του ναού είναι αφιερωμένο προς τιμήν του και στον Ιερό Ενοριακό Ναό της Αγίας Τριάδος Ηρακλείου, ο οποίος βρίσκεται στον χώρο του παλαιού μονυδρίου του Αγίου.

Πηγή:


Άγιοι... Οι Καλύτεροί Μας Φίλοι


Συνεχίζεται...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου