Photo

15.7.17

Άγιοι: 7 Φεβρουαρίου

7 Φεβρουαρίου




Ορθόδοξος Συναξαριστής-Αγιολόγιο

 Κελτών Αγίων & Πάντων των Αγίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας

Συντάκτης: Άβελ Γκιουζέλης

Email: gkiouz.abel@gmail.com

Αν κάποιος έχει ελεύθερο χρόνο και επιθυμεί να βοηθήσει στην ταξινόμηση των Αγίων (http://saintsofmyheart.wordpress.com) μπορεί να μου στήλει email στο gkiouz.abel@gmail.com για να του στήλω μερικούς Αγίους για ταξινόμηση κλπ εργασίες στο Αγιολόγιο.

http://gkiouzelis.blogspot.com
http://saintsofmyheart.wordpress.com

Το Αγιολόγιο είναι υπό κατασκευή 
με αρχή κατασκευής το 2004

Συμπεριλαμβάνονται 
& οι Ορθόδοξοι Άγιοι της Δυτικής Ευρώπης
όπου κοιμήθηκαν πριν το 1054 όπου έγινε το 
σχίσμα των Ρωμαιοκαθολικών

Επίσης συμπεριλαμβάνονται όσοι 
Νεομάρτυρες της Συρίας του 21ου αιώνα 
είναι σίγουρα Ορθόδοξοι


Ἅγιοι:

Ἴχλτυτ ὅσιος σέ Νήσο τῆς Οὐαλλίας [Μέ τήν προσευχή του μεγάλωσε τή Νήσο στήν ὁποία ἦταν χαράζοντας τό βυθό τῆς θάλασσας ὅταν ἀποτραβήχθηκε ἀπ’ τήν ἀμπώτη, γιά νά ἔχουν ἔδαφος γιά καλλιέργειες] (6/2, 7/2 & 6/9, +537) {*ΧΑΙΡΕ No.: 136}

6 μάρτυρες στή Φρυγία Μ. Ἀσίας (7/2, +? αἰ.)

Πέτρος ὅσιος στά Μονοβάτα (7/2, +? αἰ.)

Αὐγοῦλος Ἐπίσκοπος Μ. Βρεταννίας, ἱερομάρτυς στή Γαλλία (7/2, +303)

Σίος, ἅγιος στό Μγκβίμ Γεωργίας (7/2 καί 9/2, +6ος αἰ.)

Λαυρέντιος Ἐπίσκοπος Spiponto Ἰταλίας (7/2, +546)

Φιδέλης (St Fidelis) Ἐπίσκοπος Merida Ἱσπανίας (7/2, +570)

Θεόπεμπτος μάρτυς καί ἡ συνοδεία του (7/2, +? αἰ.)

Ἀπρίων Ἐπίσκοπος Κύπρου (7/2, +? αἰ.)

Σεραπίων ὁ Κύπριος (7/2, +? αἰ.)

Λουκᾶς ὅσιος στό Στειρίο Ἑλλάδος (7/2, +953) [ἀνακομιδή λειψάνων 3/5] %

Γεώργιος ὁ Διβόλης, νεομάρτυς ἀπό Ἀλικιανοῦ Κυδωνίας Χανίων τῆς Κρήτης (7/2, +1846)

Χρυσόλιος Ἐπίσκοπος στή Γαλλία, Ἰσαπόστολος Γαλλίας, ἀπό Ἀρμενία (7/2, +4ος αἰ.)

Γεννάδιος Πρεσβύτερος ὅσιος ἀσκητής τῶν Δασῶν Ροσλάβλ τῆς Ρωσίας (7/2, +1833)

Ἀβράμιος ὅσιος μαθητής τοῦ Ὁσίου Γενναδίου τῶν Δασῶν Ροσλάβλ τῆς Ρωσίας (7/2, +1868)

Ἀλεξάνδρα ὁσία ἡγουμένη Μονῆς, πνευματική θυγατέρα τοῦ Ὁσίου Ἀβραμίου τοῦ μαθητοῦ τοῦ Ὁσίου Γενναδίου τῶν Δάσων Ροσλάβλ Ρωσίας (7/2, +1883)

Μέλντον (St Meldon) ὅσιος ἐρημίτης στήν Peronne Γαλλίας, ἀπό Ἰρλανδία (7/2, +6ος αἰ.)

Τρεσσάν (St Tressan) ἱεραπόστολος στή Mareuil Γαλλίας, ἀπό Ἰρλανδία (7/2, +550)

Ἰουλιάνα ὁσία στή Bologna Ἰταλίας (7/2, +435)

Ἀνατόλιος Ἐπίσκοπος Cahors Γαλλίας (7/2, +? αἰ.)

Ἄδαυκος μάρτυς στήν Φρυγία Μ. Ἀσίας (7/2, +? αἰ.)

Μαστριδία ὁσία ἐρημίτρια στήν Ἱερουσαλήμ (7/2, +? αἰ.)

4 τριβοῦνοι μάρτυρες στήν Ἀλεξάνδρεια Αἰγύπτου (7/2, +? αἰ.)

1.003 μάρτυρες στή Νικομήδεια Βιθυνίας Μ. Ασίας7/2, +303)

Δοσίθεος Νοταράς, Ἱεροσολύμων (7/2, +? αἰ.)


Άγιος Ρίτσαρντ (St Richard) ο Προσκηνητής,

Βασιλιάς του Wessex Αγγλίας, κοιμήθηκε στη Lucca της Ιταλίας,

από Wessex Αγγλίας (+720)

7 Φεβρουαρίου

Ο Άγιος Ρίτσαρντ ο Προσκυνητής, Βασιλιάς του Wessex της Αγγλίας γεννήθηκε στο Wessex της Αγγλίας. Ήταν γαμπρός του Αγίου Βονιφατίου (St Boniface) Αρχιεπισκόπου του Mainz Γερμανίας και πατέρας του Άγιου Willibald Επίσκοπου του Eichstätt, του Αγίου Winnebald ηγουμένου Μονής στο Heidenheim και της Αγίας Walburga ηγουμένης μίας Μονής επίσης στο Heidenheim.

Ο Άγιος Ρίτσαρντ σε κάποιες αγιογραφίες απεικονίζεται με την Wuna, η οποία ήταν η σύζυγός του και τα τρία παιδιά του.

Με την προσευχή του βοήθησε τον σοβαρά ασθενή τριών ετών γιο του, Willibald, να θεραπευτεί.

Ο Άγιος Ρίτσαρντ (St Richard) to 721 παραιτήθηκε από Βασιλιάς και ξεκίνησε με πλοίο μαζί με τους δύο γιούς του για προσκυνηματικό ταξίδι. Αρχικά πήγαν στη Γαλλία και έμειναν προσωρινά στη Rouen. Από εκεί ξεκίνησαν την πορεία προσκυνήματος προς την Ιταλία, όπου σταμάταγαν και προσεύχονταν σε κάθε Ι. Ναό κατά μήκος της διαδρομής.

Ο Άγιος Ρίτσαρντ πέθανε ξαφνικά αφού ανέπτυξε μεγάλο πυρετό στην Lucca της Τοσκάνης και θάφτηκε στην εκκλησία του San Frediano η οποία ιδρύθηκε από τον Ιρλανδό μοναχό Frigidian.

Στον τάφο του έγιναν πολλά θαύματα και οι Χριστιανοί άρχισαν να τον τιμούν ως Άγιο και να τον επικαλούνται με τις προσευχές τους.

Η ανιψιά του Αγίου Richard, μια μοναχή που ονομάζεται Hugeburc του Heidenheim, έγραψε ένα συγγραφικό έργο για το Προσκύνημα του Αγίου με τίτλο Hodoeporicon, το οποίο ο Άγιος Willibald, ο γιος του, συνέχισε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του στους Αγίους Τόπους. Οι ιστορικοί χρονολογούν το κείμενο μεταξύ 761 και 786.

Μερικά από τα Ι. Λείψανα του Αγίου Ρίτσαρντ μεταφέρθηκαν στο Eichstätt, όπου ο Άγιος Willibald τελικά έγινε Μητροπολίτης.

Η εορτή του Αγίου Ρίτσαρντ είναι στις 7 Φεβρουαρίου.


Άγιος Παρθένιος Επίσκοπος Λαμψάκου Μ. Ασίας (+4ος αἰ.)

7 Φεβρουαρίου

Ο καλός και θαυμαστός Παρθένιος καταγόταν από πατέρα που έφερε το όνομα Χριστόδουλος και είχε το βαθμό του διακόνου στην Εκκλησία της Μελιτουπόλεως. Ο ίδιος ο Παρθένιος ήταν εντελώς άγευστος της κατά κόσμον παιδείας, αλλά έδειξε τέτοιαν επιμέλεια στην ακρόαση των θείων Γραφών, ώστε ήδη από μικρή ηλικία να έχει αξιωθεί της θείας Χάριτος. Αν και τότε ακόμα δε φανέρωνε την αρετή του, αλλά έκρυβε τον εαυτό του όσο μπορούσε. Και όταν έγινε δεκαοκτώ χρονών, σ’ αυτή την ηλικία, έκανε αρχή των θαυμάτων. Πρόσεξε λοιπόν πόσο φανερή ήταν από την αρχή η φιλανθρωπία του. Έχοντας εκεί κοντά μία λίμνη πήγαινε και ψάρευε, δε χρησιμοποιούσε όμως τα ψάρια για δική του διατροφή, ούτε τα πρόσφερε προς εκδούλευση σε κάποιον από τους ένδοξους. Αντίθετα τα πουλούσε και όσα χρήματα κέρδιζε απ’ αυτό το καλό εμπόριο, τα έδινε στους φτωχούς. Με αυτόν τον τρόπο κέρδιζε για τον εαυτό του τον αρραβώνα της θείας φιλανθρωπίας, μέσω εκείνων των φτωχών.
Επειδή λοιπόν και εξαιτίας της λαμπρότητας του βίου, αλλά και των πολλών θαυμάτων που έκανε, έγινε επιφανής και όλοι μιλούσαν γι’ αυτόν, αφού μόνον η επίκληση του ονόματος του ήταν αρκετή για να τρέψει σε φυγή τους δαίμονες, ο Φιλητός, ο Επίσκοπος Μελιτουπόλεως, άνδρας αγαθός και εραστής της αρετής, στέλνει και καλεί τον άνδρα και ύστερα από πολλές προτροπές, με μεγάλη δυσκολία τον πείθει και τον χειροτονεί πρεσβύτερο και «περιοδευτή» της επισκοπής του.

Στη συνέχεια η θεία Χάρις εκχυνόταν αφθονότερη σ’ αυτόν, γιατί είχε μεγάλη παρρησία προς το Θεό λόγω της καλής του ζωής και έτσι ακολουθούσε πλήθος θαυμάτων. Γιατί δεν άφηνε να μείνουν άγνωστα Αυτός που βλέπει «εν τω κρύ­πτω» όσα επιτυγχάνονται μυστικά Γι’ αυτό ακριβώς και εκείνον τον καθιστά πασίγνωστο μέσω των θαυμάτων και κατορθώνει με αυτόν τον τρόπο δύο, τα πιο σπουδαία· και τον ίδιο τον Άγιο δοξάζει σύμφωνα με την επαγγελία και πολλούς που υπέφεραν πολύ θεραπεύει μέσω αυτού.

Θα εκθέσουμε δε τα θαύματα έτσι απλά, όπως ακριβώς έχουν, χωρίς καμμία επεξεργασία και χωρίς να τα συγκρίνουμε με κάποια άλλα. Και αυτό το κάνουμε αφ’ ενός μεν επειδή δε θέλουμε να μακρύνει ο λόγος, αφ’ έτερου δε φροντίζοντας να φανεί η αξία των θαυμάτων, δηλαδή για να μην αποδίδεται το παν στη δύναμη του λόγου αλλά στη φύση των πραγμάτων.
Προχωρώντας λοιπόν κάποτε στο δρόμο ο Παρθένιος συναντά κάποιον που κτυπήθηκε στο μάτι από ταύρο. Ο καημένος κρατούσε στα χέρια του το βγαλμένο του μάτι και με οδυρμούς καλούσε τις συμπαθείς ψυχές να τον ελεήσουν. Αυτόν ο Παρθένιος τον βλέπει με μάτια σπλαγχνικά. Και παίρνει το βγαλμένο μάτι στο δεξί του χέρι με μεγάλη προσοχή και προφύλαξη και το ξαναβάζει πάλι στη θέση του. Και δε χρειάστηκε πια ούτε φάρμακα, ούτε πολύς χρόνος για να θεραπευθεί. Αλλά για τρεις μονάχα μέρες το έβρεχε με απλό νερό, αν βέβαια θα μπορούσες να πεις απλό το νερό που είναι ανάμεικτο με τη θεία Χάρη, κι έτσι το κάνει εντελώς καλά όπως ήταν πριν.

Μια γυναίκα πέφτει στην αρρώστια του φοβερού καρκίνου. Και γίνεται σ’ αυτήν διπλό το πάθος, γιατί βλάστησε στα απόρρητα μέρη τού σώματος, έτσι που και πάρα πολύ πονούσε η άρρωστη και ντρεπόταν να το δείξει στους γιατρούς για θεραπεία Η Χάρις, που βλέπει τα αφανή και που οπωσδήποτε προσφέρει αφανώς, θεραπεύει διά του Παρθε­νίου την αρρώστια. Αφού λοιπόν τη σφράγισε στο μέτωπο με το σημείο του σταυρού μονάχα, εξαναγκάζει τον όγκο να πέσει αμέσως ολόκληρος στη γη και προετοιμάζει τη γυναίκα με χαρούμενο στόμα να μεγαλύνει το Χριστό.

Αναχώρησε κάποτε ο Μεγάλος, για να επισκεφθεί κάποιον άρρωστο και στο δρόμο ένας σκύλος πολύ μεγάλος σπάει τα δεσμά που ήταν δεμένος και ορμάει κατ’ επάνω του. Τινάζεται όρθιος και ανοίγει το μεγάλο και φονικό του στόμα απειλητικά, μάλλον όχι από μόνος του και με τη φυσική του δύναμη, αλλά ενεργούμενος από τον αφανή κύνα ή και δράκοντα. Αν συνέβαινε αυτό σε κάποιον άλλο, οπωσδήποτε θα προξενούσε φόβο ή θα αναζητούσε ράβδο ή οποιοδήποτε όπλο να αμυνθεί και θα καλούσε τους παρόντες για βοήθεια. Τίποτε όμως από όλα αυτά δεν έκανε ο Παρθένιος, παρά μονάχα τον φύσηξε στο ανοιχτό του στόμα και έτσι, όπως συνήθιζε, τον σφράγισε με το σημείο του σταυρού και αμέσως το φοβερό θηρίο έμεινε νεκρό και έπεσε χωρίς πνοή από τους ώμους του στη γη.

Αυτά και πολλά άλλα παρόμοια έφτασαν στα αυτιά του Μητροπολίτη της Κυζίκου Ασχόλιου, που του φαί­νονταν άξια θαυμασμού. Πίστευε λοιπόν ότι, αυτόν που αξιώθηκε να κάνει τέτοια κατορθώματα, δεν έπρεπε να τον αφήσει στο βαθμό του πρεσβυτέρου. Το θεωρούσε αυτό ντροπή δική του, αν φαινόταν ότι περιφρονούσε έναν τόσο μεγάλο στην αρετή άνδρα και δεν προσέφερε σ’ αυτόν με προθυμία την τιμή που μπορούμε, εξαιτίας της αδιαφορίας του προς τα καλά. Γι’ αυτό λοιπόν, αφού έστειλε και κάλεσε τον άνδρα και όπως λέγεται, αφού κίνησε κάθε λίθο, τον ανέβασε στον επισκοπικό θρόνο της Λαμψάκου, κάνοντας χάρη περισσότερο στην πόλη των Λαμψακηνών παρά σε εκείνον. Και ότι είναι αληθινός ο λόγος αμέσως θα το αποδείξουμε.

Επειδή βρήκε λοιπόν εκείνος την πόλη να νοσεί από αρρώστια θανάσιμη, γιατί τέτοια είναι η άγνοια του αληθινού Θεού και η προσκύνηση των ματαίων ειδώλων, το έφερε βαρέως και στενοχωριόταν πολύ. Η φλόγα του ζήλου του έκαιγε την καρδιά. Πλην όμως, παρ’ όλη την απελπιστική κατάσταση, αυτός δεν παραμέλησε να κάνει τα δικά του, καλύτερα όχι τα δικά του, αλλά να ακολουθεί τα αποστολικά διατάγματα, νουθετώντας, παρακαλώντας, επιτιμώντας· τί άλλο δεν έκανε, ώστε να αφαιρέσει την πηκτή ύλη γύρω από τα μάτια τους και να τους προετοιμάσει να δουν με καθαρούς οφθαλμούς το μέγα της ευσέβειας φως. Επρόκειτο πάντως, έτσι όπως η σταγόνα που πέφτοντας συνέχεια κάνει κοίλη την πέτρα και αυτός κτυπώντας επίμονα να ανοίξει καρδιές που κωφεύουν. Αυτό δηλαδή σε μερικούς με λόγια το κατόρθωνε και σε άλλους περισσότερο με έργα το πραγματοποιούσε, θεραπεύοντας τους αρρώστους και κερδίζοντας την εμπιστοσύνη τους σαν μισθό της θεραπείας. Έτσι τους ελκύει σιγά-σιγά στην επίγνωση της αλήθειας και γίνεται η γιατρειά νόσων σωματικών διόρθωση μεγαλύτερης κακίας, της αρρώστιας της ψυχής. Έτσι φάνηκε ότι ωφελούνται περισσότερο οι Λαμψακηνοί παρά ο Παρθένιος, που ανέβηκε στον επισκοπικό θρόνο.

Βλέποντάς τους λοιπόν να προκόβουν στην πίστη και να περιφρονούν εντελώς τα είδωλα, θέλησε αφ’ ενός μεν να καταστρέψει τους βέβηλους ναούς και στη θέση τους να κτίσει ιερούς ναούς αφιερωμένους στο Χριστό. Προτίμησε δε να γνωστοποιήσει αυτά στο βασιλιά, πριν ενεργήσει, δείχνοντας έτσι ότι ήταν ενημερωμένος και ενεργούσε διακριτικά. Γιατί ενώ ο βασιλιάς, ο Μέγας Κωνσταντίνος, ήταν ευσεβέστατος και χριστιανικώτατος περισσότερο από κάθε άλλον, όμως δεν είχε ακόμα ανακηρυχθεί επίσημα η καταστροφή των ειδωλολατρικών ναών και έτσι έπρεπε προηγουμένως να γνωστοποιήσει τα σχέδια του σ’ αυτόν και κατόπιν με την άδειά του να επιχειρήσει το πράγμα. Ύστερα λοιπόν από αυτή την απόφαση, αμέσως ξεκινάει και μόλις προσεγγίζει τη βασιλεύουσα, συναντάει το βασιλιά να εξέρχεται προς επίσκεψη των οικημάτων των φυλάκων του σιταριού. Συναντήθηκαν λοιπόν και αφού του γνωστοποίησε το λόγο της επίσκεψης, ο βασιλιάς συγκατανεύει και τον προστάζει να προχωρήσει προς τα ανάκτορα και να τον περιμένει να επιστρέψει. Αφού επανήλθε, καλεί και βλέπει τον άνδρα και μιλάει όχι δεσποτικά, ούτε υπερήφανα, αλλά μπορούμε να πούμε εξ’ ολοκλήρου βασιλικά και όπως ταίριαζε σε άνθρωπο που περισσότερο υπηρετεί το Θεό, παρά κυριαρχεί στη γη και κυβερνάει εκατομμύρια ανθρώπων. Και έτσι όπως όταν συναντάει άνθρωπο του Θεού ο άνθρωπος του Θεού, τον ατενίζει με ήμερα μάτια, του προτείνει τη δεξιά, τον ασπάζεται χείλη με χείλη και τον παρακαλεί να προσευχηθεί γι’ αυτόν.

Τέτοιοι πρέπει να είναι οι βασιλιάδες, όχι μονάχα να ξέρουν να κυβερνούν, αλλά και άνωθεν να κυβερνώνται· γιατί η μεγαλοπρέπεια έγκειται στο ότι περισσότερο τιμούν το Θεό, παρά να αξιώνουν να τους τιμούν. Τιμώντας βέβαια το Θεό δεν μπορεί παρά να τιμούν και τους φίλους του Θεού. Έτσι λοιπόν αφού με χαρά τον δέχτηκε ο βασιλιάς, έπειτα και διατάγματα εξέδωσε που να επιτρέπουν γενικά την καταστροφή των ειδωλολατρικών ναών, αλλά και ειδική άδεια που επικύρωνε την ανάληψη του εγχειρήματος από τον ίδιο τον Άγιο· επιπλέον με την καταβολή όχι και λίγου χρυσού, βοηθούσε στην ανέγερση του ναού του Θεού. Αυτά έκαμε ο βασιλιάς και επισφραγίζοντας την ευμενή του διάθεση προς το Μεγάλο, τον ασπάζεται πάλιν χείλη με χείλη και τον στέλνει πίσω με ειρήνη.
Μόλις επέστρεψε λοιπόν στη Λάμψακο ο θείος άνδρας, καθόλου δεν ανέβαλε τήν πραγματοποίηση των αποφάσεων, αλλά αμέσως και το γκρέμισμα των βδελυγμάτων έκανε και τα σχέδια του ιερού ναού προετοίμαζε. Αφοσιώθηκε λοιπόν στο έργο, κτίζοντας ναό που ήταν πάρα πολύ ωραίος και ταυτόχρονα πάρα πολύ στέρεος. Αυτά όσον άφορα τα ειδωλολατρικά τεμένη και τους ιερούς ναούς.

Και αυτό δεν είναι τυχαία απόδειξη της εκτίμησης και της ευλάβειας που είχαν προς τον Άγιο· ενώ δηλαδή πολλοί ξένοι κάθε μέρα απέπλεαν από τη Λάμψακο, κανένας δεν ξεκινούσε να φύγει εάν προηγουμένως δεν επισκεπτόταν το μακάριο, για να πάρει τις ευλογίες του σαν εφόδιο ωραίο και σωτήριο για το ταξίδι. […]

Ο Παρθένιος λοιπόν ήταν σε όλα καλός και σε όλα θαυμάσιος, έζησε έτσι ώστε η ζωή του φαινόταν ολοκληρωτικά δοσμένη στο Θεό και ο βίος του έγινε παράδειγμα προς μίμηση για τους φιλαρέτους. Είναι βέβαια ίσως πολύ λίγοι όσοι μιμούνται τη ζωή των Αγίων, όσο για τους πολλούς διστάζω να το πιστέψω. Πάντως και η τιμή προς τον Άγιο είναι επαινετή σαν απόδειξη αγαθής προαιρέσεως. Αφού έτσι λοιπόν έζησε, μεταβαίνει προς το Θεό που ποθούσε στις 7 Φεβρουαρίου. Για τον ίδιο η μετάβαση ήταν αιτία χαράς, για όσους όμως τον στερήθηκαν πρόξενος λύπης απερίγραπτης. Μόλις πληροφορήθηκε ο Υπατιανός τη μετάσταση του Αγίου, καμμία από τις υποθέσεις του δε θεώρησε τόσο σημαντική ώστε να τον συγκρατήσει έστω και ελάχιστο. Αντίθετα όλα τα παράτησε και αμέσως μπαίνει στο καράβι και βρίσκοντας άνεμο ευνοϊκό φτάνει γρήγορα στη Λάμψακο. Ούτε κανείς άλλος απ’ όσους ζούσαν σε γειτονικά μέρη προτίμησαν να αμελήσουν. Γιατί και ο Κυζίκου αμέσως, κοντά σ’ αυτόν και ο Μελιτουπόλεως αλλά και ο Παρίου παρευρέθησαν αμέσως. Γιατί πώς ήταν δυνατόν να παραβλέψουν το θάνατο εκείνου που η ζωή του τους ήταν τόσο αγαπητή και που επιθυμούσαν να παραταθεί για πάρα πολύ χρόνο; Τί έγινε λοιπόν μετά; Το ιερόν εκείνον και όντως παρθενικό σώμα του Παρθενίου, αφού απέλαβε των ύμνων που του άρμοζαν στο μικρό παρεκκλήσι που ο ίδιος οικοδόμησε κοντά στον πάνσεπτο ναό, κατατίθεται με πολύ ευλάβεια και φιλοκαλία. Όμως δεν έφυγε από κοντά μας ο Παρθένιος, αλλά και τώρα ακόμη συμπαραστέκεται σ’ αυτούς που τον επικαλούνται· βοηθός ετοιμότατος «νόσους διώκων, δαίμονας απελαύνων, πάθη ψυχών τε και σωμάτων ιώμενος». Και ήταν τόσοι πολλοί που ωφελήθηκαν μετά το τέλος του, όσο και αυτοί που τον πρόλαβαν εν ζωή.

Πηγή:


Άγιοι... Οι Καλύτεροί μας Φίλοι


Όσιος Λουκάς ο εν Στειρίω όρει άσκησας (+953)

7 Φεβρουαρίου

Οι πρόγονοι του Οσίου Λουκά, ο παππούς και η γιαγιά από τον πατέρα του, είχαν γεννηθεί στην Αίγινα, την οποία όμως, όπως και πολλοί άλλοι κάτοικοι του νησιού, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν, εξαιτίας των πειρατικών επιδρομών των Σαρακηνών, γύρω στα έτη 865 – 870 μ.Χ. Έτσι, από την Αίγινα κατέφυγαν στην επαρχία του Χρυσού (ή Χρισού, δηλαδή της αρχαίας Κρίσσας) της Φωκίδος και εγκαταστάθηκαν αρχικά στο παράλιο όρος του Ιωάννου ή του Ιωαννίτζη επιλεγόμενο.

Αλλά, επειδή και εκεί δεν βρήκαν ασφάλεια, αφού και τις παραθαλάσσιες εκείνες περιοχές λυμαίνονταν και λεηλατούσαν οι Σαρακηνοί πειρατές με τις συχνές επιδρομές τους, αναγκάσθηκαν πάλι οι πρόγονοι του Οσίου Λουκά να εγκαταλείψουν και το όρος του Ιωαννίτζη. Στη συνέχεια μετακινήθηκαν και κατέφυγαν κοντά σε ένα λιμάνι, στην σημερινή Ιτέα, πού ονομαζόταν Βαθύς. Εκεί γέννησαν τον πατέρα του Οσίου, τον οποίο ονόμασαν Στέφανο.

Και πάλι όμως οι προπάτορες του Οσίου, σαν κάποιο θεϊκό νεύμα να τους καλούσε, μετοίκησαν από τον τόπο αυτό και διάλεξαν τελικά ως τόπο διαμονής τους το Καστόριον της Φωκίδος, το νεότερο Καστρί, κοντά στους αρχαίους Δελφούς. Εκεί ο υιός Στέφανος, όταν ενηλικιώθηκε, νυμφεύθηκε την Ευφροσύνη, μητέρα του Οσίου, πού ήταν και αυτή από το ίδιο νησί, την Αίγινα και από επιφανή οικογένεια.

Ο Στέφανος και η Ευφροσύνη, με την ευλογία του Θεού, απέκτησαν από τον γάμο τους αυτό, επτά παιδιά: τον Θεόδωρο πρώτο, τη Μαρία δεύτερη, τον Λουκά τρίτο, την Καλή τέταρτη πού ενδύθηκε και αυτή το αγγελικό σχήμα, τον Επιφάνιο πέμπτο πού και αυτός ως μοναχός αφιερώθηκε στον Θεό και δύο ακόμη άλλα παιδιά πού πέθαναν σε νηπιακή ηλικία. Στο Καστόριον λοιπόν της Φωκίδος γεννήθηκε στα τέλη του 896 ή στις αρχές του 897 μ.Χ. ο Όσιος Λουκάς.

Ο Λουκάς, από την παιδική ηλικία, έδειχνε την τάση και την θεϊκή κλίση και κλήση του προς τον θρησκευτικό και μοναχικό βίο. Διακρινόταν για την απέραντη αγάπη του προς τους φτωχούς και την παροιμιώδη φιλανθρωπία του, πού έφθανε μέχρι του σημείου να μοιράζει τα ρούχα του σε κάθε ενδεή τον οποίο συναντούσε στον δρόμο του και να επιστρέφει στο σπίτι του σχεδόν γυμνός, χωρίς να υπολογίζει για τίποτε τις επιπλήξεις και παρατηρήσεις των γονέων του. Με κάθε τρόπο εκδήλωνε την αφοσίωση και την αγάπη του προς τον Θεό. Έτσι, το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας το αφιέρωνε στην προσευχή και πολύ λίγο στον ύπνο. Δεν παρέλειπε όμως καθόλου και τα καθήκοντά του προς τους φυσικούς του γονείς, τους οποίους σεβόταν, αγαπούσε, τιμούσε και εξυπηρετούσε με κάθε προθυμία, βοηθώντας τους στις ποιμενικές και γεωργικές τους εργασίες. Μόλις στην τρυφερή ηλικία των 12 – 13 ετών, κατά το έτος 908 – 909 μ.Χ., έχασε τον πατέρα του και έμεινε ορφανός.

Όταν κάποια φορά φιλοξενήθηκαν στο σπίτι του από την μητέρα του δύο μοναχοί, πού κατευθύνονταν από την Ρώμη προς τα Ιεροσόλυμα, ο Λουκάς θεώρησε το γεγονός αυτό ευκαιρία, για να εκπληρώσει το ζωηρό και ενδόμυχο πόθο του να ασπασθεί και αυτός το μοναχικό βίο. Έτσι, κρυφά από την μητέρα του, ακολούθησε τους δύο μοναχούς. Αυτοί, όταν έφθασαν στην Αθήνα, τον άφησαν εκεί, στο μοναστήρι όπου κατέλυσαν πιθανότατα, στη μονή της Παντάνασσας στο Μοναστηράκι, ενώ οι ίδιοι συνέχισαν την πορεία τους. Εκεί ο Όσιος, σε ηλικία 14 ετών, στα τέλη του 910 ή στις αρχές του 911 μ.Χ., κείρεται μοναχός και περιβάλλεται με το σχήμα των μοναχών.

Ο ηγούμενος όμως της μονής αναγκάζεται και τον στέλνει πίσω στην μητέρα του, καθώς, κατά θαυματουργικό τρόπο, την βλέπει στο όνειρό του να θρηνεί απελπισμένη και να του καταλογίζει βαρύτατες ευθύνες, γιατί της στέρησε και κατακρατεί το μονάκριβο παιδί της, την μόνη παρηγοριά της χηρείας και της δυστυχίας της. Έτσι ο Όσιος επιστρέφει στην μητέρα του, στο πλευρό της οποίας συμπαραστέκεται με μεγάλη προθυμία και στοργή, βοηθώντας και εξυπηρετώντας την σε κάθε της ανάγκη.

Μετά από τέσσερις μήνες, με την συγκατάθεση πιά και την ευχή της μητέρας του, εγκαταλείπει οριστικά τα εγκόσμια, ακολουθεί το θείο νεύμα και αποσύρεται ως μοναχός στο όρος του Ιωαννιτζή, στα νότια της Δεσφίνας της Φωκίδος, στον Κορινθιακό κόλπο. Εκεί κοντά στη θάλασσα, όπου υπήρχε και ο ναός των Αγίων Αναργύρων, έστησε το αναχωρητήριό του και παρέμεινε για μία επταετία (911 – 918). Στην ερημική τοποθεσία του Ιωαννιτζή, εκτός από την προσήλωσή του στον Θεό με τις ατέλειωτες προσευχές, νηστείες και αγρυπνίες και την σθεναρή και σταθερή αντίστασή του στους παντοδαπούς πειρασμούς, ανέπτυξε και σπουδαία κοινωνική και φιλανθρωπική δράση. Πολλοί είναι εκείνοι πού απόλαυσαν την ζεστασιά της φιλοξενίας του, τη θέρμη των παραμυθητικών του λόγων. Πολλοί ευεργετήθηκαν από τις θαυματουργικές του ενέργειες και την προορατική του δύναμη, ενδυναμώθηκαν και στερεώθηκαν στην χριστιανική τους πίστη με το θαυμαστό και πειστικό παραινετικό του λόγο, καθοδηγήθηκαν και ακολούθησαν το δρόμο του Ευαγγελίου.

Ενώ βρισκόταν εκεί, προείπε και την επιδρομή των Βουλγάρων του Συμεών στην κυρίως Ελλάδα, πού έγινε στις αρχές ή τα μέσα του 918 μ.Χ. και τον εξανάγκασε, καθώς και τους συμμοναστές και τους άλλους γνωστούς του, να εγκαταλείψει το ερημητήριό του στού Ιωαννιτζή το όρος και να φθάσει στην απέναντι Πελοποννησιακή ακτή, κοντά στην Κόρινθο, για λόγους ασφαλείας. Ο νεαρός, τότε, Λουκάς ήταν 21 περίπου χρόνων.

Στην Πελοπόννησο παρέμεινε μία ολόκληρη δεκαετία (918 – 928 μ.Χ.), στο χωριό Ζεμενό της Κορινθίας και στο ευκτήριο του Μάρτυρος Προκοπίου. Κατά την εκεί παραμονή του προσέφερε με πολύ μεγάλη προθυμία κάθε είδους υπηρεσία και εξυπηρέτηση στον γέροντα στυλίτη ερημίτη πού μόναζε εκεί, η αυστηρή και ασκητική ζωή του οποίου τον παραδειγμάτισε στην κατά Θεόν ζωή και τον δίδαξε πολλά.
Μετά τον θάνατο του τσάρου των Βουλγάρων Συμεών (17 Μαΐου 927 μ.Χ.) και την σύναψη συνθήκης ειρήνης (Οκτώβριος 927 μ.Χ.) του υιού και διαδόχου του Πέτρου με τους Βυζαντινούς, ο Όσιος επέστρεψε πάλι στις απέναντι ακτές της Φωκίδος, στο γνώριμο σ’ αυτόν όρος του Ιωαννιτζή. Εκεί έμεινε μία δωδεκαετία (928 – 939/940 μ.Χ.), οργάνωσε δραστήρια μοναστική κοινότητα και επιδόθηκε σε νέους άθλους και άλλα ασκητικά σκάμματα και παλαίσματα. Κατά το διάστημα της δεύτερης, μακρόχρονης, παραμονής του η γύρω περιοχή γνώριζε ξανά την ευεργετική δράση της άκρας φιλανθρωπίας του, των παραινέσεων και θαυμάτων του.

Επειδή όμως το πλήθος των καθημερινών επισκεπτών και περαστικών είχε αρκετά κουράσει τον μεγάλο αναχωρητή, διότι του κατέστρεφε την ησυχία και γαλήνη της ασκητικής του ζωής, ο Όσιος αποφάσισε να εγκαταλείψει, οριστικά αυτήν την φορά, το όρος του Ιωαννιτζή και να αναζητήσει καταφύγιο σε ερημικότερους και ησυχότερους τόπους. Έτσι διάλεξε το λιμάνι Καλάμιον, ανατολικά της Αντίκυρας της Φωκίδος, όπου έμεινε τρία χρόνια (939/940 – 943 μ.Χ.). Εκεί, γύρω στο 941 μ.Χ., προείπε την κατάλυση της Αραβοκρατίας και την επανάκτηση της Κρήτης από τους Βυζαντινούς, πράγμα πού έγινε είκοσι χρόνια αργότερα, στις 7 Μαρτίου του έτους 961 μ.Χ., στα χρόνια του αυτοκράτορα Ρωμανού Β’.

Περί το έτος 943 μ.Χ., εξαιτίας νέων επιδρομών, Ούγγρων στην προκειμένη περίπτωση, ο Όσιος Λουκάς εγκατέλειψε το Καλάμιον και μετεγκαταστάθηκε στο γειτονικό ξερό και άνυδρο νησάκι Αμπελών, όπου παρέμεινε άλλα τρία χρόνια (943 – 946 μ.Χ.). Εκεί τον επισκεπτόταν συχνά και η αδελφή του μοναχή Καλή.

Οι φίλοι και γνωστοί του, πού είχαν με ποικίλους τρόπους ευεργετηθεί από αυτόν και δεν ήθελαν να τον βλέπουν να υποφέρει στο ξερονήσι Αμπελών και να ενοχλείται επιπλέον και από το πλήθος των περαστικών, ναυτικών κυρίως, τον έπεισαν να αφήσει το νησί και να εγκατασταθεί, οριστικά πιά, στο Στείρι της Φωκίδος, Βοιωτίας σήμερα. Βρισκόταν σε τόπο ησυχότερο, μακριά από την βοή και την τύρβη του κόσμου, αλλά και προικισμένο με φυσικές καλλονές και αρετές, κατάλληλο για πνευματική άσκηση και προσευχή. Εκεί ο Όσιος Λουκάς έζησε τα τελευταία επτά χρόνια της επίγειας ζωής του (946 – 953 μ.Χ.).

Στην αρχή διάλεξε ένα απόμερο και ερημικό χωριό, ανάμεσα σε θάμνους και έκτισε εκεί το ταπεινό κελί του, για να μην τον βρίσκουν εύκολα οι περαστικοί. Αυτόν λοιπόν, τον ήσυχο και γαλήνιο τόπο, με την παρθένα άγρια ομορφιά του και την κατανυκτική και βαθύτατα στοχαστική σιωπή του, πέρα από τον τάραχο των εγκοσμίων, διάλεξε ο ερημοπολίτης Όσιος για να στήσει την ασκητική του καλύβα καί, με τους πνευματικούς του αγώνες και μόχθους, τις αδιάλειπτες προσευχές και ανύστακτες αγρυπνίες, να πετύχει την άνοδό του στα ουράνια δώματα και την ένωσή του με το θείο.

Σύντομα όμως και εδώ, στον τόπο της τελικής εγκαταβιώσεώς του οργάνωσε νέο μοναστικό κοινόβιο, με πλήθος μαθητών και συμμοναστών του. Ανάμεσα σε αυτούς ονομαστοί υπήρξαν για την οσιακή τους βιωτή και την αφοσίωση στον γέροντά τους ο Πρεσβύτερος Γρηγόριος, ο Παγκράτιος και ο Θεόδωρος.

Παρόλο πού ο Όσιος ήταν εραστής του ησύχιου και γαλήνιου βίου, μακριά από την κοσμική τύρβη, καθόλου δεν απέφευγε τους ανθρώπους. Η φήμη των αγαθοεργιών του, της θερμής φιλοξενίας, της φιλανθρωπίας και κυρίως των θαυματουργικών και προφητικών θείων χαρισμάτων του συγκέντρωνε στο απόμακρο Στείρι πλήθη πιστών και ενδεών ανθρώπων. Όλοι ζητούσαν την συμβουλή και την παραμυθία του, τους ενθαρρυντικούς του λόγους, την βοήθειά του για την λύση κάθε λογής προβλημάτων και για την ικανοποίηση πιεστικών βιοτικών αναγκών, προπάντων όμως τη λυτρωτική των παραπτωμάτων τους και θαυματουργική του επέμβαση. Σε κανέναν από αυτούς δεν αρνιόταν τίποτε. Σε όλους έδειχνε χαρούμενος, ευπροσήγορος, αυθόρμητος, πλημμυρισμένος από αγάπη και συμπάθεια, πρόθυμος για κάθε είδους προσφορά και βοήθεια, εκπληρώνοντας και βιώνοντας σε όλο του το πλάτος και το βάθος το θεϊκό λόγιο: «Αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν».

Δεν ήταν όμως μόνο οι απλοί και ανώνυμοι, οι ταπεινοί και πονεμένοι άνθρωποι του λαού πού προσέφευγαν σε αυτόν. Τον επισκέπτονταν και επιφανέστατοι αξιωματούχοι και δημόσιοι άνδρες της επίσημης Βυζαντινής κρατικής ιεραρχίας, πράγμα πού μαρτυρεί την αγαθή φήμη και το υψηλό κύρος και ακτινοβολία πού διέθετε ο Στειριώτης αναχωρητής.

Τον επισκέφθηκε έτσι ο γνωστός σε όλους τους συγχρόνους του Πόθος, στρατηγός του Θέματος της Ελλάδος, το οποίο είχε τότε ως έδρα την πόλη των Θηβών. Ο Όσιος του έσωσε, κατά θαυματουργικό τρόπο, τον ετοιμοθάνατο στην Κωνσταντινούπολη υιό του.

Στενότατες επίσης υπήρξαν οι σχέσεις του Οσίου με τον άλλο στρατηγό του Θέματος της Ελλάδος, «τόν επιφανή και περίβλεπτον Κρηνίτη», πιθανότατα άμεσο διάδοχο του Πόθου στο αξίωμα αυτό. Η γνωριμία των δύο ανδρών, του ταπεινού ερημίτου και απλού στρατιώτου του Χριστού από το ένα μέρος και του υψηλού κοσμικού άρχοντος και στρατιωτικού αξιωματούχου από το άλλο μέρος, πολύ γρήγορα εξελίχθηκε σε θερμή φιλία και αγάπη.

Έτσι ο Κρηνίτης, σε όλο το διάστημα πού παρέμεινε ως στρατηγός στην Θήβα, προσέφερε στον Όσιο κάθε λογής υπηρεσία και εξυπηρέτηση με μεγάλη προθυμία, χωρίς καθόλου να υπολογίζει ούτε κόπους ούτε χρηματικές δαπάνες. Ανάμεσα και σε άλλες προσφορές, μεγάλη υπήρξε η προσωπική και η οικονομική συμβολή του στην ανέγερση του ναού της Αγίας Βαρβάρας. Δεν πρόκειται για την κρύπτη πού τιμάται σήμερα στη μνήμη της Μεγαλομάρτυρος και βρίσκεται κάτω από το Καθολικό της Μονής, αλλά για τον παράπλευρα στο Καθολικό της Μονής ναό της Παναγίας, ο οποίος ανεγέρθηκε ενόσω ζούσε ακόμη ο Όσιος, ανάμεσα στα χρόνια 947 και 952 μ.Χ.
Όταν προαισθάνθηκε το ερχόμενο τέλος του, χωρίς να ανακοινώσει σε κανέναν τίποτε σχετικό, βγήκε από το κελί του και αποχαιρέτισε με συγκίνηση και ασπασμούς όλους τους περιοίκους, φίλους και γνωστούς του. Μετά από τρεις μήνες ασθένησε. Την όγδοη ημέρα της ασθένειάς του έγινε φανερό ότι ο Όσιος βάδιζε προς την έξοδο από τον μάταιο τούτο κόσμο για να καταλήξει εκεί «ένθα ουκ έστι λύπη, ου πόνος, ου στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος». Οι γύρω κάτοικοι πού το έμαθαν, παρά την σφοδρή βαρυχειμωνιά και τα χιόνια, έτρεξαν στο κελί του ετοιμοθάνατου Οσίου, για να δούν για τελευταία φορά, με τη σωματική του παρουσία, τον μεγάλο ευεργέτη, τον προστάτη τους και ισχυρό μεσίτη προς τον Θεό. Με συγκινητικές εκδηλώσεις αγάπης και δάκρυα του συμπαραστάθηκαν στις τελευταίες του στιγμές.

Το βράδυ της 7ης Φεβρουαρίου του έτους 953 μ.Χ. ο Όσιος, σε ηλικία 56 ετών. Αφησε την τελευταία του πνοή και παρέδωσε με ηρεμία και γαλήνη το πνεύμα του στον Θεό, για να απολαύσει εκεί τους καρπούς των άθλων και καμάτων του επί της γής. Το πρωί της επομένης ημέρας, 8ης Φεβρουαρίου, ο πρεσβύτερος Γρηγόριος με τους λοιπούς μοναχούς, αφού προσκάλεσε και τους γύρω χωρικούς, ενταφίασε το σεπτό σκήνωμα του Οσίου στο δάπεδο του κελιού του, στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο, όπου ακριβώς του είχε υποδείξει ο ίδιος λίγο πριν από την κοίμησή του, προφητεύοντας μάλιστα ότι ο τόπος εκείνος έμελλε να δοξαστεί.

Περί τον Ιούλιο του έτους 953 μ.Χ., έξι μήνες μετά την κοίμηση του Οσίου, ο μοναχός Κοσμάς από την Παφλαγονία, πού ταξίδευε προς την Ιταλία, σταμάτησε μετά από Θεϊκό όνειρο στο Στείρι, στη μονή όπου με ιδιαίτερη φροντίδα και αγάπη επιμελήθηκε και καλλώπισε το νωπό τάφο του Οσίου. Τον ανύψωσε λοιπόν με επιχωμάτωση, τον έντυσε με εγχώριες πλάκες και τον περιέβαλε με κιγκλίδες.

Δύο χρόνια αργότερα, γύρω στα μέσα του έτους 955 μ.Χ., μαθητές και συμμοναστές του Οσίου, σε ένδειξη σεβασμού και αγάπης προς τον πνευματικό τους πατέρα, συμπλήρωσαν και διακόσμησαν το ναό της Αγίας Βαρβάρας, πού είχε ακόμη ορισμένες ατέλειες. Έκτισαν επιπλέον κελιά για τους μοναχούς, των οποίων ο αριθμός είχε αυξηθεί, καθώς και ξενώνες για την υποδοχή και εξυπηρέτηση των προσκυνητών και επισκεπτών. Τέλος, το κελί του Οσίου, όπου βρισκόταν και ο τάφος του, το μετέτρεψαν σε ωραιότατη Εκκλησία σταυρικού σχήματος.

Ο τάφος με το ιερό λείψανο του Οσίου έγινε πόλος έλξεως πλήθους πιστών και πηγή ακένωτη θαυματουργικών ιάσεων.
Ο μικρός σταυρόσχημος ναός με τον τάφο του Οσίου δεν επαρκούσε όμως για να καλύψει τις λατρευτικές ανάγκες και να εξυπηρετήσει τα συνεχώς αυξανόμενα πλήθη των πιστών πού συνέρρεαν εκεί, για να καταθέσουν θερμό το δάκρυ του πόνου τους και να ζητήσουν την προστασία και αντίληψη του μεγάλου ασκητού και την λυτρωτική του επέμβαση για κάθε λογής σωματικά τους πάθη και τις ψυχικές αλγηδόνες.

Γι’ αυτό στις αρχές του 11ου αιώνα μ.Χ., με πρωτοβουλία του καθηγουμένου της μονής, του ευσεβέστατου ιερομονάχου Φιλοθέου, κατεδαφίστηκε το σταυρόσχημο ευκτήριο και στην ίδια θέση, αλλά σε μεγαλύτερο χώρο ως προς την έκταση, ανεγέρθηκε το σημερινό επιβλητικό καθολικό της μονής, με την περίλαμπρη γλυπτική ζωγραφική και ψηφιδωτή του διακόσμηση, στο οποίο φυλάσσεται το ιερό σκήνωμα του Οσίου.

Πηγή:


Άγιοι... Οι Καλύτεροί μας Φίλοι


Συνεχίζεται...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου