Photo

21.1.17

Άγιοι: 22 Ιανουαρίου

22 Ιανουαρίου




Ορθόδοξος Συναξαριστής-Αγιολόγιο

 Κελτών Αγίων & Πάντων των Αγίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας

Συντάκτης: Άβελ-Αναστάσιος Γκιουζέλης

Email: gkiouz.abel@gmail.com

Αν κάποιος έχει ελεύθερο χρόνο και επιθυμεί να βοηθήσει στην ταξινόμηση των Αγίων (http://saintsofmyheart.wordpress.com) μπορεί να μου στήλει email στο gkiouz.abel@gmail.com για να του στήλω μερικούς Αγίους για ταξινόμηση.

http://gkiouzelis.wordpress.com
http://saintsofmyheart.wordpress.com

Το Αγιολόγιο είναι υπό κατασκευή 
με αρχή κατασκευής το 2004

Συμπεριλαμβάνονται 
& οι Ορθόδοξοι Άγιοι της Δυτικής Ευρώπης
όπου κοιμήθηκαν πριν το 1054 όπου έγινε το 
σχίσμα των Ρωμαιοκαθολικών

Επίσης συμπεριλαμβάνονται όσοι 
Νεομάρτυρες της Συρίας του 21ου αιώνα 
είναι σίγουρα Ορθόδοξοι



Αγιολόγιο Ιρλανδίας - Ορθόδοξοι Ιρλανδοί Άγιοι του Ιανουαρίου


Ἅγιοι:

3.000 Ὁσιομάρτυρες στή Λαύρα Χοζεβά τῆς Παλαιστίνης, μαρτύρησαν ἀπό τούς Πέρσες (9/1 καί 22/1, +614)

Βικέντιος καί Ὀρόντιος, μάρτυρες ἱεραπόστολοι στήν Puigeenda Ἱσπανίας, ἀπό Cimiez (κοντά Nice/Νίκαια) Γαλλίας (22/1, +305)

Βίκτωρ μάρτυς στήν Puigeenda Ἱσπανίας (22/1, +305)

Γαυδέντιος Ἐπίσκοπος Novara Ἰταλίας (22/1, +417)

70 μάρτυρες στή Βησθαλωέ Βαγδάτης τοῦ Ἰράκ-Περσίας μαζί μέ Ἅγ. Ἀναστάσιο Πέρση (22/1, +628)

Μανουήλ Ἐπίσκοπος Ἀνδριανουπόλεως Ἀνατ. Θράκης Μ. Ἀσίας (22/1, +9ος αἰ.)

377 μάρτυρες στή Βουλγαρία (22/1, +817)

Γεώργιος Ἐπίσκοπος Δεβέλτου Βουλγαρίας, ἱερομάρτυς (22/1, +817)

Πέτρος Ἐπίσκοπος ἱερομάρτυς στή Βουλγαρία, (22/1, +817)

Λεόντιος Ἐπίσκοπος Νικαίας Βιθυνίας Μ. Ἀσίας, ἱερομάρτυς στή Βουλγαρία (22/1, +817)

Πάροδος Πρεσβύτερος ἱερομάρτυς στή Βουλγαρία (22/1, +817)

Λέοντας Πρεσβύτερος ἱερομάρτυς στή Βουλγαρία (22/1, +817)

Ἰωάννης βυζαντινός στρατηγός, μάρτυς στή Βουλγαρία (22/1, +817)

Γαβριήλ Πρεσβύτερος καί Σιώνιος Πρεσβύτερος, ἱερομάρτυρες στή Βουλγαρία (22/1, +817)

Δομίνικος ὄσιος στή Sora Ἰταλίας (22/1, +1031)

Ἀναστάσιος Διάκονος ἱερομάρτυς στή Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου Οὐκρανίας (22/1, +12ος αἰ.)

Μανουήλ Ἐπίσκοπος ἱερομάρτυς στή Βουλγαρία, (22/1, +817)

Ἰωάννης Πρεσβύτερος ἱερομάρτυς στή Βουλγαρία (22/1, +817)

[ΚΟΙΜΗΣΙ] Φιλάρετος ὁ Κωνσταμονίτης-Ἁγιορείτης, ἡγούμενος Μονῆς Κωνσταμονίτου Ἁγ. Ὄρους (22/1, +1963) <Πηγή: Σύγχρονες Ἁγιορείτικες Μορφές, τόμ. 1-10, ἐκδ. Ἱ. Μονῆς Παρακλήτου, Ὡρωπός Ἀττικῆς>


Άγιος Μπρίθγουαλντ (St Brithwald) 

Επίσκοπος Ramsbury Αγγίας (+1045)

22 Ιανουαρίου

Ο Άγιος Μπρίθγουαλντ (St Brithwald) ήταν ένας μοναχός στο ιστορικό Μοναστήρι του Glastonbury, στο Somersetshire (Αγγλία).  Ο Ιωάννης του  Glastonbury τον αποκαλεί “μοναχό με ευλάβεια στην πίστη”. Το 1005, ο άγιος Brihtwold χειροτονήθηκε Επίσκοπος του Ramsbury, όπου υπηρέτησε με πίστη για 40 χρόνια. Σύμφωνα με τον F. Vere Hodge “κάποια στιγμή ένοιωσε αποκομμένος από την μοναστική ζωή και επέστρεψε στο   Glastonbury για να τη συνεχίσει” .

Ο Ιωάννης του Glastonbury με συγκίνηση αναφέρει τα αμέτρητα δώρα του αγίου  Brihtwold προς το μοναστήρι κατά τη διάρκεια που ήταν Επίσκοπος,  από τα οποία τα ποιο ενδιαφέροντα είναι οι τρεις λειψανοθήκες, μια για τον Άγιο Guthlac, τον Άγιο Γεώργιο και τον Άγιο Oswald.

Αυτές είχαν χαραγμένες επάνω τους το παρακάτω κείμενο:

Ο ταπεινός ιερέας, Brihtwold,
προς τον Υψηλότερο Άρχοντα και τη μητέρα Του Μαρία,
προσφέρει αυτά τα μικρά δώρα με ευσεβή καρδιά,
και τα εμπιστεύεται στην παλιά Εκκλησία του  Glastonbury
με την ελπίδα να κερδίσει τις γλυκές απολαύσεις της αιωνίου ζωής.

Τον Άγιος Μπρίθγουαλντ (St Brithwald) τον θυμούνται και για το προφητικό του χάρισμα. Είχε προφητέψει για τον Άγιο Έντουαρντ τον Ομολογητή. Ο Ιωάννης του Glastonbury μας λέει την ιστορία όπως συνέβη παρακάτω:

Κάποτε, στον καιρό του βασιλιά  Cnut (Κανούτος) 1016-1035, αυτός ο άνδρας (ο Άγιος  Brihtwold) πέρασε τη νύχτα  με ολονύχτια προσευχή, σκεπτόμενος τα βασιλικά αποθέματα της Αγγλίας τα οποία είχαν εξαντληθεί. Καθώς προσευχόταν, τον πήρε ο ύπνος και τότε μεταφέρθηκε στον Ουρανό και είδε τον απόστολο Πέτρο να στέφει τον Άγιο Έντουαρντ σαν βασιλιά (ο Εντουαρντ ήταν γιος του Æthelred, ο οποίος ήταν πατέρας του Edmund Ironside και ήταν εκείνη την εποχή εξόριστος στην Νορμανδία). Είδε τον Πέτρο να αποκαλύπτει την αγιότητα του Έντουαρντ με τα 23 χρόνια στα οποία θα κυβερνούσε.  Και όταν ο μοναχός ρώτησε για τη διαδοχή του Έντουαρντ και την επιτυχία του βασιλείου,  ο Πέτρος απάντησε «Το βασίλειο της Αγγλίας είναι το βασίλειο του Θεού, μετά τον Έντουαρντ ο Θεός θα φέρει έναν βασιλιά σύμφωνα με τη δική Tου θέληση».

Ο Άγιος Μπρίθγουαλντ (St Brithwald) κοιμήθηκε εν Κυρίω το 1045 και θάφτηκε στο μοναστήρι όπου είχε αποσυρθεί.

Πηγή:



Ορθόδοξη Κελτική Εκκλησία

Orthodoxy-Rainbow



Αγία Εμερεντιάνα η Ρωμαία, 

κατηχούμενη μάρτυς στη Ρώμη, 

αδελφή Αγ. μάρτυρος Αγνής της Ρωμαίας (+305)

22 Ιανουαρίου & 23 Ιανουαρίου

Η Αγία Εμερεντιάνα ήταν η κατά σάρκα αδελφή της Αγνής της Ρωμαίας. Η Αγία Εμερεντιάνα εξέπνευσε στόν τάφο της Άγιας Αγνής, που κατέφυγε εκεί λιθοβολουμένη από τους άπιστους.

Χαιρετισμοί στήν Ἁγ. Ἐμερεντιάνα τή Ρωμαία,
τήν κατηχούμενη μάρτυρα στή Ρώμη,
ἀδελφή τῆς Ἁγ. μάρτυρος Ἁγνῆς τῆς Ρωμαίας (22/1 καί 23/1, +305)
καί στόν Ἅγ. Ἰουβενάλιο τόν Πρεσβύτερο
ἱερομάρτυρα καί Ἰσαπόστολο Ἀλάσκας τῶν ΗΠΑ
καί Πρωτομάρτυρα Ἀλάσκας καί ὅλης τῆς Ἀμερικῆς,
Ρῶσος ἀπό Μονή Βαλαάμ Φιλλανδίας (2/7, +1796)

Χαῖρε μάρτυς Ἐμερεντιάνα κατηχουμένη
Χαῖρε Ἰουβενάλιε Ἰσαπόστολε τῆς Ἀλάσκας

Χαῖρε Ἐμερεντιάνα φίλη τῶν κατηχουμένων
Χαῖρε φίλη τοῦ Χριστοῦ καί ὅλων τῶν νεοφωτίστων

Χαῖρε Ἰουβενάλιε Πρωτομάρτυρα τῆς Ἀλάσκας
Χαῖρε Πρωτομάρτυρα ὅλης τῆς Ἀμερικῆς

Χαίρε Εμερεντιάνα μαρτυρικό ἀνθάκι
πού φύτρωσες στίς καρδιές μας

Χαῖρε Ἰουβενάλιε καύχημα τῆς
Μονης τοῦ Βαλαάμ Φιλλανδίας

Χαίρετε Ἐμερεντιάνα καί Ἰουβενάλιε.
τοπιογραφίες τοῦ Παραδείσου

Χαίρετε Ἅγιοι Ἰουβενάλιε καί Ἐμερεντιάνα!

Από την Ποιητική Συλλογή 

"Ζωγραφίζοντας Φύλλα"


Painting Leaves Poems

Άβελ-Τάσος Γκιουζέλης


Άγιος Μακάριος, 

όσιος ηγούμενος Μονής στο Ζαμπίν Ρωσίας (+1622) 

22 Ιανουαρίου

Ο Όσιος Μακάριος του Ζαμπίνσκιϋ, κατά κόσμον Ονούφριος, καταγόταν από τη Ρωσία και γεννήθηκε το έτος 1539. Μόνασε στη μονή των Εισοδίων της Θεοτόκου της πόλεως Ζαμπύν που βρίσκεται στην επαρχία του Ταμπώφ. Ο Θεός τον αξίωσε του θαυματουργικού χαρίσματος, γι’αυτό και επονομάζεται Θαυματουργός.

Ο Όσιος Μακάριος κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 1623.


Αγία Βεντρέντα (St Wendreda),

ιδρύτρια Μονής, ηγουμένη & ερημήτρια στο March

του Cambridgeshire της Αγγλίας (+7ος αιώνας)

22 Ιανουαρίου

Η Aγία Βεντρέντα (St Wendreda) (+7ος αιώνας) ήταν κόρη του βασιλιά Anna ο οποίος ήταν ένας από τους πρώτους Αγγλοσάξονες Χριστιανούς βασιλιάδες της Αγγλίας. Σε μία εποχή όπου η Χριστιανοσύνη ρίζωνε ανάμεσα στους Αγγλοσάξονες της Αγγλίας, η Aγία Βεντρέντα (St Wendreda) και οι αδερφές της, Etheldreda και Sexburga, ήταν ενθουσιώδης ιεραπόστολοι και διέδιδαν το Ευαγγέλιο του Χριστού.

Εγκαταλείποντας τη ζωή της πριγκίπισσας, η Aγία Βεντρέντα (St Wendreda) αφιέρωσε τη ζωή της στο να θεραπεύει. Τελικά εγκαταστάθηκε σε μία μικρή περιοχή ονόματι Mercheford όπου ζούσαν μερικοί ταπεινοί ψαράδες. Η αδερφή της, Etheldreda, πήγε να ιδρύσει το μοναστήρι του Ely όταν η άλλη αδερφή της, η Sexburga, έγινε ηγουμένη ενός μοναστηριού στο Minster.

Αργότερα, η Aγία Βεντρέντα (St Wendreda) ίδρυσε μία κοινότητα στο March, στο Cambridgeshire, η οποία ασχολούταν με θεραπείες. Κοιμήθηκε ειρηνικά και τα λείψανα της, τοποθετημένα σε μία χρυσή λειψανοθήκη, τοποθετήθηκαν στον Καθεδρικό του Ely.

Το 1016 τα λείψανα μεταφέρθηκαν στο πεδίο της μάχης με την ελπίδα να φέρουν τη νίκη. Στην μάχη του Ashingdon, ο νικητής Δανός βασιλιάς, ένας παγανιστής, πήρε τα λείψανα, αλλά σύντομα ασπάστηκε τον Χριστιανισμό. Πήγε τα λείψανα στον Καθεδρικό του Canterbury όπου βρίσκονταν για τα επόμενα 300 χρόνια.

Πηγή:



Ορθόδοξη Κελτική Εκκλησία

Orthodoxy-Rainbow


Άγιος Τιμόθεος ο Απόστολος, 

απ’ τους 70 Αποστόλους, Επίσκοπος Εφέσου, 

μαθητής και συνεργάτης Απ. Παύλου και Ιωάννου, 

Απόστολος Γαλλίας, Ισπανίας, Ιταλίας κλπ., 

ιερομάρτυς στην Έφεσο, 

από Λύστρα Λυκαονίας Μ. Ασίας (+1ος αἰ.) 

22 Ιανουαρίου 

& 4 Ιανουαρίου, Σύναξη

Ο Απόστολος Τιμόθεος γεννήθηκε στα Λύστρα της Λυκαονίας και ήταν ο πιο αγαπητός μαθητής, πιστός συνεργάτης και στενός φίλος του Αποστόλου Παύλου (Α' Τιμόθεου 1, 2. Β' Τιμόθεου 1,2-4. 4,20. Φιλιππησίους 2,20-22). Ο πατέρας του ήταν εθνικός, Έλληνας στη καταγωγή, το όνομά του όμως δε μας είναι γνωστό (Πράξεις 16, 1-3). Η μητέρα του η Ευνίκη ήταν Ιουδαία και είχε γίνει χριστιανή (Πράξεις 16,1, Β' Τιμόθεου 1,5). Ο πατέρας του έφυγε από την πρόσκαιρη αυτήν ζωή πολύ νωρίς και ο Τιμόθεος μεγάλωσε με την μητέρα του Ευνίκη και την γιαγιά του Λωΐδα, που τον ανέθρεψαν με το ανόθευτο γάλα της πίστης και του έμαθαν από τα παιδικά του χρόνια να προσεύχεται και να μελετά τον λόγο του Θεού (Β' Τιμόθεου 3,15). Το όνομά του είναι ελληνικό και σημαίνει αυτός που τιμά τον Θεό, αλλά και αυτόν που τιμά ο Θεός.

Ο ΤΙΜΟΘΕΟΣ ΩΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ

Ο Απόστολος Παύλος κατά το πρώτο ιεραποστολικό ταξίδι του στη Μικρά Ασία το 44 μ.Χ., επισκέφτηκε τα Λύστρα και την οικογένεια του Τιμόθεου ευαγγελίζοντας πρώτα τη γιαγιά του, έπειτα τη μητέρα του και τέλος τον Τιμόθεο (Β' Τιμόθεου 1,5. 3,15). Παρόλο που ήταν νεαρός στην ηλικία και ασθενής, χαρακτηρίζεται για την αληθινή πίστη και την πλήρη αφοσίωσή του στο Θεό. 

Ο Παύλος εκτίμησε τα πνευματικά χαρίσματα και το φλογερό ζήλο του Τιμόθεου, είδε στο πρόσωπό του έναν άξιο αποστολικό εργάτη. Τον πήρε μαζί του συνοδό στην δεύτερη ιεραποστολική περιοδεία σε αντικατάσταση του Μάρκου, αφού πρώτα του έκανε περιτομή για να μη δοθεί η αφορμή στους Ιουδαΐζοντες χριστιανούς να διαβάλουν την αποστολικότητα και τη γνησιότητα του ευαγγελίου του (Πράξεις 16,3). Η αφιέρωσή του στο έργο του Θεού, έγινε με χειροτονία (Α' Τιμόθεου 4,14, Β' Τιμόθεου 1,6).

Ο Τιμόθεος συνόδευσε τον κορυφαίο Απόστολο στη Νεάπολη, τους Φιλίππους και τη Βέροια. Εκεί έμεινε με το Σίλα για να στηρίξει τους νέους πιστούς και αργότερα συναντήθηκε με τον Παύλο στην Αθήνα (Πράξεις 17,10-15). Στάλθηκε ξανά στη Θεσσαλονίκη για να βοηθήσει και να ενθαρρύνει τους χριστιανούς της εκεί εκκλησίας, οι οποίοι περνούσαν διωγμούς (Α' Θεσσαλονικείς 3,1-3). Κατόπιν μαζί με το Σίλα συνάντησε ξανά τον Παύλο στην Κόρινθο (Πράξεις 18,1-5), όπου έμειναν για αρκετό διάστημα πριν επιστρέψουν στην Αντιόχεια.

Ο Τιμόθεος ακολούθησε τον Παύλο και κατά το τρίτο ιεραποστολικό του ταξίδι (Α' Κορινθίους 4,17). Από την Έφεσο που ήταν το ορμητήριο του Παύλου, ο Τιμόθεος στάλθηκε πάλι στη Μακεδονία και στην Κόρινθο μαζί με τον Έραστο (Πράξεις 19,21-22. Α' Κορινθίους 4,17). Αργότερα φθάνοντας ο Παύλος στη Μακεδονία τον ξανασυνάντησε (Β' Κορινθίους 1,1) και από εκεί τον συνόδευσε στην Κόρινθο, όπου ο Παύλος έγραψε την επιστολή προς Ρωμαίους (Ρωμαίους 16,21). Έπειτα επέστρεψε μαζί του στη Μακεδονία, και κατόπιν στην Τρωάδα όπου τον περίμενε μαζί με άλλους διακόνους του ευαγγελίου (Πράξεις 20,3-5).
Κατά την πρώτη φυλάκιση του Παύλου στη Ρώμη ο Τιμόθεος ήταν μαζί του (Φιλιππησίους 1,1. 2,19. Κολοσσαείς 1,1, Φιλήμωνα 1,1) και απελευθερώθηκε αργότερα (Εβρ. 13,23).

Ο Παύλος περιμένοντας στην αποφυλάκισή του έγραψε στους Φιλιππησίους ότι θα τους έστελνε τον Τιμόθεο (Φιλιππησίους 2,19). Από την Ρώμη, όπου βρισκόταν ο Παύλος (προφανώς για δεύτερη φορά), ζητά από τον Τιμόθεο να τον επισκεφθεί το ταχύτερο και του ζητά μάλιστα, να φέρει μαζί του από την Τρωάδα τον μανδύα, τα βιβλία και προ παντός τις μεμβράνες (προφανώς κείμενα της ΠΔ). Αργότερα βρίσκουμε τον Τιμόθεο στην Έφεσο μαζί με τον Παύλο (Α' Τιμόθεου 1,3).

Κατά την τέταρτη ιεραποστολική περιοδεία ο Τιμόθεος χειροτονήθηκε από τον Παύλο πρώτος Επίσκοπος Εφέσου σε νεαρή ηλικία, περί το 60 μ.Χ.. Στη διακονία του εκεί έλαβε και τις δύο επιστολές του Παύλου που έχουν και το όνομά του, δηλαδή τις Α' και Β' προς Τιμόθεον. Την πρώτη ο Παύλος την έγραψε στη Λαοδίκεια και τη δεύτερη στη Ρώμη και συγκαταλέγονται στις ποιμαντικές επιστολές της Καινής Διαθήκης για το ποιμαντικό περιεχόμενό τους. Σ' αυτές ο Παύλος του δίνει διάφορες ποιμαντικές συμβουλές για την προσωπική του προκοπή, αλλά και για την προκοπή του ποιμνίου του. Τον προτρέπει να τρέφεται με τους λόγους της πίστεως και της καλής διδασκαλίας που παρακολούθησε, για να είναι σε θέση, στην συνέχεια, να θρέψει ως καλός ποιμένας και το λογικό του ποίμνιο.

Επίσης φέρεται ως συναποστολέας μαζί με τον Παύλο των επιστολών Α' και Β' Θεσσαλονικείς, Β' Κορινθίους, Φιλιππησίους, Κολοσσαείς και Φιλήμωνα. Ο Απόστολος Παύλος στις επιστολές του αποκαλεί τον Τιμόθεο «αδελφόν» (Β' Κορ. 1,1. Κολασσ. 1,1, Φιλημ. 1) «δούλον Ιησού Χριστού» (Φιλημ. 1,1) «συνεργόν» αυτού (Α' Κορ. 16,21), «άνθρωπον του Θεού» (Α' Τιμοθ. 16,11) «γνήσιον τέκνον εν πίστει» (Α' Τιμοθ. 1,2) και αγαπητόν τέκνον» (Β' Τιμοθ. 1,2).

Ο ΤΙΜΟΘΕΟΣ ΩΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΕΦΕΣΟΥ

Ο Τιμόθεος έζησε όλες τις περιπέτειες του κορυφαίου Αποστόλου και δούλεψε σκληρά στο έργο της διακονίας του ευαγγελίου. Γι αυτό και η εκτίμηση του Παύλου στο πρόσωπό του ήταν μεγάλη (Φιλιππησίους 2,19-22) και η συνεργασία τους κράτησε ως το τέλος (Β' Τιμόθεου 4,9-21). Μετά το μαρτυρικό θάνατο του Παύλου, ο Τιμόθεος επέστρεψε στην Έφεσο όπου και συνέχισε την ιεραποστολική του δράση. Για τη διακονία του ευαγγελίου ο Τιμόθεος φυλακίστηκε (Εβραίους 13,23).

Στο διάστημα αυτό ήρθε από την Παλαιστίνη και εγκαταστάθηκε στην Έφεσο ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, όπου συνδέθηκε με τον Τιμόθεο, του οποίου υπήρξε φίλος, διδάσκαλος και συνεργός, και παρέμεινε εκεί μέχρι του 96 μ.Χ., οπότε και εξορίστηκε στην Πάτμο επί αυτοκράτορα Δομιτιανού (81-96 μ.Χ.) ο οποίος άσκησε σφοδρό διωγμό κατά των χριστιανών.

Ο Τιμόθεος στην Έφεσο είχε να αντιμετωπίσει φανατικούς ειδωλολάτρες. Και πριν από αυτόν ο Παύλος κινδύνευσε σοβαρά από τον ειδωλοποιό Δημήτριο. Στην Έφεσο λατρευόταν η Άρτεμη και κατά τις γιορτές προς τιμήν της γινόντουσαν ανήκουστα όργια, τα οποία δικαίως εξήγειραν την ψυχή του Αποστόλου. Σε μια τέτοια γιορτή που ονομαζόταν Καταγώγιο, το έτος 97 μ.Χ., οι Εφέσιοι ειδωλολάτρες τριγυρνούσαν μεταμφιεσμένοι με προσωπίδες στην πόλη, κουβαλώντας μικρά είδωλα στα χέρια τους και προβαίνοντες σε ανήκουστα όργια, εγκλήματα και ασέλγειες καθ οδόν. Ο Τιμόθεος επιχείρησε να τους εμποδίσει στη μέση του δρόμου και να τους ελέγξει για την πλάνη τους. Ο Απόστολος υπέστη σφοδρό και ανηλεή λιθοβολισμό από το μαινόμενο πλήθος, με συνέπεια να πέσει αιμόφυρτος στο έδαφος. Οι ειδωλολάτρες τότε με μεγαλύτερη λύσσα χτυπούσαν με λίθους και ρόπαλα τον Απόστολο, τον οποίον χλεύαζαν και έσυραν στους δρόμους της πόλεως. Ο Τιμόθεος με καρτερία υφίστατο το μαρτύριο, ευχαριστώντας τον Κύριο, διότι τον αξίωσε να προσφέρει την ζωή του για Εκείνον.

Στο τέλος εγκαταλείφτηκε μισοπεθαμένος, περισυλλέγει με πολλή ευλάβεια από χριστιανούς και μετακομίστηκε κρυφά μακριά από το λιμάνι της πόλεως. Το ασθενικό του σώμα εξαντλημένο από τις κακώσεις και τα τραύματα υπέκυψε στις 22 Ιανουαρίου του 97 μ.Χ., επί αυτοκράτορος Δομιτιανού, ή κατ άλλη εκδοχή επί Νέρβα ανθύπατου της Ασίας του Περεγρίνου.
Το ιερό σκήνωμά του ενταφιάστηκε από τους χριστιανούς στην Έφεσο και από κει το ιερό του λείψανο μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη το έτος 356 μ.Χ. επί Κωνσταντίου, γιού του μεγάλου Κωνσταντίνου, στο ναό των Αγίων Αποστόλων, μαζί με τα λείψανα των Αποστόλων Ανδρέα και Λουκά.
Όταν ο Ευαγγελιστής Ιωάννης επανήλθε από την εξορία, επί αυτοκράτορος Τραϊανού, με πολλή οδύνη πληροφορήθηκε τον μαρτυρικό θάνατο του αγαπημένου του μαθητή Τιμοθέου και για μη παραμείνει η Εκκλησία της Εφέσου χωρίς Ποιμένα, τον διαδέχτηκε στον επισκοπικό θρόνο, και παραμείνε ως επίσκοπος της από το 97 μέχρι το 101 μ.Χ..

Ο Τιμόθεος υπήρξε μία από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες της Καινής Διαθήκης και διαδραμάτισε μεγάλο ρόλο στη διάδοση του Χριστιανισμού κατά τον α´ αιώνα. Υπήρξε από τους καλύτερους συνεργάτες του Αποστόλου Παύλου. Ο ένθεος ζήλος του και ο πλούτος των αρετών του, η σύνεση, η παρουσία και το θάρρος του, η αγνότητα και η ασκητικότητα του βίου του, τον ανέδειξαν πρώτο Επίσκοπο της Εκκλησίας της Εφέσου, η οποία έμελλε να εξελιχθεί σε μεγάλο εκκλησιαστικό κέντρο στην Ανατολή. Ακόμη υπήρξε άριστος ποιμένας της Εκκλησίας του Χριστού και άριστο πρότυπο όχι μόνο για κάθε κληρικό, αλλά και για τους πιστούς. Ο Απόστολος και Ιεράρχης Τιμόθεος αναδείχτηκε με το μαρτύριό του σε θαυματουργό Ιερομάρτυρα, ώστε με τη χάρη του Θεού να τελεί και όσο ζούσε και μετά από το θάνατό του πολλά θαύματα.

Κατά μία παράδοση, ο Απόστολος Τιμόθεος παρέστη στη Γεσθημανή κατά την κηδεία της Θεομήτορος μαζί με τους άλλους Αποστόλους. Η Εκκλησία μας εορτάζει τη μνήμη του στις 22 Ιανουαρίου.


Άγιος Γέροντας Βησσαρίων της Μονής Αγάθωνος, Λαμίας


Άγιος Γέροντας Βησσαρίων ὁ Ἀγαθωνίτης, 

Ιερομόναχος και Πνευματικός Πατέρας 

στή Μονή Ἀγάθωνος στή Λαμία (+1991) [Κοίμηση]

22 Ιανουαρίου

Ο Όσιος Γέρων Βησσαρίων Κορκολιάκος, ο Αγαθωνίτης, γεννήθηκε στο Πεταλίδι Μεσσηνίας το έτος 1908, όπου έμαθε τα πρώτα του γράμματα.  Το κοσμικό του όνομα ήταν Ανδρέας. Στα 18 του χρόνια πήγε στην Καλαμάτα, όπου συνδέθηκε με πνευματικούς ανθρώπους και αποφάσισε να εισέλθει στον ιερό κλήρο. Έγινε Μοναχός και πήρε το όνομα Βησσαρίων. Έπειτα χειροτονήθηκε Διάκονος, Ιερέας και έλαβε το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτου.

Ανώτερες σπουδές του ήταν το Σχολαρχείο. Ωστόσο η συνεχής μελέτη των ιερών βιβλίων, των κειμένων της Εκκλησίας μας, των βιβλίων του αναλογίου, είχαν κάνει τον π. Βησσαρίωνα άνθρωπο ευρύτατα και βαθύτατα μορφωμένο θεολογικά.

Γεμάτος πνευματικά εφόδια το έτος 1935, ύστερα από πρόσκληση του επίσης Μεσσήνιου Μητροπολίτη Καρδίτσας Ιεζεκιήλ, ο π. Βησσαρίων πήγε στην Καρδίτσα, όπου αφοσιώθηκε στο έργο της διακονίας του Κυρίου μας. Εκεί ασκήθηκε στο έργο της φιλανθρωπίας και μέσα σε αυτό ανάλωσε ολόκληρη τη ζωή του σε σημείο που ευρισκόμενος στο Νοσοκομείο «Σωτηρία», λίγο πριν το θάνατό του, να ρωτάει από το κρεβάτι του πόνου με ακαταπόνητη έγνοια για τα παιδιά, τους φτωχούς, για τα πράγματα της Εκκλησίας και της κοινωνίας.

Ανέλαβε πολλές και δύσκολες αποστολές. Μεταξύ αυτών έπαιξε σημαντικό ρόλο στη γερμανική κατοχή, κατά την οποία αναφέρεται ότι βοήθησε πολλούς πατριώτες και έσωσε με προσωπικές παρεμβάσεις του παιδιά που είχαν συλλάβει οι Γερμανοί.   

Μετά την Απελευθέρωση και τον Εμφύλιο ο π. Βησσαρίων έφυγε από την Καρδίτσα.  Ήδη Αρχιμανδρίτης με πολύχρονο ασκητικό βίο και πλούσιο πνευματικό και κοινωνικό έργο, ήρθε στην Ιερά Μονή Αγάθωνος μετά το 1955, επηρεασμένος από τον επίσης Πελοποννήσιο π. Γερμανό Δημάκο. Εκεί ανέλαβε να διακονεί τον πνευματικό τομέα του  Μοναστηριού.  Είχε εσωτερικό διακόνημα μέσα στο Μοναστήρι, αλλά είχε και εξωτερική υπηρεσία στον κόσμο. Κάθε Δευτέρα και Τρίτη πήγαινε στα Νοσοκομεία της Λαμίας, έβλεπε τους ασθενείς, τους παρηγορούσε και τους εξομολογούσε. Με τη χαρισματική προσωπικότητά του, την αγάπη του για τον άνθρωπο και τον γλυκύ και απλό τρόπο του κατάφερνε να ανακουφίζει τις πονεμένες ψυχές.  Τις λοιπές ημέρες καθόταν στο Μοναστήρι, μπροστά στην Εκκλησία, υποδεχόταν με το ευπροσήγορο χαμόγελό του τον κόσμο και άκουγε τα προβλήματά του. Οι άνθρωποι που έρχονταν φορτωμένοι με πόνο, βάσανα και άγχος, έφευγαν από το Γέροντα ανακουφισμένοι. Πολλούς από αυτούς τους βοηθούσε και οικονομικά. Όσα πράγματα και χρήματα του έφερναν πολλοί άνθρωποι που τον εμπιστεύονταν, ο παππούλης τα μοίραζε στους φτωχούς και όσους είχαν ανάγκη. Έλεγε συνεχώς: «Έξω οι άνθρωποι είναι φτωχοί, έξω πεινάνε, πρέπει να τους βοηθήσουμε».

Κάθε Σαρακοστή έφευγε από το Μοναστήρι με την ευχή του Γέροντα Γερμανού και έφτανε από τη μια άκρη του Νομού Φθιώτιδος στην άλλη. Πήγαινε σε όλα τα σπίτια και βοηθούσε. Πολλές φορές κοιμόταν και εκεί. Η περιοδεία του περιλάμβανε κατ΄ αρχήν την εξομολόγηση, για την οποία τον ανέμεναν με αδημονία σε όλα τα χωριά. Ο π. Βησσαρίων εξομολογούσε και τα παιδιά στο Εκκλησιαστικό Λύκειο της Λαμίας και ήταν ο πνευματικός τους. Εξομολογούσε τα παιδιά και στο τέλος πάντοτε τους έβαζε «κάτι» στο χέρι, για να τα ενισχύσει.

Όταν λειτουργούσε ο π. Βησσαρίων, έλαμπε ολόκληρος, καθώς τελούσε τη Θεία Λειτουργία με όλο το σεβασμό και την ιεροπρέπεια που αρμόζει. Παρά το γεγονός ότι δεν μπορούσε να μιλήσει καλά, καθώς η φωνή του ήταν φθίνουσα, εξαιτίας ενός περιστατικού με τους Γερμανούς, δεν παραιτήθηκε από το Άγιο Θυσιαστήριο. Έλεγε πως: «ο δε έχω, Κύριε, τούτο σοι δίδωμι»(Πρ. γ΄, 6). Με συμβουλές που η Θεία Χάρις παραχωρούσε στην προσευχή του, με εμπνευσμένη κατήχηση, με μυστική εξομολόγηση, φιλοτεχνούσε το έργο του ο λειτουργός του Θεού. Ήταν Μέγας Εξομολόγος. Τον έβλεπαν οι άνθρωποι ευπροσήγορο, απλό, ταπεινό, με την αδύναμη φωνούλα του και έλκονταν.

Ο π. Βησσαρίων ήταν και ο «κουβαλητής» του Μοναστηριού. Έβγαινε με την εικόνα της Παναγία στα χωριά, όπου με λαχτάρα τον περίμεναν στους δρόμους οι πιστοί. Τελούσαν ακολουθίες, ο παππούλης τους εξομολογούσε, τους μιλούσε με λόγους πνευματικούς και οικοδομητικούς και εκείνοι έδιναν ευλογίες από τα προϊόντα τους. Ο π. Βησσαρίων όσα μάζευε τα μοίραζε σε δύο «σακιά». Ένα σακί έφερνε στο Μοναστήρι για τις ανάγκες του, καθώς τότε λειτουργούσε εδώ η Γεωργοτεχνική Σχολή και η Ιερά Μονή φιλοξενούσε 82 άπορα παιδιά. Όσα περιείχε το άλλο σακί τα μοίραζε  κατευθείαν στους φτωχούς. Γνώριζε ποιες ήταν οι ανάγκες κάθε οικογένειας και ανάλογα έκανε  τη διανομή.

Ο Γέρων Βησσαρίων πέρασε τη ζωή του νουθετώντας, συμβουλεύοντας, διακονώντας με παντοειδείς τρόπους το ποίμνιο του Θεού. Ήταν ο καλός ποιμήν, που θυσίασε τη ζωή του υπέρ των προβάτων. Τα του κόσμου όλα τα θεωρούσε σκύβαλα, όπως λέει ο Απόστολος Παύλος, «ίνα Χριστόν κερδήσει». Και τον κέρδισε το Χριστό. Ο π. Βησσαρίων είναι σήμερα κοντά στον Κύριο, ο οποίος οικονόμησε εξαιρετικά να του δώσει ιδιαίτερη τιμή. Δεν τον αγίασε απλά, του κράτησε το σώμα σε αφθαρσία, για να το δούμε όλοι εμείς ιδίοις όμμασι και να πιστέψουμε, να δυναμωθούμε, να συνετιστούμε, να συγκλονιστούμε.

Ο π. Βησσαρίων ήταν καλά στην υγεία του σε γενικές γραμμές. Δεν είχε μεγάλα προβλήματα. Προς το τέλος της ζωής του ήρθαν η κόπωση και τα γεράματα. Λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο «Σωτηρία» στην Αθήνα, όπου κοιμήθηκε από πνευμονικό οίδημα την 22 Ιανουαρίου 1991.   

Η πρόσβαση στο Μοναστήρι εκείνες τις ημέρες ήταν δύσκολη λόγω έντονης χιονόπτωσης. Με δυσκολία ανέβηκε η νεκροφόρα. Για δύο ημέρες τοποθετήθηκε στην Εκκλησία, όπου πολύς κόσμος περνούσε για να χαιρετήσει το Γέροντα και να κλάψει. Έλαμπε το πρόσωπό του μέσα στο φέρετρο και το σώμα του ευωδίαζε. Το σώμα του δεν μπορούσε να ενταφιαστεί στο κοιμητήριο λόγω των καιρικών συνθηκών και  ως εκ τούτου κηδεύτηκε στα Βαπτιστήρια, όπου υπήρχαν δωμάτια προορισμένα για την εξομολόγηση. Πολλοί άνθρωποι για χρόνια κατέβαιναν για να προσκυνήσουν το σκήνωμα, δείχνοντας την ευσέβειά τους. Μάλιστα πολλοί του έφερναν αφιερώματα, σαν να τα προσέφεραν σε Άγιο, χωρίς να περιμένουν οποιοδήποτε σημείο για να αποδείξει την αγιότητά του. Μάλιστα υπάρχουν αναφορές των θαυμαστών εμπειριών και των βιωμάτων που είχαν στον τάφο του Γέροντα. Πολλοί είχαν ταραχή μέσα στο σπίτι τους, μα όταν είδαν τον π. Βησσαρίωνα στον ύπνο τους, ήρθε η γαλήνη πάλι στην οικογένεια, και άλλα παρόμοια.  Αποφασίστηκε να μη γίνει εκταφή, αλλά αναβάθμιση του χώρου των Βαπτιστηρίων. Ωστόσο η καθίζηση που παρουσιάστηκε στην ανατολική πλευρά του Μοναστηριού απαιτούσε το γκρέμισμα και την ανοικοδόμηση αυτής με νέα στηρίγματα. Επομένως η εκταφή ήταν απαραίτητο να γίνει. Αφού τελέστηκε Τρισάγιο, ξεκίνησε η αφαίρεση των τούβλων. Φάνηκε το φέρετρο σε άριστη κατάσταση.  Αφού μεταφέρθηκε στο κοιμητήριο, άνοιξαν οι Μοναχοί το φέρετρο για να αφαιρέσουν τα οστά. Όταν όμως το άνοιξαν, διαπίστωσαν με έκπληξη ότι το σώμα του κάτω από το σάβανο ήταν άφθαρτο. 

Αυτό αποτελούσε θαυμαστό γεγονός και θεία οικονομία. Παρά το γεγονός ότι όλοι οι Μοναχοί πίστευαν στην αγιότητά του,   η Αγία Εκκλησία έπρεπε να επιληφθεί της υπόθεσης. Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Φθιώτιδος κ.κ. Νικόλαος, όταν το έμαθε συγκλονίστηκε, επισκέφθηκε το Μοναστήρι και προσκύνησε συγκινημένος το ιερό σκήνωμα. Το άφθαρτο σώμα του Γέροντα μεταφέρθηκε στο παρεκκλήσιο της Αγίας Τριάδας για να προστατεύεται και έκτοτε εκεί βρίσκεται προς προσκύνηση από χιλιάδες πιστούς. 

Ο ήσυχος παππούλης με τη χάρη του Θεού  τάραξε το πανελλήνιο. Μετά από δεκαπέντε χρόνια βρέθηκε το σκήνωμα αυτού του ανθρώπου σε πλήρη συνοχή, απλώς συρρικνωμένο, αφυδατωμένο, να κρατά μάλιστα το Ιερό Ευαγγέλιο και να μην είναι εύκολο να του το αποσπάσει κανείς. Σαν να θέλει να μας πει ότι ξεφύγαμε από το Ευαγγέλιο και να μας προτρέπει, κυρίως τους Ιερείς: «Γυρίστε πάλι στις γάργαρες πληγές της Πίστεώς μας, στην Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση. Πάψτε να ασχολείστε με τις κοσμικότητες και τα κοινωνικά ζητήματα, είναι άλλοι αρμόδιοι για αυτά τα θέματα. Εσείς έχετε χρέος να οδηγήσετε τις ψυχές εις νομάς σωτηρίους, να ανεβάσετε τον άνθρωπο από τη Γη στον Ουρανό!...» 

Πηγή:

Το σημείον του Θεού, Γέρων Βησσαρίων ο Αγαθωνίτης (1908-1991), 

Αρχιμ. Δαμασκηνού Ζαχαράκη, 

Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Αγάθωνος, Ιερά Μονή Αγάθωνος, Υπάτη 2006


Άγιος Αναστάσιος ο Πέρσης, 

Σαββαΐτης Πρεσβύτερος (ιερομόναχος) από Μονή Αγ. Σάββα Παλαιστίνης, 

ιεραπόστολος Παλαιστίνης και Περσίας 

και ιερομάρτυς στη Βησθαλωέ Βαγδάτης της Περσίας, 

κατηχήθηκε και βαπτίσθηκε στα Ιεροσόλυμα 

απ’ τόν Άγ. Μόδεστο τον Β΄, 

Επίσκοπο Ιεροσολύμων  (+628) 

22 Ιανουαρίου & 24 Ιανουαρίου (ανακομιδή Ι. Λειψάνων)

Μάγος από μάγους

Ο ένδοξος Μάρτυρας του Χριστού Αναστάσιος, καταγόταν από την Περσία. Έζησε το έτος 610 μ.Χ. Κατά την εποχή εκείνη βασιλιάς της Πέρας ήταν ο Χοσρόης, του δε Βυζαντίου ο αυτοκράτορας Ηράκλειος. Το πρώτο όνομα του Αγίου ήταν Μάργουνδατ. Ο πατέρας του ήταν ένας από τους πιο σοφούς και τους πιο αρίστους στην σατανική τέχνη της μαγείας και ονομαζόταν Βάβ. Αυτός, λοιπόν, ο πατέρας του Αναστασίου, είχε πολλούς μαθητές, στους οποίους μάθαινε, πώς να φτιάχνουν μάγια. Μεταξύ των μαθητών του ξεχώριζε και ο Αναστάσιος. 

Ο πατέρας του, έβαλε όλη του την σατανική δύναμη και τέχνη να κάνη το παιδί του ένα από τους μεγαλύτερους μάγους του καιρού του, ώστε να ξεπεράσει ακόμη κι αυτόν τον ίδιο, τον εαυτό του, στην μαγεία. Όταν ο Αναστάσιος μεγάλωσε, ο πατέρας του τον έγραψε σε κάποιο τάγμα, που το λέγανε τάγμα των τηρώνων, δηλαδή τάγμα των νεοσυλλέκτων.

Ο Τίμιος Σταυρός θαυματουργεί στην Περσία

Οι Πέρσες εκστράτευσαν εναντίον της Ιερουσαλήμ και την κυρίευσαν. Στα Ιεροσόλυμα βρήκαν και λεηλάτησαν πάρα πολλά πράγματα μεγάλης αξίας. Μεταξύ όλων των πραγμάτων αυτών εκείνο πού είχε την μεγαλυτέρη αξία για τους χριστιανούς, ήταν ο Τίμιος και ζωοποιός και σωτήριος Σταυρός του Χριστού μας. Ο αιχμάλωτος Σταυρός τους γλύτωσε από την ειδωλολατρία και τους χάρισε την ελευθερία τους. Όσο καιρό βρισκόταν στην Περσία ο Σταυρός πάντοτε άστραφτε και παντού άπλωνε τις ευεργετικές ακτίνες της χάριτος σαν όπλο σωτήριο και ακατανίκητο. Εκείνοι που είχαν πολλή διάθεση, και δέχονταν την αληθινή πίστη του Χριστού, κατά τρόπον θαυμαστό τους φώτιζε. Ένας από αυτούς πού δέχτηκαν την πίστη ήταν και ο Αναστάσιος.

Η θεϊκή φωτιά

Όλα αυτά πού γίνονταν στα μέρη της Περσίας, τα άκουσε και ο Αναστάσιος. Μέσα στην ψυχή του άναψε μυστικά η θεϊκή φωτιά. Για τούτο ρωτούσε παντού να μάθει ο νέος, για την χριστιανική πίστη.

Ο Αναστάσιος ρώτησε και έμαθε από τους ευσεβείς Χριστιανούς, όλα εκείνα πού έγιναν γύρω από το μυστήριο της θείας οικονομίας. Τότε με μεγάλη χαρά και αγαλλίαση δέχθηκε τους σπόρους της ευσεβείας και καρποφόρησε καρπούς πίστεως.

Το αποτέλεσμα ήταν, να απαρνηθεί και να εγκαταλείψει την πατρίδα του, τα πλούτη του, τους συγγενείς του και τα στρατιωτικά αξιώματα, πού όλα αυτά ήταν πρόσκαιρα και μάταια και ανωφελή. Προτίμησε λοιπόν ν’αποκτήσει ουράνια πλούτη.

Έτσι πρώτα ήλθε στην Ιεράπολη. Εκεί έμεινε στο σπίτι κάποιου Πέρσου Χριστιανού στο θρήσκευμα και χρυσοχόου το επάγγελμα. Ο Αναστάσιος παρεκάλεσε τον χριστιανό αυτόν Πέρση να τον βοηθήσει, ώστε να λάβει το άγιο βάπτισμα. Ήθελε ο Αναστάσιος να βαπτιστεί για να καθαρισθεί από κάθε αμαρτία και προ παντός από την μαγική σαπίλα, και να γίνει δούλος του Χριστού.

Πώς βαπτίσθηκε

Ο χρυσοχόος όμως, επειδή φοβόταν τον Περσικό κίνδυνο, απέφυγε να τον βάφτιση. Ο Αναστάσιος πολλές φορές πήγαινε στην εκκλησία και προσευχόταν. Βλέποντας στους τοίχους της εκκλησίας ζωγραφισμένους τους Αγίους μας, ρωτούσε τους άλλους χριστιανούς να μάθη για τη ζωή των Αγίων. Ακούγοντας δε για τους αγώνες και τα παλαίσματα των Αγίων, η καρδιά του Αναστασίου άναβε ακόμη περισσότερο από την θεϊκή αγάπη. Τότε έτρεξε και ήλθε στα Ιεροσόλυμα, για να βαπτιστεί.

Στα Ιεροσόλυμα, λοιπόν, βρήκε κάποιον χριστιανό. Σ’αυτόν εκμυστηρεύτηκε τον πόθο του και τον παρεκάλεσε να τον βοηθήσει να βαπτιστεί. Πράγματι ο χριστιανός αυτός πήρε τον Αναστάσιο και τον πήγε σε κάποιο πρεσβύτερο, που τον λέγανε Ηλία. Ο Ηλίας, πού ήταν ιερεύς στο ναό της Αγίας Αναστάσεως τον έφερε στον πατριάρχη Μόδεστο. Ο Πατριάρχης με μεγάλη χαρά δέχθηκε και βάφτισε τον νέον αυτόν και του έδωκε το όνομα Αναστάσιος. Ο Αναστάσιος, λοιπόν, έμεινε στο σπίτι του ιερέως Ηλία οκτώ ημέρες. Σύμφωνα με την συνήθεια των κατηχουμένων ο θείος Ηλίας ρώτησε τον Αναστάσιο που σκέπτεται να πάει. Ο Αναστάσιος τον παρεκάλεσε να τον κάνει καλόγηρο. Ο πρεσβύτερος Ηλίας κατάλαβε, ότι ο Αναστάσιος έχει καλή ψυχή, και ότι μια μέρα θα γινόταν ένα στολίδι της Εκκλησίας του Χριστού. Γι'αυτό δέχθηκε να τον κάμει μοναχό.

Στο Μοναστήρι

Όταν ο Όσιος ιερεύς τελείωσε την θεία λειτουργία, πήρε μαζί του τον Αναστάσιο και πήγαν στο Μοναστήρι του Αγίου Αναστασίου. Ηγούμενος εκεί ήταν ένας ξακουστός και ενάρετος άνθρωπος, πού τον λέγανε Ιουστίνο. Ο Ηγούμενος με μεγάλη χαρά δέχθηκε τον Αναστάσιο και τον έκαμε και μοναχό. 

Ήταν δε τότε ο δέκατος χρόνος πού βασίλευε στο Βυζάντιο ο ευσεβής Ηράκλειος. Ο Αναστάσιος έδειξε μέσα στο Μοναστήρι θαυμάσια διαγωγή. Ζούσε θεάρεστα, σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Στο Μοναστήρι ο Άγιος κάθισε επτά χρόνια.

Νίκησε τους πειρασμούς του

Αλλά ο φθονερός διάβολος δεν άντεξε άλλο. Δεν μπορούσε να υποφέρει τόσο μεγάλη αρετή και τόση μεγάλη αγάπη προς τον Χριστό. Γι'αυτό έλαβε την απόφαση να του φέρνει εμπόδια.

Πρώτα - πρώτα άρχισε να του βάζει στο μυαλό του την καλοπέραση, που είχε στην πατρίδα του, την Περσία. Έπειτα του έβαλε στο μυαλό του, την αγάπη του πατέρα του, τις κοσμικές απολαύσεις και όλα εκείνα, τα οποία είναι μάταια και πρόσκαιρα.

Ο Άγιος κατέφευγε πάντοτε στην προσευχή, ζητώντας την βοήθεια του Χριστού. Κατόπιν με δάκρυα πήγαινε στο δάσκαλο του και του έλεγε όλους τους πειρασμούς του φθονερού και δολίου δράκοντος.

Ο διδάσκαλος του μόλις άκουσε αυτά από τον Αναστάσιο φώναξε και συγκεντρώθηκαν όλοι οι μοναχοί για να κάνουν παράκληση προς τον Κύριο. Και με αυτόν τον τρόπο ελευθερώθηκε ο Αναστάσιος από τον διάβολο.

Προβλέπει το Μαρτύριό του

Ύστερα από λίγο ο τρισμακάριος αυτός Αναστάσιος είδε όλα αυτά πού ποθούσε, σε ένα όραμα, το οποίον είχε ως εξής: Είδε ότι ανέβηκε σε κάποιο βουνό ψηλό και μετέωρο. Εκεί κάποιος άνθρωπος του έδωσε ένα χρυσό ποτήρι, στολισμένο με πολύτιμους λίθους, γεμάτο κρασί. Ο άνθρωπος του είπε: Λάβε και πιες το.

Πράγματι, ο μακάριος Αναστάσιος το ήπιε το κρασί. Τότε δε του φάνηκε στην γεύση πολύ καλό, ώστε αισθάνθηκε στην ψυχή του και κάποια γλυκύτητα. Κατάλαβε ο Άγιος Αναστάσιος, προτού ξυπνήσει, ότι ο Θεός με το όραμα αυτό, του έδειξε το μαρτύριο, πού επρόκειτο να του κάμουν.

Όταν ξύπνησε με δάκρυα ο Αναστάσιος πήγε και έπεσε στα πόδια του δασκάλου του και τον παρακαλούσε να προσευχηθεί γι αυτόν, διότι το τέλος της ζωής του πλησιάζει. Του διηγήθηκε κατόπιν το όραμα του αλλά δεν του φανέρωσε την επιθυμία του ότι θέλει να μαρτυρήσει μήκως ο δάσκαλος του τον εμποδίσει.

Πηγαίνει για το Μαρτύριο

Η ψυχή του ποθούσε το μαρτύριο. Σε λίγο όμως, χωρίς να πάρει μαζί του ούτε άρτους, ούτε αργύριο, ούτε άλλο ιμάτιο εκτός από αυτό πού φορούσε, έφυγε κρυφά από το Μοναστήρι. Φεύγοντας από το Μοναστήρι, ήλθε στην Καισαρεία της Παλαιστίνης. Εκεί ήταν ο ναός της Αειπαρθένου Θεοτόκου. Στον ναό αυτό ο Άγιος έμεινε επί δύο ημέρες προσευχόμενος. Ζητούσε να τον οδηγήσει σύμφωνα με το συμφέρον της ψυχής του. Ύστερα ήλθε στο ναό της Άγιας Ευφημίας.

Ελέγχει τους μάγους και φυλακίζεται

Εκεί όμως είδε μερικούς μάγους από την Περσία, οι οποίοι έκαμαν μάγια και μάντευαν σαν δηλ. σαν τα σημερινά σατανικά μέντιουμ. Ο Άγιος κινούμενος από θείο ζήλο του ήλεγξε αυστηρά και τους είπε: «Αυτά, τα οποία κάμνετε εσείς τώρα, τα έκανα κι εγώ. Όταν όμως γνώρισα την αληθινή πίστη του Χριστού, έτρεξα και καθαρίστηκα με το Άγιο Βάπτισμα. Έκτοτε εγκατέλειψα και μίσησα, τα έργα αυτά του Διαβόλου. Το ίδιο συμβουλεύω να κάνετε κι εσείς και χωρίς καμία αναβολή μάλιστα. Μακριά απ τον Σατανά...». Προσπαθούσε έτσι να τους φέρει σε μετάνοια.

Εκείνη την στιγμή όμως, κι ενώ ακόμη συζητούσε ο Αναστάσιος με τους μάγους, συνέβη το έξης: Εκεί κοντά ήσαν κι άλλοι Πέρσες, οι οποίοι υπηρετούσαν μαζί με τον Άγιο στρατιώτες στην πατρίδα του, την Περσία. Αυτοί, λοιπόν, μόλις τον είδαν, τον γνώρισαν όρμησαν σαν λύκοι άγριοι κατ’ επάνω του. Τον άρπαξαν βάναυσα και τον έρριξαν βίαια στην φυλακή.

Στην φυλακή ο Άγιος καθόταν, ώσπου να έλθει ο άρχοντάς των Μαρσαβανάς, για να τον εξετάσει, διότι απουσίαζε από την Καισάρεια.

Μπροστά στον Μαρσαβανά

Όταν λοιπόν ήλθε ο τύραννος, του πήγαν μπροστά του τον Άγιο για ανακρίσεις. Ο Άγιος δεν τον προσκύνησε, όπως είναι συνήθεια στους Πέρσες, αλλά στάθηκε όρθιος, χωρίς φόβο, φανερώνοντας έτσι την Ελευθερία της ψυχής του. Ο Μαρσαβανάς προσπάθησε στην αρχή με διάφορες κολακείες να τον κάνει να αρνηθεί τον Χριστό. Ο Άγιος όμως αδιαφορούσε για τα λόγια του τυράννου.

Τότε ο σκληρός τύραννος, διέταξε να βάλουν στο ένα πόδι του και στο λαιμό του μια σιδερένια αλυσίδα. Διέταξε έπειτα να σηκώνει λιθάρια και να τα ανεβάζει στο τειχόκαστρο.

Αλλά δεν έφθαναν μόνον αυτά. Οι συμπατριώτες του τον κτυπούσαν, τον χλεύαζαν και του ξερίζωναν τα γένια του, του έκαναν διάφορα άλλα μαρτύρια. Όλα αυτά ο Άγιος τα υπέμεινε με μεγάλη υπομονή και χαρά. Οι ονειδισμοί χάριν του Χριστού ήταν για τον Άγιο, εγκώμια.

Ύστερα από όλα αυτά ο τύραννος άρχισε να τον ανακρίνει πάλι, φοβερίζοντας να τον στείλει στον βασιλέα, για να τον βασανίσει περισσότερο και σκληρότερα. Αλλά ο Άγιος δεν υποχωρούσε. Παρέμενε στερεός και ασάλευτος στην πίστη του Χριστού μας. Τότε διέταξε ο άρχων να τον ξαπλώσουν κάτω στο χώμα και να τον κτυπούν άσπλαχνα.

Ξαπλωμένος, όπως ήταν, δεχόταν από τους δήμιους ξυλοδαρμούς με αξιοθαύμαστη καρτερικότητα. Αν και δεν ήταν δεμένος εν τούτοις ελάχιστα κουνήθηκε από την θέση του.

Και όλα αυτά τα βασανιστήρια, που προκαλούσαν αβάστακτους πόνους, ο Άγιος Αναστάσιος τα υπέμεινε, χωρίς γογγυσμούς, αλλά αντιθέτως με μεγάλη χαρά, διότι περίμενε να απόλαυση την μέλλουσα μακαριότητα.

Ο τύραννος κατόπιν τον έριξε στην φυλακή, ελπίζοντας, ότι ο Άγιος θα φοβηθεί, θα μετανοήσει και θα αρνηθεί τον Χριστό. Όταν πέρασαν πολλές ημέρες, τον έβγαλαν από την φυλακή και του είπαν να προσφέρει θυσία στα είδωλα, όπως έκαμναν κι αυτοί.

Και ο Άγιος του είπε:
Ω! της ανοησίας σου! Πώς είναι δυνατόν να με διατάζεις να προσκυνήσω τη φωτιά, τα βουνά, τα κτήνη και άλλα παρόμοια κτίσματα, ταλαίπωρε! Ο Θεός, άρχοντά μου, δημιούργησε τον άνθρωπο βασιλιά και αφέντη σε όλα αυτά, πού μου είπες να τα λατρεύσω, και να τα έχει υπόδουλα, και μόνο τον αληθινό Θεό, ο οποίος είναι δημιουργός των πάντων, να σέβεται και να λατρεύει.

Οι Αδελφοί τον ενισχύουν

Με αυτά και με άλλα λόγια αληθινά ο μάρτυς νίκησε τον τύραννο. Και επειδή δεν μπορούσε ν' απαντήσει στον μάρτυρα, τον έβαλε στην φυλακή. Όλα όμως αυτά, που συνέβησαν γύρω από τον Άγιο Αναστάσιο, τα έμαθε ο διδάσκαλος του. Για όλα αυτά χάρηκε και δόξασε τον Θεό. Συγκέντρωσε κατόπιν όλη την αδελφότητα, έκαμαν θερμή παράκληση για να τον δυναμώσει ο Χριστός να νικήσει τον τύραννο, και να πάρει τον στέφανο του μαρτυρίου. Κατόπιν του έστειλαν με δύο μοναχούς ενθαρρυντικά γράμματα, με τα οποία τον συμβούλευαν στοργικά να μη φοβηθεί την σκληρότητα του τυράννου, αλλά με ανδρεία και γενναιότητα να υπομένει όλα τα μαρτύρια, ώστε να τελειώσει νικηφόρα τον δρόμο, που είχε αρχίσει. Όσες, μέρες βρισκόταν ο Άγιος στην φυλακή δεμένος, δεν άφηνε καμία νύχτα τον κανόνα του (τις καθημερινές προσευχές του). Και όσο μπορούσε προσευχόταν, παρά τις πληγές και τις αλυσίδες πού τον δυσκόλευαν.

Τι είδε ο δήμιος Εβραίος

Μια νύχτα όμως καθώς έψελνε, τον άκουσε κάποιος δήμιος. Ο δήμιος αυτός ήταν στην θρησκεία Εβραίος, πλην όμως ήταν καλός. Αυτός, λοιπόν, βλέποντας τον Άγιο να κουβαλάει όλη την ημέρα λιθάρια και την νύχτα να μην κοιμάται, αλλά να προσεύχεται, τον θαύμαζε. Γι'αυτό λοιπόν μια φορά έβαλε σε μια σχισμή, σε μια τρύπα της φυλακής τα μάτια του, για να δει τί κάνει ο Άγιος. Αλλά τι να δει! Βλέπει θαύμα εξαίσιο. Είδε μερικούς ασπροφορεμένους να φορούν αρχιερατικές στολές. Όλοι δε αυτοί να βρίσκονται γύρω από τον Άγιο και τα πρόσωπά τους να λάμπουν σαν τον ήλιο. Κατά τον ίδιο τρόπο ήταν ντυμένος και ο Άγιος Αναστάσιος, τον οποίο θύμιαζε κάποιος νέος, που στεκόταν μπροστά στον Άγιο σαν διάκονος.

Μόλις είδε αυτά τα ουράνια πράγματα ο Εβραίος, θέλησε να πάει να ξυπνήσει κάποιο σύντροφο του, πού ήταν Χριστιανός και έπαρχος της Σκυθοπόλεως. Στάθηκε όμως αδύνατο να φύγει από την θέση του. Δεν μπορούσε να κουνήσει, ούτε πόδια, ούτε χέρια, από την έκπληξη του θαύματος ή και κατά παραχώρηση Θεού, διά να οικονομήσει κάτι άλλο καλλίτερο.

Αφού πίεσε τον εαυτό του, κατόρθωσε να πάει στον πλησίον του, όπου του διηγήθηκε όλα αυτά, πού είδε. Όταν άκουσε αυτά ο άλλος, πήγε να δει και αυτός. Πλην όμως δεν είδε τίποτε; Και για να μη στερηθεί τα όσα είδε αυτός άρχισε να του τα διηγείται όλα με κάθε λεπτομέρεια.

Στο Βασιλέα Χοσρόη

Αφού είδε ο τύραννος, ότι ο Άγιος δεν πρόκειται ν’ αλλάξει με κανένα τρόπο γνώμη, παίρνει αλυσίδες και μαζί με δύο άλλους Χριστιανούς τον δένει. Διατάζει έπειτα τους δήμιους να τον παραδώσουν στον βασιλιά. Πολλοί Χριστιανοί με δάκρυα τους ακολουθούσαν. Προσευχόντανε στον Κύριο να τους δίνη μέχρι τέλους δύναμη. Τον Άγιο τον ακολουθούσε και ένας από τους δυο μοναχούς, τους οποίους είχε στείλει ο γέροντας του, για να τον υπηρετείσουν στα αναγκαία και να βλέπει όλα τα μαρτύρια του για να τα διηγηθεί υστέρα στους μοναχούς.

Από τις πόλεις πού περνούσε ο Άγιος, όλοι οι χριστιανοί πήγαιναν και τον προϋπαντούσαν και τέλος με μεγάλη τιμή και ευλάβεια τον αποχαιρετούσαν. Αλλά ο Άγιος από μεγάλη ταπείνωση δεν δεχόταν τις τιμές αυτές και μάλιστα λυπότανε γι αυτό. Από τον ποταμό Τίγρη έγραψε στον Αρχιερέα της Ιεραπόλεως, δύο γράμματα. Με αυτά τον παρακαλούσε να προσευχηθεί στον Κύριο, για να του δίνη δύναμη και υπομονή, ώστε να δυνηθεί να τελειώσει τον δρόμο της αθλήσεως. Τέλος έφθασαν και στην Περσίδα.

Εκεί ο μεν Άγιος μπήκε στην φυλακή, ο δε μοναχός που τον ακολουθούσε, έμεινε σε κάποιο σπίτι Χριστιανικό. Σε λίγες μέρες πληροφόρησαν τον βασιλιά Χοσρόη σχετικά με τον Άγιο. Ο βασιλιάς διέταξε να τον οδηγήσουν μπροστά του.

Νέα Μαρτύρια

Ο άρχοντας βλέποντας, ότι δεν κατόρθωσε, ούτε με κολακείες ούτε με φοβέρες, να κάμει τίποτε, διέταξε να τον κτυπήσουν αλύπητα με ράβδους. Ύστερα ο τύραννος, διέταξε και του έβαλαν στα πόδια του ξύλα. Τον ξάπλωσαν ανάσκελα και μερικοί χειροδύναμοι, έσφιγγαν τα ξύλα με όλη τους την δύναμη. Με τέτοια βασανιστήρια ο μάρτυς του Χριστού βασανιζόταν ώρες ολόκληρες.

Κάποιος Χριστιανός, πού τον λέγανε Σελλάριο, και ο οποίος φύλαγε τους φυλακισμένους Χριστιανούς, άφησε τον υπηρέτη του μάρτυρος να πηγαίνει ελεύθερα στη φυλακή και να τον υπηρετεί. Πολλοί δε χριστιανοί πήγαιναν στον φυλακισμένο μάρτυρα και έπεφταν στα πόδια του. Του φιλούσαν τα δεσμά του και ζητούν την ευλογία του. Αλλά ο Άγιος, στολισμένος με την ταπεινοφροσύνη, τους εμπόδιζε. Δεν ήθελε τον ανθρώπινο έπαινο.

Μετά από λίγες ημέρες έβγαλαν τον Άγιο από την φυλακή. Ο βασιλιάς διέταξε έναν δικαστικό άρχοντα να τον ανακρίνει ξανά. Βλέποντας ο τύραννος ότι ο Άγιος δεν αλλάζει με οργή διέταξε τους δήμιους και τον κτυπούσαν με ρόπαλα, όπως και προηγουμένως. Βλέποντας όμως, ότι ούτε με τα ρόπαλα έβγαζε αποτέλεσμα, τον έκλεισε ξανά στην φυλακή.

Έπειτα από λίγες μέρες ο τύραννος προσπάθησε πάλι με κολακείες και με φοβέρες, να κάμει τον Άγιο ν’ αρνηθεί τον Χριστό και να θυσιάσει στα είδωλα. Ο Άγιος με θαυμαστή σταθερότητα, έμεινε ακλόνητος στην πίστη του Χριστού μας. Με θυμούς με νεύρα και φωνές διέταξε ο τύραννος να τον βασανίσουν. Στο πόδι του Αγίου έδεσαν ένα πελώριο λιθάρι, και από το ένα χέρι του τον κρέμασαν επί δύο ώρες, ώστε να σπάσουν βιαίως τα μέλη του σώματος του. Ο Άγιος, με την βοήθεια του Χριστού, βάσταξε γενναίως και το οδυνηρό αυτό μαρτύριο. Ο άρχοντας βλέποντας να χάνονται οριστικά οι ελπίδες του στην προσπάθειά του ν’αλλάξει γνώμη. 

Ο Άγιος, πήγε στον βασιλιά και του είπε:
Βασιλιά μου, σε συμβουλεύω να μη προσπαθήσεις περισσότερο, διότι με τόσα μαρτύρια αυτός ο άνθρωπος δεν άλλαξε γνώμη. Δεν είναι εύκολο να νικήσουμε τον Αναστάσιο.

Τον θανατώνουν με άλλους 70 Χριστιανούς

Ο Βασιλιάς μόλις άκουσε αυτά αγρίεψε και διέταξε να τον θανατώσουν, μαζί με τους άλλους Χριστιανούς. Πράγματι! Πήγαν στην φυλακή και έβγαλαν μαζί με τον Άγιο και άλλους Χριστιανούς, 70 τον αριθμό. Όλους αυτούς τους πήγαν κοντά στο ποτάμι. Εκεί με ένα σχοινί τους έπνιγαν μπροστά στα μάτια του Αγίου και, χασκογελώντας μακάβρια, λέγανε στον Άγιο Αναστάσιο:
Γιατί δεν κάμνεις το θέλημα του βασιλιά, παρά προτιμάς τον μαρτυρικό θάνατο;

Ο Άγιος όμως αφού πρώτα ευχαρίστησε τον Θεό, πού τον αξιώνει να μαρτυρήσει, όπως ακριβώς επιθυμούσε, διά το όνομά του, είπε στον τύραννο:
Εγώ τύραννε, ποθούσα για την αγάπη του Χριστού, να τεμαχισθεί το σώμα μου, σε μικρά - μικρά κομματάκια. Επιθυμούσα να είναι ο θάνατος μου πικρότατος και γεμάτος από πόνους φρικτούς. Δυστυχώς βλέπω το αντίθετο. Θα με θανατώσετε χωρίς βάσανα και πόνους. Σ’ ευχαριστώ, Χριστέ μου, πού θανατώνομαι χωρίς φρικτούς πόνους.

Αυτά είπε ο μακάριος Αναστάσιος και έκλινε το κεφάλι του. Οι δήμιοι με ένα ξίφος του το έκοψαν. Την Αγία κεφαλήν του Αγίου, οι δήμιοι, την πήγαν στον βασιλιά για να διαπιστώσει και ο ίδιος τον θάνατον του Αναστασίου.

Η ανακομιδή των λειψάνων του Αγίου οσιομάρτυρα Αναστασίου του Πέρσου, έγινε το 638 μ.Χ., δέκα χρόνια μετά το μαρτυρικό του τέλος και η οποία εορτάζεται από την Εκκλησία μας στις 24 Ιανουαρίου. Κατά τους Συναξαριστές, κάποιος επίσκοπος Ρωμαίος πήγε στην Περσία και μετακόμισε τα Ιερά Λείψανα του Αγίου στην Καισαρεία της Παλαιστίνης, τη δε κάρα του μετέφερε στη Ρώμη.

Το Ι. Λείψανό του θαυματουργεί

Ο Σελλάριος πήγε να πάρει το λείψανο του Αγίου, αλλά οι δήμιοι δεν τον άφησαν. Τα παιδιά όμως του Ιεσδίν, έδωκαν πολλά χρήματα και πήραν την άδεια να πάνε κρυφά να το πάρουν. Πράγματι, τα παιδιά μαζί με τον μοναχό, που υπηρετούσε τον Άγιο, πήγαν στον τόπο του μαρτυρίου και ώ του θαύματος! Το λείψανο του Αγίου Αναστασίου τα σκυλιά δεν το έτρωγαν, ούτε το πλησίασαν καθόλου. Με μεγάλη ευλάβεια πήραν το λείψανο του Αγίου, πήγαν και το έθαψαν στο Μοναστήρι του Αγίου Σεργίου. Ήταν το δέκατο έβδομο έτος της βασιλείας του Ηρακλείου, στις 22 Ιανουαρίου.

Ο αδελφός, που πολλές φορές είχε σταλεί για να υπηρετήσει τον Άγιο Αναστάσιο, αφού τον έθαψε στο Μοναστήρι του Αγίου Σεργίου έφυγε από λίγο καιρό να επιστρέψει στο Μοναστήρι του. Κοντά του έφερνε και το μοναχικό του Αγ. κολλόβιον, δηλ. τον μανδύα!. Διηγήθηκε τότε στον ηγούμενο και στους άλλους μοναχούς όλα. Στο Μοναστήρι, που θάψαμε το άγιο λείψανο, ήταν ένας νέος μοναχός, που είχε πονηρό και κακό δαίμονα. Ο Ηγούμενος του Μοναστηριού πήρε το κολλόβιο του Αγίου και το φόρεσε στο δαιμονισμένο μοναχό. Τότε αμέσως, όπως φεύγει το σκοτάδι από το φώς, έτσι έφυγε και το δαιμόνιον από τον μοναχό αυτόν. Δεν μπορούσε ο διάβολος να υποφέρει την αγιότητα του μαρτυρικού ράσου.

Πηγή:


Άγιοι... Οι Καλύτεροί Μας Φίλοι


Άγιος Ιωάσαφ Μπολότωφ, 

1ος Επίσκοπος Κοντιάκ Αλασκας και όλης της Αλάσκας

Ισαπόστολος Αλάσκας, Ρώσος από Μονή των Νήσων Valaam Φινλανδίας-Ρωσίας (+1799) 

19 Απριλίου, 22 Ιανουαρίου, 13 Φεβρουαρίου, 10 Απριλίου (ενθρόνηση), 

24 Σεπτεμβρίου (άφιξη)

Χαιρετισμοί στόν Ἅγ. Εὐγένιο Ἐπίσκοπο Mercia Ἀγγλίας (4/3, +680)
καί στόν Ἅγ. Ἰωάσαφ Μπολότωφ, 1ο Ἐπίσκοπο καί Ἰσαπόστολο Ἀλάσκας,
Ρῶσο ἀπό Μονή Νήσων Valaam Φιλλανδίας-Ρωσίας (19/4, +1799)
[μνήμη καί 22/1, 13/2, 10/4 ἐνθρόνησι, 24/9 ἄφιξι]

Χαῖρε, ἅγιε Ἰωάσαφ Μπολότωφ
Χαῖρε, Εὐγένιε Ἐπίσκοπε Mercia Ἀγγλίας

Χαῖρε, Ἰωάσαφ Ἰσαπόστολε καί Ἐπίσκοπε Ἀλάσκας
Χαῖρε, ἀπαλό βόρειο σέλας στήν καρδιά τῶν Ἀλασκινῶν

Χαῖρε, Εὐγένιε πνευματικό τέκνο καί βιογράφε τοῦ Ἁγ. Τσάντ
Χαῖρε, ὑδρόβιο πτηνό πού συχνάζεις στίς λίμνες τοῦ Θεοῦ

Χαῖρε, Ἰωάσαφ ὅτι ὑδροδοτεῖς τήν καρδιά μας μέ ἀγάπη
Χαῖρε, Εὐγένιε ὁλοήμερη ἀγάπη τῆς καρδιᾶς μας

Χαίρετε, Εὐγένιε καί Ἰωάσαφ ὅτι ἡ ἀγάπη σας
ὑπερχείλιζει σέ κάθε στίγμή τῆςζωή μας

Χαίρετε, ὅτι ἡ ζωή σας εἶναι
ὑμνογραφία τοῦ Θεοῦ

Χαίρετε, Ἅγιοι Ἰωάσαφ καί Εὐγένιε!

Ο Άγιος Ιωάσαφ Μπολότωφ γεννήθηκε στη Ρωσία τον 18ο αιώνα μ.Χ. Από αγάπη στον Θεό έγινε ιερέας και εργάσθηκε ιεραποστολικά στην Αλάσκα. Έφθασε στη νήσο Κόντιακ στις 24 Σεπτεμβρίου 1794. Εκεί, παρά τις τεράστιες και αφάνταστες δυσκολίες, διακονεί το κήρυγμα του Ευαγγελίου με όλες του τις δυνάμεις. Τον Ιούλιο του έτους 1796 μ.Χ. η Σύνοδος της Ρώσικης Εκκλησίας ανακήρυξε την Αλάσκα σε Επισκοπή του Ιρκούτσκ της Σιβηρίας και ο Άγιος Ιωάσαφ εξελέγη επίσκοπος. Σε μια ιεραποστολική περιοδεία το πλοίο ναυάγησε στα παγωμένα νερά του ωκεανού, παρασύροντας στον βυθό τον Άγιο Ιωάσαφ μαζί με όλο το πλήρωμα.

╰⊰¸¸.•¨*

Το βορειοδυτικό τμήμα της Αμερικανικής Ηπείρου αποτελείται από μία τεράστια χερσόνησο, τη «Μεγάλη Χώρα» που στη γλώσσα των ιθαγενών μεταφράζεται ως «Αλι-ακ-Σα» και έφθασε σε μας ως Αλάσκα. Η Αλάσκα χωρίζεται από την Ασία με μια στενή λουρίδα θάλασσας, τον Βερίγγειο πορθμό, ενώ ανατολικά συνορεύει με τον Καναδά. Το γεωγραφικό της πλάτος είναι ίδιο με της Νορβηγίας. Το νοτιοδυτικό της άκρο περιλαμβάνει ένα τόξο από 150 ηφαιστειογενή νησιά, τις γνωστές «Αλεούτιες Νήσους». Είναι μια χώρα 12 φορές πιό μεγάλη από την Ελλάδα με κλίμα πολικό στο βορρά, ωκεανικό στο νότο, με θερμοκρασίες που κυμαίνονται από -62° C το χειμώνα (Ρελιάνς, Γιούκων), έως + 25° C το σύντομο καλοκαίρι. Η νύχτα διαρκεί έξι μήνες, με μόνα φώτα τη σελήνη και το πολικό σέλας. Η μέρα διαρκεί κι αυτή έξι μήνες, είναι όμως θαμπή και ο ήλιος δύει πολύ λίγο όσο πλησιάζουμε προς τον Ιούνιο, οπότε ανατέλλει αμέσως μετά τη δύση του, γι’ αυτό και η Αλάσκα ονομάζεται «χώρα του ηλίου του μεσονυκτίου». Ο μεγαλύτερος ποταμός της Αλάσκας, ο «Γιούκων», είναι παγωμένος 8 μήνες το χρόνο. Πολλά ηφαίστεια και απέραντοι παγετώνες, αραιότατη βλάστηση και πολικά ζώα, με λίγους ανάλογα με την έκτασή της ανθρώπους, βρίσκει κανείς στην Αλάσκα. Οι ιθαγενείς ανήκουν σε διάφορες φυλές. Στο εσωτερικό της χώρας, στις βόρειες και τις δυτικές ακτές κατοικούν Εσκιμώοι. Τα νησιά κατοικούν Αλεούτοι, τη Σίτκα Κολοσσοί, τις ατλαντικές ακτές κατοικούν Ερυθρόδερμοι που ανήκουν στις φυλές των Κενάγτζων και των Τσουγκάτσων, Αμερικανοί είναι επίσης και οι Κοντιάκοι. Σήμερα, η σύνθεση του πληθυσμού της Αλάσκας έχει αλλάξει πολύ, από τη μετανάστευση μεγάλων ομάδων Αμερικανών, οι οποίοι μαζί με την τεχνολογία, έφεραν συνάμα και τα οινοπνευματώδη ποτά, τα ελεύθερα ήθη και τα αφροδίσια νοσήματα, που όλα μαζί καταδίκασαν τον ιθαγενή πληθυσμό σε συρρίκνωση και αφανισμό. Μεγάλες πόλεις στην Αλά¬σκα είναι: η πρωτεύουσα Juneau, το Anchorage το Fairbanks και  το Ketchikan.
Στην Αλάσκα υπάρχουν σημαντικά κοιτάσματα χρυσού, αργύρου και άλλων μετάλλων, πετρέλαιο και ζώα όπως τάρανδοι, φώκιες, σολωμοί που μαζί με τα πολύτιμα δάση της έχουν συντελέσει πολύ στην οικονομική  εξέλιξή της.

Για την ύπαρξη της Αλάσκας μίλησε πρώτος ο υπηρετών στο ρωσικό ναυτικό, Δανός Βίτους Μπέριγκ. Ανακαλύφθηκε από τον Ρώσο θαλασσοπόρο Γκρόζντεφ, το 1730, και εξερευνήθηκε από τους Μπέριγκ και Κιρίκωφ το 1740-1741 όταν την έκαναν αποικία της τσαρικής Ρωσίας. Το Μάρτιο του 1867 πωλήθηκε όλη η Αλάσκα στους Αμερικανούς αντί 7.200.000 δολαρίων!!! Η αρχικά «κτησις» των ΗΠΑ έγινε «Τερριτόριον» το 1912 για να καταλήξει το 1958 σε «49η» Πολιτεία των ΗΠΑ.

«1794». Η Ορθοδοξία πρώτη φωτίζει την Αλάσκα

Στην Αλάσκα γράφτηκαν οι πιο λαμπρές σελίδες της Ορθοδόξου Ιεραποστολής κατά τους τελευταίους αιώνες. Σε αυτήν εφαρμόσθηκε και επέτυχε το πείραμα του Ορθόδοξου ευαγγελισμού σε νεοανακαλυφθείσα χώρα, που την έκανε κοιτίδα της Ορθοδοξίας στο Δυτικό ημισφαίριο.

Οι πρώτες ακτίνες του «Ηλίου της Δικαιοσύνης» έφθασαν θαμπές, όπως και το φως του καλοκαιριού της, μαζί με Ρώσσους εμπόρους που εγκαταστάθηκαν, μετά την εξερεύνησή της, για να εκμεταλλευθούν τα φυσικά πλούτη της.

Θαμπές και ομιχλώδεις, ήσαν έως τότε και οι θρησκευτικές αντιλήψεις και δοξασίες των ιθαγενών της. Πίστευαν σε Θεό Δημιουργό, τον Αγκουγκούτ, σε αγαθά και κακά πνεύματα, τελούσαν θυσίες και πίστευαν, χωρίς πολλή σαφήνεια, σε μεταθανάτιο ζωή.

Οι Ρώσσοι έμποροι, από λόγους κυρίως συμφεροντολογικούς, επειδή οι βαπτιζόμενοι εκδήλωναν μεγάλη αφοσίωση στους αναδόχους των και τους βοηθούσαν πολύ στις εργασίες τους, έδειξαν ενδιαφέρον για τον εκχριστιανισμό της Αλάσκας. Δεν ήταν όμως έτσι όλοι οι Ρώσοι έμποροι. Ο ευσεβής Γρηγόριος Σελέχωφ, ιδρυτής της «Ρωσσοαμερικανικής Εταιρείας» έκτισε ναό και σχολείο στο Κοντιάκ το 1774, βάπτισε πολλούς ιθαγενείς και μαζί με το συνεργάτη του, Ιβάν Γκολίκωφ, ζήτησε από την Τσαρίνα Αικατερίνη Β’ και την Ιερά Σύνοδο της Ρωσικής Εκκλησίας να σταλούν κανονικοί Ιεραπόστολοι, την συντήρηση των οποίων θα ανελάμβανε ο ίδιος και οι συνεταίροι του.

Στις 24 Σεπτεμβρίου του 1794 το πλοίο ανεφοδιασμού των ρωσικών εμπορικών αποστολών, αποβίβασε στο νησί Κόντιακ, την πρώτη ιεραποστολική ομάδα, ύστερα από ταξίδι που κράτησε πάνω από 40 ήμερες. Η ομάδα αυτή αποτελείτο από 4 ιερομόναχους, 2 ιεροδιακόνους και 2 μοναχούς των μονών Βαλαάμ και Κόνιεφ (της λίμνης Λαντόγκα), υπό την αρχηγία του αρχιμανδρίτη Ιωάσαφ Μπολότωφ. (Τα ονόματά τους ήσαν: Ιωάσαφ, Ιουβενάλιος, Αθανάσιος και Μακάριος, Νεκτάριος και Στέφανος, Γερμανός και Ιωάσαφ). 

Οι ιεραπόστολοι αυτοί αντιμετώπισαν πολλές δυσκολίες. Το τραχύ κλίμα εμπόδισε τις μετακινήσεις των. Αναφέρονται πνιγμοί στα αφιλόξενα πελάγη που διέσχιζαν με τις πρωτόγονες βάρκες των. Οι ιερείς των ιθαγενών θρησκειών πολέμησαν κι αυτοί με τη σειρά των τους ιεραποστόλους. Όμως το θλιβερότερο απ’ όλα ήταν ο πόλεμος από τους ίδιους τους ρώσους εμπόρους. Η «Ρωσσοαμερικανική Εταιρεία» παρά τις πρώτες καλές προθέσεις και υποσχέσεις της, εγκατέλειψε τους ιεραποστόλους. Οι έμποροι ήθελαν να είναι οι απόλυτοι εξουσιαστές των κατοίκων, ζούσαν σε χλιδή και τους εκμεταλλεύονταν ανεξέλεγκτα, οικονομικά, βιολογικά και ηθικά.

Χαρακτηριστική είναι η φράση των ιθαγενών που περιέγραφαν στους ιεραποστόλους την εγκατάλειψη και τα βάσανά τους: «Ο ουρανός είναι πολύ ψηλά και ο Τσάρος πολύ μακρυά». Καταλαβαίνει κάνεις γιατί οι διοικητές και οι έμποροι δεν έβλεπαν πια με καλό μάτι τους ιεραποστόλους και το κήρυγμα τους. Η ελευθερία, η ισονομία, η πίστη που κάνει όλους τους ανθρώπους ίσους ως εικόνες του Θεού, δεν ευνοούσε την οικονομική εκμετάλλευση και τη δουλική αντιμετώπιση των Αλασκινών. Έτσι αρχίζει μια πραγματική εποποιία. Οι ορθόδοξοι ιεραπόστολοι κακοπαθούντες, χλευαζόμενοι, εγκαταλειπόμενοι, αναδείχθηκαν οι μοναδικοί φίλοι και υπερασπιστές των ιθαγενών. Με αυτά όλα όμως, η Ορθοδοξία εμφανίσθηκε ως γνήσια Εκκλησία, σταυρωμένη αλλά δυνατή και εντελώς απαλλαγμένη από τα λάθη των αλλόδοξων ιεραποστολών, Ρωμαιοκαθολικών και Προτεσταντικών, που στην Αμερική εμφάνισαν έναν Χριστιανισμό σύμμαχο και συνεταίρο κρατικών και οικονομικών συμφερόντων που συνοψίστηκε στην περίφημη συντομογραφία των «3Μ»(Missionary= ιεραπόστολος, Military = στρατιωτικός, Merchant = έμπορος).

Οι μη εξαναγκαστικοί προσηλυτισμοί, η μη περιθωριοποίηση του αυτόχθονος πολιτισμού, ο σεβασμός της τοπικής γλώσσας, που σήμανε και την έναρξη της αλασκινής φιλολογικής δημιουργίας, δημιούργησαν σιγά-σιγά το θαύμα της Εκκλησίας της Αλάσκας. Όπως γράφτηκε τελευταία στο ιεραποστολικό περιοδικό «Πάντα τα Έθνη» για τα 200στά  γενέθλια της  Εκκλησίας της Αλάσκας: «ο ουρανός του Θεού και ο ουρανός του μεσονυκτίου έπαψαν νάναι χωρισμένοι.

Τον Ιούλιο του 1796 η Ρωσσική Ιερά Σύνοδος ανακήρυξε τη περιοχή της Αλάσκας, σε υποεπισκοπή του Ιρκούτσκ της Σιβηρίας. Ο αρχιμανδρίτης που ήταν ο υπεύθυνος της Ιεραποστολής, ο π. Ιωάσαφ, χειροτονήθηκε επίσκοπος, και ξεκίνησε, με συνοδεία για την Αλά-σκα. Δυστυχώς όμως, καθώς το πλοίο «Φοίνιξ» πλησίαζε τις ακτές του νησιού Κόντιακ, ναυάγησε πριν φθάσει στον προορισμό του, παρασύροντας στο βυθό όλο το πλήρωμα, τον επίσκοπο Ιωάσαφ μαζί με τους συνοδούς του Μακάριο και Στέφανο.

Από τους ιεραποστόλους του πρώτου κλιμακίου ο ιερομόναχος Αθανάσιος και ο ιεροδιάκονος Νεκτάριος γύρισαν πίσω στη Ρωσσία αφήνοντας στην Αλάσκα τρεις μόνον ιεραποστόλους, τούς ιερομόναχους Ιουβενάλιο και Μακάριο καθώς και τον μοναχό Γερμανό τους οποίους η Εκκλησία τους τίμησε ως αγίους. Ο ιερομόναχος Μακάριος, αφού εγκαταστάθηκε στο μεγαλύτερο νησί των Αλεουτίων, την Ουναλάσκα, έκτισε ναό, κήρυξε την Ορθοδοξία, βάπτισε 2.500 ιθαγενείς και στεφάνωσε 536 ζεύγη.

Το μεγαλύτερο όμως γεγονός στην εξέλιξη και εδραίωση της Αμερικανικής Ορθοδοξίας, αποτελεί η έλευση του αγίου Ιννοκέντιου Βενιαμίνωφ που για  45 έτη εργάστηκε στον παγωμένο αγρό του Βορρά και στερέωσε γερά την Ορθοδοξία ώστε να αντέξει στις θύελλες που ακολούθησαν

Με την πώληση της Αλάσκας στους Αμερικανούς, η κυβέρνηση των ΗΠΑ επιφύλαξε νέες δυσκολίες στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Επιδιώχθηκε η πολιτιστική, γλωσσική και θρησκευτική αφομοίωση των ιθαγενών. Η Εκκλησία γνώρισε διωγμούς, απαγορεύσεις διδασκαλίας της μητρικής γλώσσας, κύματα μεταναστών που αλλοίωσαν τα ήθη και άλλα πολλά για έναν αιώνα. Όμως, όπως πάντα, η Ορθοδοξία νίκησε και σήμερα συνεχίζει τη μαρτυρία της μπαίνοντας θριαμβευτικά στην τρίτη εκατονταετηρίδα της.

Γ. Ε. Πιπαράκης, 

Άγιοι Της Αλάσκας, Ορθόδοξο Συναξάρι

εκδ. Μυριόβιβλος

Πηγή:


Άγιοι... Οι Καλύτεροί Μας Φίλοι


Iωσήφ o Σαμάκος, ο Κρητικός, ο ηγιασμένος, 

όσιος από Αζωκεράμου Σητείας Κρήτης (+1511)

21 Ιανουαρίου & 22 Ιανουαρίου

29 Αυγούστου, Ανακομιδή Ι. Λειψάνων

Ανάμεσα στο πλήθος των αγίων, που έλαμψαν με τη φιλόθεη βιοτή και την αγιαστική τους χάρη στην ιστορική μεγαλόνησο της Κρήτης, συγκαταλέγεται και ο τιμώμενος στις 22 Ιανουαρίου Άγιος Ιωσήφ ο Σαμάκος, ο οποίος έζησε ασκητικά, απέκτησε τη φήμη αγίου ανδρός και μέχρι σήμερα θαυματουργεί αδιάλειπτα με το άφθαρτο ιερό σκήνωμά του στο ευλογημένο νησί της Ζακύνθου. 

Ο Άγιος Ιωσήφ, ο επονομαζόμενος Σαμάκος, γεννήθηκε το 1440, λίγα χρόνια δηλαδή πριν την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, στο χωριό των Κεράμων, που είναι το σημερινό χωριό Αζωκέραμο της επαρχίας Σητείας της Κρήτης. Όταν απέκτησε την κατάλληλη ηλικία, παραδόθηκε από τους ευσεβείς γονείς του σε ένα σεβάσμιο πνευματικό γέροντα, που κατοικούσε στο μονύδριο του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, του επονομαζομένου Δερματάνου, το οποίο βρισκόταν στον Χάνδακα, το σημερινό Ηράκλειο Κρήτης. Εκεί ο Ιωσήφ μελετούσε τα ιερά γράμματα και εξασκούσε την καλλιγραφία. 

Μετά από λίγο καιρό απεβίωσαν οι θεοσεβείς γονείς του και έγινε κληρονόμος της περιουσίας τους, την οποία διένειμε στους φτωχούς. Στη συνέχεια επιδόθηκε σε σκληρότερους πνευματικούς αγώνες ποθώντας τα αιώνια και άφθαρτα αγαθά του Ουρανού.

Η νηστεία, η προσευχή και οι αγρυπνίες ήταν η διαρκής ενασχόλησή του σε τέτοιο βαθμό, ώστε έφθασε σε ανώτατο ύψος αρετής αντιμετωπίζοντας με επιτυχία τις παγίδες του διαβόλου. Βλέποντας ο γέροντας την πνευματική πρόοδο του Ιωσήφ, ο οποίος διακρίθηκε για τη σεμνότητα, την ταπεινοφροσύνη και το σπάνιο ήθος του, τον έκειρε μοναχό και αφού δοκιμάσθηκε για αρκετό χρονικό διάστημα, χειροτονήθηκε ιερέας. Μετά όμως από λίγο καιρό αρρώστησε ο σεβάσμιος γέροντας και αφού τον ενουθέτησε πνευματικά, εγκατέλειψε την επίγεια ζωή. Του άφησε όμως την εντολή να μοιράσει την περιουσία του σε τρία μερίδια. Σύμφωνα με την επιθυμία του το ένα πήγε στο Άγιο Όρος, το άλλο στο Θεοβάδιστο Όρος Σινά και το τρίτο έμεινε για τη συντήρηση τη δική του και των φτωχών. 

Μετά τον θάνατο του γέροντός του ανέλαβε ηγούμενος του μονυδρίου του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και στη συνέχεια επισκέφθηκε τα πανάγια ιερά προσκυνήματα των Αγίων Τόπων. Επιστρέφοντας στο μοναστήρι του, αφιέρωσε όλη τη ζωή του στον Θεό και αφού έδωσε και το δικό του μερίδιο στους φτωχούς, επιδόθηκε ακόμη περισσότερο στην αρετή της φιλανθρωπίας. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι μετά από κάθε Θεία Λειτουργία μοίραζε τα πρόσφορα στους φτωχούς και συχνά επισκεπτόταν κρυφά τα σπίτια τους για να τους αφήσει τροφή, ενώ ποτέ δεν ξεχνούσε τους ασθενείς και τους φυλακισμένους. Μάλιστα μία φορά κατά την εορτή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου οι χριστιανοί είχαν φέρει στον ναό κεριά και θυμιάματα, αλλά δεν υπήρχε ούτε ένα πρόσφορο για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας. Τότε ο Άγιος έστειλε τον διακονητή στο Άγιο Βήμα και καθ’ υπόδειξη του βρήκε όχι μόνο ένα, αλλά πολλά και μεγάλα πρόσφορα κατόπιν της θαυματουργικής επέμβασης του Θεού. 

Άλλη μία φορά ο Άγιος έπρεπε να πάει σε κάποιον τόπο και στην πορεία του συνάντησε μερικούς Εβραίους, οι οποίοι έβαζαν κρασί από το ένα δοχείο στο άλλο. Οι Εβραίοι σκέφθηκαν να γελοιοποιήσουν τον Άγιο και να του προσφέρουν ένα ποτήρι κρασί. Τότε ο Άγιος πήρε το ποτήρι και αφού το ευλόγησε με το σημείο του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, ήπιε λίγο κρασί και το υπόλοιπο το έριξε μέσα στο δοχείο. Τότε οι Εβραίοι εξαγριώθηκαν από το γεγονός και ζήτησαν να πληρώσει ο Άγιος όλο το κρασί. Ο Άγιος τους καθησύχασε και τους είπε, ότι όχι μόνο δεν τους προκάλεσε κάποιο κακό, αλλά απεναντίας θα πρέπει και να τον ευχαριστήσουν, αφού ευλόγησε το κρασί τους. Τότε οι Εβραίοι αισθανόμενοι την προσβολή, απευθύνθηκαν στον δούκα της πόλεως, ο οποίος κάλεσε τον Άγιο να απολογηθεί. Ο Άγιος εξιστόρησε το γεγονός και κατόρθωσε να κερδίσει την εύνοια και συγκατάθεση του δούκα. Οι Εβραίοι έφυγαν τότε απογοητευμένοι και εξαγριωμένοι, αφού δεν μπορούσαν να πιούν το κρασί, που είχε χριστιανική ευλογία. Γι’ αυτό και το ευλογημένο κρασί δόθηκε στους φτωχούς χριστιανούς προς δόξαν Θεού. 

Μετά από εβδομήντα χρόνια αδιάλειπτης προσευχής, πλούσιας φιλανθρωπικής προσφοράς και θαυμαστής αγιαστικής χάριτος ο ελεήμων και φιλάνθρωπος Άγιος Ιωσήφ εκοιμήθη οσιακώς εν ειρήνη στις 22 Ιανουαρίου 1511. Ενταφιάστηκε στο αγαπημένο του μοναστήρι και μετά από χρόνια πραγματοποιήθηκε η ανακομιδή του ιερού λειψάνου του, το οποίο βρέθηκε ακέραιο και ευωδιάζον. Το σκήνωμα του Αγίου κατατέθηκε στο καθολικό της μονής και αναρίθμητα είναι τα θαύματα, που τέλεσε ο Άγιος με τη χάρη του Θεού σε πλήθος ασθενών, που προσέτρεχαν σ’ αυτόν με πίστη και ευλάβεια. 

Το σκήνωμα του Αγίου στον Ιερό Ναό
Παντοκράτορος Γαϊτανίου Ζακύνθου
Το 1669 οι Αγαρηνοί κατέλαβαν τον Χάνδακα και ο ευλαβής ιερέας Αντώνιος Αρμάκης μετέφερε στις 29 Αυγούστου 1669 το ιερό και σεβάσμιο λείψανο του θαυματουργού Αγίου Ιωσήφ του Σαμάκου στη Ζάκυνθο. Αρχικά το τοποθέτησε στην Ιερά Μονή του Αγίου Ιωάννου του Μαντινειού στα Ξηροβούνια Γαϊτανίου, όπου έμεινε μέχρι το 1915. Το 1915 μεταφέρθηκε στον Ιερό Ενοριακό Ναό του Παντοκράτορος στο χωριό Γαϊτάνι της Ζακύνθου, όπου φυλάσσεται μέχρι σήμερα ως αδιάλειπτος πηγή αγιασμού και χάριτος. Στην ιστορική και φιλόξενη Κρήτη ο Άγιος Ιωσήφ ο Σαμάκος τιμάται στο ομώνυμο περικαλλές παρεκκλήσιο στο χωριό Αζωκέραμο της επαρχίας Σητείας, που είναι και η γενέτειρά του, στον Ιερό Ενοριακό Ναό του Αγίου Γεωργίου Σητείας, όπου το δεξιό κλίτος του ναού είναι αφιερωμένο προς τιμήν του και στον Ιερό Ενοριακό Ναό της Αγίας Τριάδος Ηρακλείου, ο οποίος βρίσκεται στον χώρο του παλαιού μονυδρίου του Αγίου.

Πηγή:


Άγιοι... Οι Καλύτεροί Μας Φίλοι


Συνεχίζεται...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου