Photo

20.4.17

Άγιοι: 5 Φεβρουαρίου

5 Φεβρουαρίου




Ορθόδοξος Συναξαριστής-Αγιολόγιο

 Κελτών Αγίων & Πάντων των Αγίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας

Συντάκτης: Άβελ-Αναστάσιος Γκιουζέλης

Email: gkiouz.abel@gmail.com

Αν κάποιος έχει ελεύθερο χρόνο και επιθυμεί να βοηθήσει στην ταξινόμηση των Αγίων (http://saintsofmyheart.wordpress.com) μπορεί να μου στήλει email στο gkiouz.abel@gmail.com για να του στήλω μερικούς Αγίους για ταξινόμηση.

http://gkiouzelis.wordpress.com
http://saintsofmyheart.wordpress.com

Το Αγιολόγιο είναι υπό κατασκευή 
με αρχή κατασκευής το 2004

Συμπεριλαμβάνονται 
& οι Ορθόδοξοι Άγιοι της Δυτικής Ευρώπης
όπου κοιμήθηκαν πριν το 1054 όπου έγινε το 
σχίσμα των Ρωμαιοκαθολικών

Επίσης συμπεριλαμβάνονται όσοι 
Νεομάρτυρες της Συρίας του 21ου αιώνα 
είναι σίγουρα Ορθόδοξοι



Εκπομπή 24: Συνάντηση με Ορθόδοξους Αγίους της Ιρλανδίας & της Μ Βρεταννίας - ORTHODOX HEART


Ἅγιοι:

Σύναξι Πάντων τῶν Ὁσίων (5/2 καί Σάββατο πρό τῆς Κ. Δευτέρας)

Ἁγνή ὁμολογήτρια ἡγουμένη Μονῆς καί ἐρημίτρια στό δάσος τοῦ Βασιλσούρσκ Ρωσίας, ἀπό Μάλι Τσετάι τοῦ Nizhny Novgorod Ρωσίας (5/2, +1953) <Πηγή: Πέτρου Μπότση, Μάρτυρες τοῦ Βορρᾶ Γ΄, Γυναῖκες Μάρτυρες καί Ὁμολογήτριες, Ἀθήνα 2012> {ΧΑΙΡΕ No.: 3}

Εὐγένιος ὁσιομάρτυς στή Ρωσία (5/2, +1939)

Θεοδόσιος ὅσιος στή νήσο Σκόπελο (5/2, +? αἰ.)

Ἀδελαΐδα (St Adelaide) ὁσία στήν Cologne Γερμανίας (5/2, +1015)

Πολυεύκτος Ἐπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως (5/2, +970)

Ἀγάθη ἁγία στήν Carinthia Αὐστρίας (5/2, +1024)

Ἰωάννης-Μορασίνι, ὅσιος ἱδρυτής Μονῆς στή Βενετία Ἰταλίας (5/2, +1012)

Γενουΐνος (St Genuinus) Ἐπίσκοπος Sabion Αὐστρίας (5/2, +7ος αἰ.)

Πέτρος Ἐπίσκοπος Γκλαζώφ Ρωσίας, ὁμολογητής τῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν στή Ρωσία (5/2 καί 6/2, +1957)

Βοντοάλντος (St Vodoaldus) ὅσιος ἐρημίτης στή Soissons Γαλλίας, ἀπό Ἰρλανδία (5/2, +725)

Μπέρτουλφ (St Bertulf) ὅσιος Πρεσβύτερος στή Flanders Βελγίου, ἀπό Οὐγγαρίας (5/2, +705)

Ἀλβίνος Ἐπίσκοπος Brixen Αὐστρίας (5/2, +11ος αἰ.)

Ἀβίτος Ἐπίσκοπος Vienne Γαλλίας (5/2, +520)

Αγκρίκολα (St Agricola) Ἐπίσκοπος Tonges Βελγίου (5/2, +420)

Μόδεστος Ἐπίσκοπος Carinthia Αὐστρίας (5/2, +722)

Θεοδόσιος τοῦ Οὐγλίτσκυ, Ἐπίσκοπος Τσερνιγκώφ Οὐκρανίας (5/2, +1696) [ἀνακομιδή λειψάνων 9/9]

Γρηγόριος Ρόσκα, άγιος στή Ρουμανία (5/2, +1570)

Μαρούσκα/Ἀγάθα, νεομάρτυς στή Ρωσία (5/2, +1938)

Παράμονας ὁ Δίκαιος, ἅγιος στή Λευκορωσία (5/2, +1941)


Εικόνα της Παναγίας του Glastonbury 

όπου εικονίζονται & οι Άγιοι Ίντρακτ & Ντομινίκα (St Indract & Dominica)

& ερείπια της Μονής του Glastonbury της Αγγλίας

η οποία ιδρύθηκε τον 7ο αιώνα




Άγιος Ίντρακτ (St Indract), Αγία Ντομινίκα (St Dominica) & οι 9 συμμάρτυρές τους,

Μάρτυρες στο Shapwick της Αγγλίας, από Ιρλανδία (+718)

5 Φεβρουαρίου

Αυτή την ημέρα (5 Φεβρουαρίου) στο Παλαιό Αγγλικό Ημερολόγιο αναφέρεται η μνήμη των Αγίων Indractus, Dominica και των συντρόφων τους. Πρέπει να βασιστούμε στον William του Malmsbury για πληροφορίες σχετικά με αυτούς τους Μάρτυρες, οι  οποίοι τιμώνταν στο Μοναστήρι του Glastonbury. Ο Άγιος Indractus, ήταν ένας Ιρλανδός γαιοκτήμονας ο οποίος πήγε στη Ρώμη για προσκύνημα μαζί με την Αγία Dominica και εννιά άλλους και στο ταξίδι της επιστροφής τους αποφάσισαν να επισκεφτούν την Δεύτερη Ρώμη, όπως αποκαλούσαν το Glastonbury λόγο των αγίων που σχετίζονταν με αυτό.    

Υπάρχει μία παράδοση που λέει πως ο Άγιος Πατρίκιος και η Αγία Bridget πέρασαν λίγο καιρό στο Glastonbury, και υπάρχει μία περιοχή που ονομάζεται  Beckery, όπου λέγεται ότι η Bridget ίδρυσε ένα γυναικείο Μοναστήρι στη βάση του λόφου  Weary-all Hill. Ήταν κατά τη διάρκεια της πρωινής Λειτουργίας μέσα στο εκκλησάκι της Αγίας Μαρίας της Μαγδαλινής εκεί, όπου σύμφωνα με την Ιστορία του Ιωάννη του Glastonbury, ο βασιλιάς Αρθούρος είδε το όραμα του Σταυρού και την Παναγία μαζί με το Άγιο Βρέφος. Ένας άλλος Ιρλανδός Άγιος σχετίζεται με το  Glastonbury και λέγεται Άγιος Benignus, τοπικά γνωστός σαν Άγιος Bennings, ο οποίος ήταν υποτακτικός και διάδοχος του Αγίου Πατρικίου. Εγκαταστάθηκε στην περιοχή Mear τρία μίλια προς τη δύση, όπου κοιμήθηκε και το σώμα του μεταφέρθηκε στο Μοναστήρι του  Glastonbury το 901 περίπου τετρακόσια χρόνια μετά. 

Όλα αυτά ίσως να έλκυσαν τον Άγιο Indractus και τους άλλους προσκυνητές που ήταν μαζί του, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή Shapwick. Οι ντόπιοι άνθρωποι ήταν παγανιστές και πίστεψαν πως η συντροφιά αποτελούταν από πλούσιους εμπόρους, παρότι τα σακίδια τους περιείχαν μόνο μαϊντανό και άλλους σπόρους που σκόπευαν να μεταφέρουν στην Ιρλανδία κατά την επιστροφή τους και οι οδοιπορικές τους ράβδοι ήταν μπρούτζινες και όχι χρυσές. Αφού τους σκότωσαν, οι ντόπιοι πέταξαν τα κορμιά τους σε έναν βαθύ λάκκο, όμως μια στήλη φωτός εμφανίστηκε τη νύχτα αποκαλύπτοντας τον τάφο των Χριστιανών Μαρτύρων. Τα σώματα τους ανασύρθηκαν και θάφτηκαν στο Μοναστήρι του Glastonbury τον 8ο αιώνα κατά τη διάρκεια της ανοικοδόμησης υπό τον βασιλιά Ina.

Πηγή:



Ορθόδοξη Κελτική & Αγγλοσαξονική Εκκλησία

Orthodoxy - Rainbow


Άγιος Αντώνιος ο Αθηναίος, 

Νεομάρτυς στην Κωνσταντινούπολη, από Αθήνα (+1774)

5 Φεβρουαρίου

Αυτός ο νεοφανής Μάρτυρας του Χριστού ήταν από την περίφημη Αθήνα και οι γονείς του, που ονομάζονταν Μήτρος και Καλομοίρα, ήταν πάμπτωχοι και άγνωστοι. Κι αφού ανατράφηκε από αυτούς θεοσεβώς και έμαθε τα ιερά γράμματα, όταν έγινε δώδεκα χρονών, επειδή δεν μπορούσε να βλέπει τους γονείς του να είναι τόσο φτωχοί κι επειδή δεν έτυχε να μάθει κάποια άλλη τέχνη, παρέδωσε τον εαυτό του για δούλο με μισθό σε κάποιους Αρβανίτες Τούρκους, που βρίσκονταν τότε στην Αθήνα, και από αυτόν τον μισθό βοηθούσε τους γονείς του. Όταν έγινε δεκαέξι χρονών, ήρθε η Ρωσσική αρμάδα στον Μωριά το 1805, κι επειδή τα αφεντικά του πήγαν για να κουρσεύσουν και να σκλαβώσουν τους Χριστιανούς του Μωριά, τους ακολούθησε και ο Αντώνιος. Και πηγαίνοντας εκεί, πουλήθηκε σκλάβος από τους Αρβανίτες αφέντες του σε κάποιους Αγαρηνούς εμίρηδες, οι οποίοι, αφού τον αγόρασαν, τον τιμώρησαν με διάφορους βασανισμούς για να τον εκτουρκίσουν, αλλά δεν το κατάφεραν. Κι έτσι, τον πήραν μαζί τους στο τουρκικό στράτευμα, που βρισκόταν τότε στον Δούναβη ποταμό, και εκεί, πουλήθηκε ο ευλογημένος πέντε φορές από αφέντες σκληρότερους, μεταπωλούμενος σε άλλους σκληρότερους και μεταγοραζόμενος, ο καθένας από τους οποίους δοκίμασαν να στρέψουν τον Άγιο στη θρησκεία τους, πότε με κολακείες και ταξίματα, πότε με φοβέρες και διάφορα παιδέματα, αλλά μάταια κοπίασαν, επειδή ο γενναίος Αντώνιος ήταν γερά στερεωμένος στην ευσέβεια.

Στη συνέχεια, πουλήθηκε σε έναν ορθόδοξο Χριστιανό, μεταξουργό στην τέχνη, για τετρακόσια γρόσια, μαζί με τον οποίο πήγε στην Κωνσταντινούπολη όπου είχε σπίτι, γυναίκα και εργαστήριο, και βρισκόμενος εκεί, πήγε ο Άγιος σε πνευματικό πατέρα και εξομολογήθηκε τις αμαρτίες του και με κατάνυξη και συντριβή καρδιάς, μετάλαβε τα άχραντα μυστήρια στον Άγιο Νικόλαο στο Τουμπιαλί, και από τότε υπηρετούσε πρόθυμα τον αφέντη του, σαν αρεστός δούλος. Μια μέρα όμως, βλέπει ο Άγιος ένα όνειρο που τον δυνάμωσε στο Μαρτύριο. Είδε δηλαδή, μια γυναίκα ωραία στην όψη, η οποία υπόσχονταν σε αυτόν ότι θα του δώσει βοήθεια και δύναμη σε κάθε κίνδυνο, και του έλεγε να μη φοβάται, αλλά να στέκει ανδρείος, και αφού είπε αυτά, τον σκέπασε με το φόρεμά της. Μόλις ξύπνησε ο Αντώνιος, διηγήθηκε το όνειρο στην κυρία του και συμπέρανε από αυτό ότι πρόκειται να μαρτυρήσει για τον Χριστό, ενώ εκείνη του έλεγε να μη φοβάται από τα όνειρα. Όταν λοιπόν ξημέρωσε, πήγε στο εργαστήριο του αφέντη του, όπως συνήθιζε, και εκεί που καθόταν, έτυχε να περάσει ο τελευταίος Αγαρηνός αφέντης του (ο οποίος ήταν χιλίαρχος και άρχοντας) και τον αναγνώρισε και αμέσως άρχισε να φωνάζει για τον Άγιο ότι έφυγε από αυτόν παρά τη θέλησή του, και πως ήταν Τούρκος προηγουμένως και τώρα έγινε πάλι Χριστιανός, και αμέσως έφερε πολλούς μάρτυρες για αυτό. Κι αυτοί όρμησαν κατά πάνω του χτυπώντας τον ανηλεώς και τον πήγαν στον δικαστή της Ρούμελης, Μουράτ Μουλάν, δίνοντας μαρτυρία για αυτόν, ότι πραγματικά είχε εκτουρκιστεί. Ο κριτής ρώτησε τον Άγιο αν είναι αλήθεια όλα αυτά που τον κατηγορούν. Κι αυτός χωρίς να δειλιάσει καθόλου, απάντησε με θάρρος ότι γεννήθηκε από Χριστιανούς γονείς και είναι Χριστιανός και ότι δεν αρνήθηκε τον Χριστό, αλλά μάλιστα είναι έτοιμος να δεχτεί, αν είναι δυνατό, μυριάδες θανάτους για τον Χριστό.

Αφού τα άκουσε αυτά ο κριτής, άρχισε πρώτα να τον δοκιμάζει με ταξίματα, λέγοντάς του ότι αν δεχτεί τον εκτουρκισμό, έχει να αποκτήσει πλούτο και τιμές από τον βασιλιά. Επειδή όμως έβλεπε τον Άγιο να περιγελά και να κοροϊδεύει σαν όνειρα όλα αυτά, άρχισε να τον φοβερίζει με άγριο βλέμμα λέγοντάς του ότι θα τον βασανίζει ανυπόφορα και θα τον θανατώσει ελεεινά. Ο μάρτυρας όμως έλεγε «μη νομίζει ότι μπορείς να μου αλλάξεις την πίστη του Χριστού με αυτές σου τις φοβέρες και γι’ αυτό βασάνιζε, μαστίγωνε και κομμάτιαζε το σώμα μου και σκέψου και κανέναν άλλον καινούργιο και οδυνηρότατο θάνατο για μένα, επειδή πιο πιθανό είναι να γίνεις εσύ Χριστιανός, παρά εγώ να αρνηθώ τον Χριστό και να μην ομολογώ ότι είναι Υιός Θεού και αληθινός Θεός».

Ακούγοντας αυτά ο κριτής και θαυμάζοντας την παρρησία του Αγίου, αντί να θυμώσει μαζί του, θύμωσε με τους ψευδομάρτυρες Αγαρηνούς ονομάζοντάς τους πονηρούς και ψεύτες, ότι εκβιάζουν τους ανθρώπους να εκτουρκιστούν με συκοφαντίες και ψεύδη. Κι επειδή εκείνοι επέμεναν να καταμαρτυρούν και να φωνάζουν να θανατώσει τον Μάρτυρα, ο κριτής, αφού πήρε τον Άγιο παραπέρα από τους άλλους, του έλεγε πρόσωπο με πρόσωπο: «λυπήσου νέε τη νιότη σου και για την ώρα αρνήσου την πίστη σου, και ύστερα πήγαινε όπου θέλεις και έχε την πίστη σου». Ο Μάρτυρας όμως του Χριστού, φοβούμενος τον λόγο του Κυρίου που είπε ότι όποιος με αρνηθεί μπροστά στους ανθρώπους, θα τον αρνηθώ κι εγώ μπροστά στον πατέρα μου στους ουρανούς, δεν δέχτηκε να αρνηθεί τον Χριστό ούτε καν χαμηλόφωνα, αλλά φώναζε ότι είναι Χριστιανός και προτιμά να πεθάνει για τον Χριστό. Τέλος πάντων, βλέποντας ο κριτής ότι ούτε τους ψευδομάρτυρες εκείνους μπορεί να ξεφορτωθεί, ούτε τον Μάρτυρα να μεταστρέψει από την πίστη του Χριστού, θέλοντας και μη, εξέδωσε την έγγραφη απόφαση κατά του Αγίου, την οποία έστειλε κρυφά στον τότε βεζύρη Μεχμέτ Μελέκ πασά με άνθρωπο έμπιστο δικό του, φανερώνοντάς του ότι αυτή η απόφαση είναι άδικη και αυτός αναγκάστηκε να την εκδώσει.

Κι ο βεζύρης, αφού έφερε μπροστά του τον Μάρτυρα και τον ρώτησε τα ίδια και τον παρακίνησε να τουρκέψει άλλοτε με υποσχέσεις κι άλλοτε με απειλές και φοβέρες και αφού άκουσε από αυτόν όσα και ο μουλάς είχε ακούσει προηγουμένως, κατάλαβε από αυτά ότι όλα εκείνα που οι κατήγοροι τον κατηγορούσαν ήταν ψέμματα και συκοφαντίες και έκρινε σωστό να ελευθερώσει τον δίκαιο. Επειδή όμως φοβούνταν τη βαρβαρότητα και την ορμή του πλήθους των Αγαρηνών, οι οποίοι μπορούσαν να φέρουν τα πάνω κάτω λόγω της δεισιδαιμονίας της θρησκείας τους, για αυτό έβαλε τον Άγιο στη φυλακή του μουχζούρ αγά, φαινομενικά για να τον εξετάσει για δεύτερη φορά, στην πραγματικότητα όμως για να τον γλιτώσει από τον κίνδυνο. Κι ο Μάρτυρας, όταν βρισκόταν στη φυλακή ήταν υπερβολικά χαρούμενος και εύθυμος και τους Χριστιανούς που έτυχε για άλλες αιτίες να είναι μαζί του στη φυλακή, τους δίδασκε να έχουν υπομονή στις θλίψεις και τους πειρασμούς και για την ευσέβεια και τον Χριστό να προτιμούν τον θάνατο. Και έδινε ο Χριστομίμητος στους φτωχούς φυλακισμένους Χριστιανούς χρήματα, από εκείνα τα λίγα που είχε, και στον αφέντη του τον Χριστιανό έστειλε γράμμα στο οποίο πρώτα ζητούσε από όλους τους Χριστιανούς συγχώρεση και τις ευχές των ιερέων, για να τον δυναμώσουν στο Μαρτύριο, κι έπειτα ευχαριστούσε τον αφέντη του, επειδή εκείνος έδωσε τόσα χρήματα και τον εξαγόρασε από τους βαρβάρους, αυτός όμως δεν τον υπηρέτησε κι ούτε μπόρεσε να του ξεπληρώσει αυτή του την χάρη και ευεργεσία. Τέλος, τον παρηγορούσε να έχει θάρρος, γιατί δεν πρόκειται να αρνηθεί την ευσέβεια και ότι, αφού πεθάνει για τον Χριστό, τον παρακαλεί να του κάνουν τα συνηθισμένα για τους κεκοιμημένους μνημόσυνα, και να μηνύσει στους γονείς του το μακάριο τέλος που έλαβε ο γιος τους, για να παρηγορηθούν.

Ο Μάρτυρας λοιπόν, τόση χαρά είχε να πεθάνει για την ευσέβεια, ενώ και εκείνοι οι κατήγοροι οι ψευδομάρτυρες πήγαιναν συχνά στον βεζύρη ζητώντας τον να θανατώσει τον Άγιο. Έπειτα, βλέποντας πως εκείνος κλίνει προς τη φιλανθρωπία και μόνο αναβάλλει την υπόθεση, θύμωσαν και δίνουν αναφορά στον βασιλιά σουλτάνο Απδούλ Χαμίδ, κατηγορώντας μεν τον Μάρτυρα ότι αρνήθηκε την πίστη του, κατηγορώντας δε και τον ίδιο τον βεζύρη ότι δωροδοκήθηκε και θέλει να τον ελευθερώσει. Κι ο βασιλιάς, επειδή φοβήθηκε την ταραχή του πλήθους και παράλληλα αναλογιζόταν και τα πολιτικά πράγματα της βασιλείας του ότι ήταν αδύναμα και αστερέωτα και γεμάτα υποψίες για τον ρωσσικό πόλεμο, που τότε ακολούθησε, έβγαλε απόφαση κατά του Μάρτυρα, ή να γίνει Τούρκος, ή να θανατωθεί. Ο βεζύρης λοιπόν, θέλοντας και μη, βγάζει τον Άγιο από την φυλακή κα και τον ρωτά κοφτά, ή να αποδεχτεί τον Μωάμεθ ως προφήτη Θεού, ή να ακολουθήσει τον δήμιο και να αποκεφαλιστεί. Τότε ο αληθινός Μάρτυρας του Χριστού Αντώνιος χάρηκε, όπως χαίρονται αυτοί που βρίσκουν θησαυρό, και αφού του έδεσαν πίσω τα χέρια, με χαρούμενο πρόσωπο έτρεχε προς τον θάνατο, σαν σε πανηγύρι, και πηγαίνοντας στο Ακ σαράι, κλίνει το κεφάλι και λέγοντας «Κύριε, εις τας χείρας σου παρατίθημι το πνεύμα μου», αποκεφαλίζεται, ενώ ο δήμιος χτύπησε με το σπαθί τρεις φορές τον ιερό του τράχηλο, μήπως και προδώσει την ευσέβειά του επειδή δεν θα μπορούσε να υποφέρει τον πόνο. Βλέποντας όμως, ότι μάταια κοπιάζει, τον έσφαξε ο αλιτήριος σαν πρόβατο και έτσι ο αοίδιμος έλαβε τον στέφανο του Μαρτυρίου. Και οι Χριστιανοί της Βλάγκας αγόρασαν το λείψανό του για εβδομήντα γρόσια και παίρνοντάς το  με μεγάλη πομπή και παρρησία και επινίκια άσματα πήγαν έξω, στη Ζωοδόχο Πηγή και το ενταφίασαν,  με τις πρεσβείες του οποίου μακάρι να αξιωθούμε τη βασιλεία των ουρανών. Αμήν.

Πηγή:


Άγιοι... Οι Καλύτεροί μας Φίλοι


Αγία Αγάθη παρθενομάρτυς στην Catania Σικελίας Ἰταλίας (+251)

Προστάτρια Σικελίας καί Μάλτας

Κατά σαρκικών παθών - Επί 1 μῆνα την είχαν σε πορνείο και την βασάνιζαν για να την κάνουν πόρνη αλλά έμεινε σταθερή στο Χριστό και έπειτα τη θανάτωσαν με φρικτά Μαρτύρια

╰⊰¸¸.•¨*

Το καύχημα των παρθένων και κλέϊσμα των μαρτύρων, η Αγία Αγάθη, έζησε κατά τον 3ο αιώνα, όταν αυτοκράτορας των Ρωμαίων ήταν ο Δέκιος και έπαρχος της γενέτειράς της νήσου Σικελίας, ο Κουϊντιανός. Την ίδια περίοδο στην πόλη των αποστόλων και αναρίθμητων μαρτύρων, Ρώμη, επίσκοποι ήταν οι ενάρετοι Φαβιανός (236-250) και Κορνήλιος (251-253).

Η Αγία Αγάθη υπήρξε τέκνο οικογενείας που διακρινόταν για την ευγενή καταγωγή, τον πλούτο και την ευσέβειά της ανάμεσα στις άλλες οικογένειες της ελληνικής αποικίας του Πανόρμου στα βορειοδυτικά παράλια της νήσου Σικελίας που σήμερα είναι γνωστή με το όνομα Palermo. Οι δε γονείς της ονομάζονταν Rao και Apolla.

Η νεαρή Αγάθη ηύξανε κατά την ηλικία και την αρετή. Την συνετή της διαγωγή ώφειλε στην σωστή διαπαιδαγώγηση των γονέων της και την ευσέβειά της. Από τα παιδικά της χρόνια η ψυχή της επιθυμούσε να βιώσει την πνευματική ζωή και έτσι τον χρόνο της εκδαπανούσε στην προσευχή και την μελέτη των θείων Γραφών, προσπαθώντας να εφαρμόζει το θείον θέλημα στην καθημερινότητά της. «Διψούσε» τον Χριστό και ζούσε μόνο για Εκείνον. Ο αγώνας της ήταν οι πράξεις της να αποτελούν εφαρμογή των πιστεύω της.

Στα 251 μ.Χ. έπαρχος της νήσου έγινε ο Κουϊντιανός ο οποίος προσβλέποντας στην άνοδό του στα ύπατα αξιώματα, έσπευδε να πραγματοποιεί τις εντολές του αυτοκράτορος Δεκίου που αγωνιζόταν να εξαφανίσει τους χριστιανούς από την Ρώμη και την περιφέρειά της. Η Αγάθη ήταν μόλις 15 ετών όταν ακούστηκε ότι ξέσπασε ο διωγμός κατά των χριστιανών στην πρωτεύουσα και ότι σιγά-σιγά το απάνθρωπο διάταγμα φθάνει μέχρι και τις εσχατιές της αυτοκρατορικής επικράτειας, μέχρι και την γενέτειρά της.

Η μικρή κοπέλα δεν δείλιασε στο άκουσμα της είδησης. Οπλισμένη με την ακράδαντη πίστη της στον Ιησού Χριστό και περισσή τόλμη που είχε την ρίζα της στην αιματηρή θυσία του εσταυρωμένου Νυμφίου της ψυχής της, έσπευσε να στερεώσει στην πίστη και να νουθετήσει τους χριστιανούς του νησιού, τονίζοντας την αξία της αιώνιας ζωής.

Η δραστηριότητά της αυτή δεν ήταν δυνατόν να αφήσει ασυγκίνητο τον έπαρχο Κουϊντιανό ο οποίος καθώς έμαθε πληροφορίες για την καταγωγή και την οικονομική της επιφάνεια, προσπάθησε να κερδίσει την εύνοιά της. Όταν κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να πράξει τίποτε, έστειλε απόσπασμα να την συλλάβει και να την οδηγήσει ενώπιόν του, στην πόλη της Κατάνης στο ίδιο νησί, όπου είχε την έδρα της διοικήσεώς του.

Επειδή η νύμφη του Χριστού κατάλαβε ότι το μαρτυρικό της τέλος πλησίαζε προσευχόταν με ιδιαίτερη πίστη στον Θεό ζητώντας υπομονή και καρτερία σε ότι επρόκειτο να αντιμετωπίσει. Βάδιζε πλέον το στενό και δύσβατο μονοπάτι το οποίο θα την έφθανε ως την ουράνια δόξα…… Ο νους της ήταν συγκεντρωμένος στα λόγια του Κυρίου: «Θέσθε ούν εις τας καρδίας υμών μη προμελετάν απολογηθήναι∙ εγώ γαρ δώσω υμίν  στόμα και σοφίαν, ή ου δυνήσονται αντειπείν ουδέ αντιστήναι πάντες οι αντικείμενοι υμίν» (Λουκ. ΚΑ’, 14-15). Δεν φοβόταν τίποτε∙ με έμπυρα λόγια προσευχής και θεοφιλείς στοχασμούς ανέμενε την έξοδό της από τον κόσμο της φθοράς και της αμαρτίας και την συνάντηση με τον γλυκύτατο Νυμφίο της ψυχής της.

Όργανο συνεργασίας του Κουϊντιανού με τον μισόκαλο διάβολο ανέλαβε η φημισμένη για την αμαρτωλή ζωή της γυναίκα, η Αφροδισία με τις κόρες της. Σαν άλλη Αιγυπτία γυναίκα του Φαραώ «έσπευδε κολακείαις» 
(δοξαστικό αποστίχων όρθρου Μεγάλης Δευτέρας) να πείσει την νεαρή μάρτυρα να ξεστρατίσει από τον δρόμο της ενάρετης ζωής.

Προσπαθούσε λοιπόν να ξυπνήσει μέσα της την γυναικεία φιλαρέσκεια∙ τι άλλο μπορούσε να θέλει μια γυναίκα αφημένη στις ηδονές του κόσμου και τα πάθη της από αναζήτηση κι άλλης ηδονής, δόξα και πλούτο; Όλα αυτά θα ανήκαν στην Αγάθη αν υποχωρούσε και θυσίαζε στα είδωλα. Οι αμαρτωλές γυναίκες χρησιμοποίησαν την γλώσσα της διπλωματίας με την επίπλαστη ευγένεια που απέχει από την αληθινή αρετή. Η μικρή Αγάθη αντιστεκόταν σ’αυτήν την κατάσταση ενατενίζοντας τον Ιησού Χριστό και θεωρώντας τα ταξίματά τους, σκύβαλα του κόσμου τούτου. Τότε εκείνες μανιασμένες την απειλούσαν λέγοντας ότι μόνο ο θάνατος μπορεί να την συνετίσει για την «απείθειά» της στο αυτοκρατορικό διάταγμα και την ειδωλική θρησκεία….

Αγανακτισμένες οι γυναίκες έδωσαν αναφορά για τα πεπραγμένα τους στον Κουϊντιανό ο οποίος εξοργισμένος κάλεσε την Αγάθη σε απολογία. Όταν παραστάθηκε μπροστά του εκείνος θαμπώθηκε από την ομορφιά της και σκέφτηκε να την κάνει γυναίκα του∙ έπρεπε όμως να ακολουθήσει την δική του πίστη. Για να το πετύχει έπρεπε να την πείσει να ακολουθήσει την παραδομένη θρησκεία του δωδεκάθεου ξεκινώντας από τον εκφοβισμό της κατά την ανάκριση….

Στις φοβερές απειλές και τις προσβολές του, η παρθένος παρέμενε ακλόνητη. Η μεγάλη πίστη της, η υπομονή της καθώς και η έμπυρη προσευχή της, της έδιναν την δύναμη να αντιστέκεται στην εντολή να θυσιάσει στους ψευδοθεούς της πλάνης και της απώλειας. Προσβεβλημένος από την στάση της έδωσε εντολή να την βασανίσουν με σπαθισμό και να την φυλακίσουν. Αδύναμη και εξαντλημένη από τα βασανιστήρια την έριξαν στην φυλακή όπου η Αγία επιδόθηκε σε εκτενή προσευχή.

Και την επόμενη ημέρα η Αγία αντιμετώπισε με θάρρος τον έπαρχο Κουϊντιανό δηλώνοντας το αμετάθετο της γνώμης της. Η εντολή του πλέον ήταν αποτρόπαια: Αφού την γυμνώσουν, να ξεριζώσουν οι δήμιοι με την πυράγρα (πυρωμένη σιδερένια τανάλια) τον ένα μαστό της (κατ’άλλους βιογράφους και τους δύο). Προσπαθούσε έτσι να ρεζιλέψει την παρθένο με την έκθεση σε δημόσια θέα του γυμνού σώματός της και ακολούθως να την πονέσει σωματικά και ψυχικά αφαιρώντας από το σώμα της ένα από τα ιερότερα μέλη του γυναικείου κορμιού, τον μαστό, ο οποίος μακαρίσθηκε από την Αγία Μαρία την Μαγδαληνή (Λουκ. ΙΑ, 27) και από τον οποίο εθήλασε και ο ίδιος ο Κύριος της δόξης κατά την βρεφική του ηλικία.

Η μαστεκτομή δεν ήταν ένα συνηθισμένο μαρτύριο∙ συνήθως γινόταν με σπαθί ή μαχαίρι. Επί του προκειμένου, οι δήμιοι με την πυράγρα συνέστρεφαν τον μαστό μέχρι να τον ξεριζώσουν από την θέση του. Τον φρικτό πόνο διαδεχόταν η αιμορραγία…..

Το αμείωτο θάρρος της και η ακλόνητη συμπεριφορά της εξόργισαν τον Κουϊντιανό, ο οποίος αμέσως μετά έδωσε εντολή να την κλείσουν στην φυλακή μαζί με τους ειδεχθέστερους εγκληματίες βαρυποινίτες. Φυσικά το αθώο κορίτσι αισθανόταν ανάμεσα στους κακούργους, ως «πρόβατον εν μέσω λύκων» (Ματθ. Ι’, 16).

Προσευχόμενη η Αγία προσπαθούσε να ηρεμήσει από τους πόνους του μαρτυρίου της όταν ξαφνικά το κελλί της φυλακής γέμισε από ουράνιο φως. Τότε αντίκρυσε ένα παιδί που κρατούσε λαμπάδα αναμμένη που φώτιζε όλο τον χώρο. Πίσω του ακολουθούσε ένας ηλικιωμένος άνδρας κρατώντας ένα κιβωτίδιο με πολλά φάρμακα. Όταν όμως της ζήτησε να του δείξει τις πληγές της, εκείνη αρνήθηκε την βοήθειά του. Ο γέροντας αναγκάστηκε να της αποκαλύψει την ταυτότητα και την αποστολή του: ήταν ο Απόστολος Πέτρος συνοδευόμενος από Άγιο Άγγελο και εστάλη κατ’εντολήν του Ιησού Χριστού για να την θεραπεύσει και να την ενισχύσει στον αγώνα της για την κατάκτηση της αιώνιας ζωής. Αμέσως εξαφανίστηκε ενώ η Παρθένος διεπίστωσε ότι θεραπεύτηκαν οι πληγές της και αποκαταστάθηκαν οι μαστοί της. Όχι μόνον αυτά αλλά και τα δεσμά της λύθηκαν…. Αυτά τα συγκλονιστικά θαύματα ήταν η αιτία οι φρουροί να εγκαταλείψουν την φυλακή έντρομοι. Έτσι η Αγία γονάτισε και επιδόθηκε σε εκτενή δοξολογία του Θεού για τα θαυμάσια που εποίησε σ’αυτήν την αναξία και ταπεινή δούλη Του αν και οι συνδέσμιοι της Αγίας την προέτρεπαν να εκμεταλλευθεί την ευκαιρία και να εγκαταλείψει το κελλί της. Ενισχυμένη από την χάρη του Παναγίου Πνεύματος η νεαρή κόρη ζητούσε την βοήθεια του Νυμφίου της Ιησού Χριστού να αξιωθεί του μαρτυρικού στεφάνου….

Μετά την παρέλευση τεσσάρων ημερών ο Κουϊντιανός την κάλεσε εκ νέου σε απολογία στο μικρό αμφιθέατρο της πόλεως. Ο έπαρχος την θαύμασε σαν την είδε θεραπευμένη θεωρώντας ότι την βοήθησαν οι Ολύμπιοι θεοί. Η κοπέλλα όμως δεν δίστασε να αποκαλύψει με παρρησία ενώπιον όλων τον Ιησού Χριστό ως θεράποντά της. Η επιμονή της στην ομολογία αυτή εξόργισε τον έπαρχο που διέταξε επί τόπου να ανάψουν κάρβουνα και να ρίξουν σ’αυτά σπασμένα κεραμίδια και αφού πυρακτωθούν καλά να σύρουν πάνω τους την μάρτυρα η οποία υπέμενε αγόγγυστα και αυτό το μαρτύριο…..

Ξαφνικά έγινε μέγας σεισμός ενώ από το ηφαίστειο της Αίτνας άρχισε να βγαίνει φωτιά, πυρωμένες πέτρες και λάβα που στο διάβα τους απειλούσαν να καταστρέψουν τα πάντα. Όλοι θεώρησαν το γεγονός σαν παρέμβαση της θείας δίκης για την άδικη μεταχείριση της παρθένου και κλαίγοντας ικέτευαν τον έπαρχο να σταματήσει τα βασανιστήρια της μικρής κοπέλλας. Εκείνος σκεπτόμενος την πιθανή εξέγερση του λαού διέταξε να φυλακίσουν και πάλι την Αγάθη. Αποκαμωμένη από τα φρικτά μαρτύρια, με όση δύναμη είχε, ύψωσε τα χέρια της στον ουρανό και πρόφερε την τελευταία της προσευχή. Ακολούθως παρέδωσε ειρηνικά το πνεύμα της στον Κύριο της δόξης. Ήταν τότε η 5η Φεβρουαρίου του έτους 251.

Οι χριστιανοί της πόλεως έσπευσαν στην φυλακή και παρέλαβαν το ιερό σκήνωμα της Αγίας για να το ενταφιάσουν. Όταν τοποθετούσαν το λείψανο στην προετοιμασμένη σαρκοφάγο, εμφανίστηκε ένας λαμπροφορεμένος νέος συνοδευόμενος από εκατό παιδιά, όλοι τους άγνωστοι στην πόλη της Κατάνης. Ο νέος κρατούσε μια μαρμάρινη πλάκα την οποία τοποθέτησε επάνω στον τάφο της Αγίας και η οποία έγραφε στα λατινικά τα εξής λόγια: «Mentem sanctam, spontaneam, honorem Deo et patriae  liberationem» δηλαδή : «Νους όσιος, αυτοπροαίρετος, τιμή εις Θεόν και πατρίδος λύτρωσις». Αυτό σημαίνει ότι η Αγία διέθετε νού όσιο, ενάρετο, αποχωρισμένο από την σαρκικότητα, που με ιδία της προαίρεση προχώρησε στο μαρτύριο∙ η θυσία της αποτέλεσε αναφορά τιμής στον αληθινό Θεό και σήμανε την λύτρωση της πατρίδος της από τον ζόφο της ειδωλολατρίας….

Τότε όλοι κατάλαβαν ότι επρόκειτο για τον Φύλακα Άγγελο της Αγίας και απέδωσαν δόξα και αίνο στον Θεό.

Αμετανόητος ο Κουϊντιανός προσπάθησε να οικειοποιηθεί την περιουσία της Αγίας∙ όμως τον πρόλαβε φρικτός θάνατος γιατί τα άλογά του αφηνίασαν και έπεσε η καρότσα στην οποία επέβαινε στα ορμητικά ύδατα του ποταμού της πόλεως…..

Κατά την πρώτη επέτειο του μαρτυρίου της Αγίας, εξερράγη η Αίτνα και απειλούσε την Κατάνη με ολοσχερή καταστροφή. Τότε οι ειδωλολάτρες μαζί με τους χριστιανούς έσπευσαν στον τάφο της Αγίας και αφού αφαίρεσαν το μεταξένιο πέπλο που κάλυπτε το σκήνωμά της, το’βαλαν μπροστά στον ποταμό της λάβας. Το θαύμα ήταν μεγάλο : η λάβα σταμάτησε και το πέπλο παρέμεινε άθικτο. Το ίδιο θαύμα επαναλήφθηκε πολλές φορές και έκτοτε θεωρείται πολιούχος και προστάτης της Κατάνης η Αγία Αγάθη.

Η μετακομιδή του Ιερού λειψάνου της Αγίας και η επαναφορά του στην Κατάνη.

Η πέτρινη σαρκοφάγος στην οποία ενταφιάστηκε το σκήνωμα της Αγίας σώζεται μέχρι τις ημέρες μας στην ίδια κρύπτη επάνω από την οποία ανηγέρθη ο Ιερός Ναός της «Santa Agata la Vetere». Το τίμιο λείψανο της Αγίας, άφθαρτο και ευωδιάζον, παρέμεινε στην κρύπτη μέχρι την άνοιξη του 1040, ενώ το 593 μόνο ένα μικρό του μέρος μεταφέρθηκε στην Ρώμη κατ’εντολή του Πάπα Ρώμης, Αγίου Γρηγορίου του Διαλόγου, στον Ιερό Ναό «Santa Agata dei Gotti». Από το ίδιο τεμάχιο, το έτος 597 ο ίδιος Άγιος δώρισε ένα κομμάτι στην Ιερά Μονή Αγίου Στεφάνου στο Κάπρι. Έτερο τεμάχιο εστάλη στην Βασιλεύουσα κατά τα τέλη του 10ου αιώνα επί βασιλείας των Αυτοκρατόρων Βασιλείου Β’ και του αδελφού του Κωνσταντίνου του Η’.

Όταν κατά το 1040 οι Σαρακηνοί εξεστράτευσαν εναντίον της Σικελίας, οι Βυζαντινοί έσπευσαν να βοηθήσουν στον αγώνα. Στις μάχες διέπρεψε ο στρατηγός Γεώργιος Μανιάκης ο οποίος όμως ήρθε σε σύγκρουση με τον αρχηγό του στόλου Στέφανο που ήταν συγγενής του Αυτοκράτορος Ιωάννου Β’ του Κομνηνού. Ως είναι επόμενο ο Μανιάκης έχασε την βασιλική εύνοια και εκλήθη στην Πόλη να απολογηθεί. Εκείνος σκέφθηκε ότι για να ανακτήσει την εύνοια του αυτοκράτορα θα έπρεπε να μεταφέρει στην Βασιλεύουσα τους δύο θησαυρούς της περιφέρειας, δηλαδή τα άφθαρτα σκηνώματα των Αγίων Μεγαλομαρτύρων Αγάθης της Κατάνης και Λουκίας των Συρακουσών.

Πηγή:


Άγιοι... Οι Καλύτεροί μας Φίλοι


Συνεχίζεται...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου